FreeCinema

Follow us

ΛΑΤΙΝΟΙ ΚΑΙ ΑΘΙΚΤΟΙ (2016)

(INSEPARABLES)

  • ΕΙΔΟΣ: Κοινωνική Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάρκος Καρνεβάλε
  • ΚΑΣΤ: Όσκαρ Μαρτίνες, Ροντρίγκο Ντε λα Σέρνα, Αλεχάντρα Φλέσνερ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 108'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Ο Φελίπε, ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας που καταλήγει τετραπληγικός μετά από ένα φρικτό ατύχημα με αλεξίπτωτο πλαγιάς, θα επαναπροσδιορίσει την αξία της ζωής όταν ο νεοπροσληφθείς βοηθός του, Τίτο, αποδειχτεί μεγάλο ταλέντο στην… πλάκα.

Με τον ανεκδιήγητο ελληνικό τίτλο «Λατίνοι και Άθικτοι» (κλαίμε!), η ταινία του Μάρκος Καρνεβάλε είναι σίγουρο πως… κάτι σου θυμίζει. Αν αναρωτιέσαι τι είναι αυτό, άσε με να σου μιλήσω για μια γαλλική ταινία που διανεμήθηκε στη χώρα μας το μακρινό 2012, τιτλοφορούμενη ως «Άθικτοι», με πρωταγωνιστές τον Φρανσουά Κλουζέ και τον τότε ανερχόμενο Ομάρ Σι. Ναι, καλά κατάλαβες. Οι… λατίνοι «Άθικτοι» είναι το αργεντίνικο remake μιας κατά τα άλλα συμπαθητικής ταινίας, που όμως κανείς μας δεν ήθελε. Ούτε καν το καλοκαίρι. Μα το Θεό (κλείσιμο ματιού)!

Η υπόθεση δεν απέχει καθόλου από αυτήν που ήδη ξέρεις, παρ’ όλα αυτά ας κάνουμε μια επανάληψη για όσους αποφασίσουν να δουν αυτό το φιλμ ως original – που δεν είναι. Ο Φελίπε (Όσκαρ Μαρτίνες) βρίσκεται καθηλωμένος σε ένα αναπηρικό αμαξίδιο μετά από ατύχημα που λίγο έλειψε να του κοστίσει τη ζωή. Έκτοτε, περνά τον χρόνο του στο σπίτι, κάτω από αδιάκοπη φροντίδα και προσοχή. Μια μέρα ο Φελίπε θα αποφασίσει να προσλάβει έναν βοηθό, προκειμένου να γίνει – κυριολεκτικά – το δεξί του χέρι, λόγω των αυξημένων αναγκών που του επιβάλλει η κατάσταση της υγείας του. Πολλοί είναι οι υποψήφιοι για τη θέση, ορισμένοι μάλιστα με τα πλέον κατάλληλα προσόντα, ένας όμως είναι αυτός που τελικά θα πάρει τη δουλειά και, πιο συγκεκριμένα, ο Τίτο, ο βοηθός του κηπουρού που φροντίζει την έπαυλη του Φελίπε. Η θετική στάση ζωής και οι… ανορθόδοξες μέθοδοι θεραπείας τού Τίτο θα κερδίσουν τη συμπάθεια του Φελίπε, ο οποίος για πρώτη φορά μετά το ατύχημα θα δει τι σημαίνει να σε αντιμετωπίζουν δίχως ίχνος λύπησης και οίκτου.

Κοπιάροντας με περισσή λεπτομέρεια το σενάριο των Ολιβιέ Νακάς και Ερίκ Τολεντανό (το οποίο με τη σειρά του βασίστηκε σε πραγματική ιστορία, να τα λέμε κι αυτά), ο Καρνεβάλε σκηνοθετεί καρέ-καρέ μια ταινία που δεν φέρνει απολύτως τίποτα το καινούργιο, τόσο στο αυθεντικό φιλμ καθαυτό όσο φυσικά και στο αργεντίνικο σινεμά, τσιμπώντας μια συνταγή έτοιμη και εγγυημένη, μόνο για να τη μεταφέρει για δεύτερη φορά στη μεγάλη οθόνη, απλά με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Δεν ξέρω πόσο ακόμη μπορεί να συνεχιστεί το κακό των – κακών – κινηματογραφικών remakes, ξέρω όμως πως όταν φτάνει κανείς να ξανα-παρουσιάσει μια ταινία του 2011, τότε όχι απλά υπάρχει πρόβλημα, αλλά και καμία διάθεση των δημιουργών για πρωτότυπες ιδέες, συνεπώς «κοινό μου, γραμμένο σε έχω!». Στην προκειμένη περίπτωση το «Λατίνοι και Άθικτοι» δεν αποτελεί ένα κακό remake, είναι απλά ένα αδιάφορο remake, μια ταινία που στα δικά μας μάτια ήταν αναμενόμενο πως θα «εξαργύρωνε» την ύπαρξή της στο «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω» κινηματογραφικό μας καλοκαίρι, συνεπώς όση εντύπωση μου προκαλεί πια το είδος της γαλλικής κομεντί – βδέλλας, άλλο τόσο μου προκαλεί και η αγορά της εν λόγω ταινίας από την εγχώρια διανομή.

