FreeCinema

Follow us

ΠΡΙΝ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ (2013)

(BEFORE MIDNIGHT)

  • ΕΙΔΟΣ: Κομεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ
  • ΚΑΣΤ: Ίθαν Χοκ, Ζιλί Ντελπί, Γουόλτερ Λάσαλι, Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη, Ξένια Καλογεροπούλου, Πάνος Κορώνης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 108’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Ο Τζέσι και η Σελίν κάνουν διακοπές στην Ελλάδα. Είναι ακόμα μαζί, έχουν γίνει γονείς, πάτησαν τα 40 και καυγαδίζουν με το παραμικρό. Μέσα σε μια συνηθισμένη μέρα. Που μπορεί να τους βρει χώρια… πριν τα μεσάνυχτα.

Είναι λίγο σκληρό να αντιλαμβάνεσαι το πέρασμα του χρόνου, ακόμη και στη μεγάλη οθόνη. Όπως το βλέμμα αποφεύγει τις προσεκτικές ματιές στις αλλαγές του προσώπου, τις ρυτίδες, το γκριζάρισμα στις τρίχες, καθώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με το είδωλό μας στον καθρέφτη καθημερινά, έτσι και σε τούτη την ταινία, ένα παράξενο αίσθημα θλίψης σε… παίρνει από κάτω, βλέποντας δύο χαρακτήρες που γνώρισες ως teens ερωτευμένους (μα… ρομαντικά καταδικασμένους), που είχαν μια δεύτερη ευκαιρία στα thirties τους, για να καταλήξουν να υποδύονται το «πρότυπο» ενός ζευγαριού στα forties του, που έχει τεκνοποιήσει και, απλά, μεγαλώνει μέσα από τη γνωστή, τυπική διαδικασία της επανάληψης, στα πάντα, μέρα με τη μέρα. Ίσως όλα αυτά να μην ταυτίζονται με την ιδέα της κινηματογραφικής διασκέδασης και το άκουσμα και μόνο της πικρίας του ρεαλισμού να σε απωθεί, όμως, στην πραγματικότητα, το «Πριν τα Μεσάνυχτα» είναι μια ταινία που… ο οργανισμός σου ζητάει να δεις! Γιατί είναι φτιαγμένο με καθαρότητα και τόση ειλικρίνεια που σπάνια συναντάς στο σινεμά.

Κατά κάποιον τρόπο, το τρίτο μέρος αυτής της σειράς ταινιών με ήρωες το ζευγάρι του Τζέσι και τη Σελίν διερωτάται: «Μετά την αγάπη, τι;». Πόσα πράγματα έχουν μείνει που μπορούν να μας θυμίζουν το «Πριν το Ξημέρωμα» (1995), πόσα άντεξαν από το «Πριν το Ηλιοβασίλεμα» (2004) μέχρι σήμερα, και τι κρατά, στο 2013 πλέον, ζωντανή αυτή τη σχέση. Πιστεύουμε στον έρωτα που έχουν ζήσει στη μεγάλη οθόνη αυτοί οι δύο χαρακτήρες, όμως, ο ρομαντισμός ή η τρέλα της νιότης έχουν χαθεί και η ηλικία των 40+ θέτει εντελώς (;) διαφορετικά ζητήματα και δοκιμάζει αλλιώτικα τις αντοχές τους. Ο Τζέσι και η Σελίν δεν είναι πια οι κινηματογραφικοί ήρωες με τους οποίους ταυτιζόμαστε, ντύνουν με posters τους τοίχους των δωματίων μας και τους ζηλεύουμε επειδή ζουν όπως στο σινεμά. Είναι δύο άνθρωποι της διπλανής πόρτας, με άγχη, νευρώσεις, αδυναμίες, εγωισμό, τοποθετημένοι μάλιστα σε ελληνικό έδαφος! Για μερικούς, έχουν προδώσει το «όνειρο» της φυγής που προσφέρει το σινεμά. Ταυτόχρονα, όμως, μας θυμίζουν και πράγματα που τείνουμε να ξεχνάμε ή αποφεύγουμε, πια, στην αληθινή ζωή. Μιλάνε. Κι αυτό είναι το πλέον τρομακτικό πράγμα που πρέπει να αποδεχθείς στο «Πριν τα Μεσάνυχτα». Γιατί, ειλικρινά, στη (αν όχι με τη) ζωή φοβάσαι να μιλήσεις, πια.