Σε σύγκριση με την ταινία των Νακάς – Τολεντανό, αυτή του Καρνεβάλε έχει τουλάχιστον να επιδείξει την αυθόρμητη ερμηνεία του Ροντρίγκο Ντε λα Σέρνα (ίσως τον θυμάσαι από τα «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας») στον ρόλο του Τίτο, που ως προς το υποκριτικό του ταλέντο ξεφεύγει αρκετά σε σχέση με την αντίστοιχη του Ομάρ Σι, αν και στις δυο περιπτώσεις το θέμα της «πολιτικής ορθότητας» χρησιμοποιείται ως πανάκεια κατά τι περισσότερο απ’ όσο θα χρειαζόταν ή ενδεχομένως θα έπρεπε, προκειμένου να δικαιολογήσει το υποθεσιακό υπόβαθρο του φιλμ. Κατά τα άλλα, αναμενόμενη σκηνοθεσία και γλυκανάλατες εξάρσεις διαλόγων, σε μια ταινία που θα ήταν προτιμότερο να δεις στην αυθεντική της εκδοχή, αν μη τι άλλο για να γλυτώσεις το «συγχωροχάρτι» που φαίνεται να ζητά ο σκηνοθέτης, με τη δικαιολογία πως ακόμη κι αν κάποια πράγματα είναι κομμάτι απεριποίητα, στην τελική, είναι επειδή το στόρι το έχεις ξαναδεί και το ξέρεις, μωρέ. Γιατί να το ξαναδείς, λοιπόν;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν είσαι από αυτούς που είχαν παρακολουθήσει την original (και μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στη χώρα μας) ταινία και είχες περάσει καλά, δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να δεις και τούτο το remake, αφού πρόκειται περί ξεκάθαρου σινεματικού déjà vu. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να δεις αυτό το φιλμ έτσι κι αλλιώς, υπάρχουν άλλες πρωτότυπες ταινίες εκεί έξω, φτάνει με το «διασκεδαστικό εργάκι» στο θερινό σινεμαδάκι, ακόμα δεν μπήκε το καλοκαίρι και γκώσαμε ήδη στη μετριότητα.


MORE REVIEWS

ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΛΗΣΕ

Δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας The New York Times αναλαμβάνουν το reportage που αποκάλυψε σωρεία καταγγελιών για σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση γυναικών από τον κινηματογραφικό παραγωγό Χάρβεϊ Γουάινστιν.

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Κάπου στο βόρειο Δουβλίνο, η μητέρα της Σαρ εξαφανίζεται. Όταν τελικά επιστρέφει στο σπίτι, η Σαρ συνειδητοποιεί πως κάτι πάει… πολύ λάθος μ’ εκείνη.

DEVOTION: ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΑΙΘΕΡΩΝ

Οι πιλότοι του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού προετοιμάζονται ν’ αντιμετωπίσουν τον κόκκινο κίνδυνο, όποτε κι όπου αυτός εμφανιστεί! Το καλοκαίρι του 1950, λοιπόν, οι δυνάμεις της Βόρειας Κορέας περνούν τον 38ο παράλληλο... Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα.

ΛΑΪΛ, Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ

Νεοαφιχθείσα στη Νέα Υόρκη οικογένεια ανακαλύπτει στο πατάρι του σπιτιού της έναν… ολοζώντανο κροκόδειλο! Ο Λάιλ δεν είναι ένα συνηθισμένο ερπετό, καθώς έχει την ικανότητα να τραγουδά με χάρη που θα ζήλευαν και τα πρώτα αστέρια του πενταγράμμου. Μπορεί, όμως, ένας κροκόδειλος να ζήσει ως κατοικίδιο τη σήμερον ημέρα;

POKER FACE: Ο ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΣ

Ο Τζέικ Φόουλι, ένας δισεκατομμυριούχος τεχνοκράτης, αποφασίζει να διοργανώσει μια παρτίδα poker με συμμετέχοντες τον ίδιο και τους φίλους με τους οποίους μεγάλωσε. Τα λεφτά είναι τόσο πολλά, που οι φίλοι του δεν θα μπορούσαν καν να ονειρευτούν, όμως, αυτή η παρτίδα δεν είναι ένα απλό παιχνίδι. Το μεγαλεπήβολο σχέδιο του Τζέικ, να εκδικηθεί τους φίλους του, αποκαλύπτεται σταδιακά, αλλά ακόμη μία ανατροπή κάνει την εμφάνισή της: διαρρήκτες εισβάλουν στο σπίτι και η παρέα πρέπει να βρει τρόπους για να επιβιώσει ως το τέλος της βραδιάς.