Τα λόγια των δύο ηρώων τρέχουν με οργή, ενίοτε βγάζουν θυμό, βρίσκουν την ισορροπία στο χιούμορ και το πείραγμα, αλλά κατασταλάζουν στην ανάμνηση της αγάπης. Είναι λόγια που μπορεί να βαρεθείς σε κάποιες στιγμές, εξαιτίας της… λογοδιάρροιας – που θα χρεώσει ο κάθε θεατής στον Τζέσι και τη Σελίν ανάλογα με… το φύλο του. Είναι, όμως, γραμμένα έτσι ώστε να σε ξεσηκώνουν από το κάθισμά σου στις υπόλοιπες, περισσότερες στιγμές του φιλμ, το οποίο αφηγηματικά περιορίζεται σε τέσσερις μεγάλες σκηνές: η διαδρομή με το αμάξι, το φιλικό, μεσημεριανό τραπέζι (με την πλήρη σύνθεση του ελληνικού καστ), η απογευματινή βόλτα στην ύπαιθρο και η… ερωτική βραδιά σε σουίτα ξενοδοχείου. Διαρκώς με ένα εσωτερικό σασπένς που σε υποψιάζει πως το τέλος της ταινίας θα τους βρει χωρισμένους, το «Πριν τα Μεσάνυχτα» απλώνει σταδιακά τα χαρτιά του και ψάχνει να ρίξει το κρίμα σε έναν από τους δύο, παίζοντας στις γνώριμες συνθήκες του βίου ενός παντρεμένου ζευγαριού, που έχει και τον επιπλέον «φόρτο» των παιδιών. «Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια», γνωρίζω. Αλλά μπροστά σε ένα τόσο δυνατό debate ισχυρισμών για το ποιος τρώει το μεγαλύτερο ζόρι στη ζωή και πώς ζυγίζονται οι θυσίες ή οι υποχωρήσεις αυτής της ζωής, ώστε να εξακολουθούν ν’ αποκαλούνται ζευγάρι δύο άνθρωποι, στέκεις με τ’ αυτιά τεντωμένα και το στόμα… ορθάνοιχτο!

Οι ερμηνείες είναι θαυμαστές, με τον Ίθαν Χοκ και τη Ζιλί Ντελπί να πατάνε στέρεα στο – λες και είναι βιωμένο – σενάριο και τους ακατάπαυστους διαλόγους που έγραψαν παρέα με τον Λίνκλεϊτερ. Το γύρισμα δεν προσανατολίζει τα locations στην παγίδα του «κουλέρ λοκάλ» και του τουριστικού στερεοτύπου, προβάλλει έναν τόπο ανθρώπινο, μια Ελλάδα που μοιάζει σα να μην κατοικείται από την ασχήμια του σημερινού, αλλοπρόσαλλου λαού της και μας τιμά με το παραπάνω. Δεν είναι γι’ αυτό υποχρέωσή σου να δεις το «Πριν τα Μεσάνυχτα» στο σινεμά (και δη σε θερινό). Δεν είναι πατριωτικό το ζήτημα! Είναι δικό σου, βαθιά εσωτερικό το «χρέος», αν είχες ερωτευθεί αυτούς τους δύο χαρακτήρες στο παρελθόν (η ταινία μπορεί να ιδωθεί άνετα ακόμη κι αν δεν είσαι γνώστης των δύο προηγούμενων ταινιών) ή, απλά, αν τα μονοπάτια της ζωής σου ταιριάζουν με τους δήθεν πλαστούς, κινηματογραφικούς ρόλους του Τζέσι και της Σελίν. Μέχρι το τέλος του φιλμ, θα σε έχουν φέρει ακόμη πιο κοντά σε μια πραγματικότητα και στα συμπεράσματα που ίσως δώσουν νέα πνοή και στο δικό σου βίο, στη δική σου σχέση. Αν φτάσεις εκεί μαζί τους, θα στενοχωρηθείς με το fade out της εικόνας. Θα αισθανθείς πως ήθελες κι άλλο. Δε θα λυπάσαι πια για τη γερασμένη εικόνα τους, ούτε και για τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να τους έχεις κοντά σου. Ο φόβος δε θα είναι αισθητός για λίγο καιρό. Ο φόβος της φθοράς, του θανάτου, του αναγκαστικού φινάλε. Θα υπάρχει αγάπη. Μέσα. Η ζωή θα συνεχιστεί.

Το τρίτο μέρος της ερωτικής τριλογίας για την αγάπη στο βάθος του χρόνου συμβαίνει στην Ελλάδα. Από την Αυστρία στα 20 τους, στη Γαλλία στα 30 τους και στην Ελλάδα στα 40 τους. Από το τρένο στο πλοίο και από το πλοίο στο αυτοκίνητο με δύο επιπλέον αποσκευές, τα δίδυμα παιδιά τους. Καθώς η ταινία αρχίζει, περιμένεις με έντονη επιθυμία να μπεις για άλλη μια φορά στην προσωπική ζωή όχι δύο ανθρώπων αλλά μιας σχέσης που ξεκίνησε πριν από 20 χρόνια.

Αυτό κάνει την προσμονή σου ακόμα πιο ισχυρή: λαχταράς να αποθαυμάσεις για ακόμα μια φορά μια στιγμή στο χρόνο της αγάπης τους. Στην πορεία, μία θλίψη αρχίζει να σε κατακλύζει, μέχρι τη στιγμή που οριστικά, πλέον, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή η σχέση βρίσκεται στο τέλος της. Το είπε άλλωστε στην αρχή της ταινίας η Σελίν: «Από κάτι τέτοιο μικρό και ασήμαντο τελειώνουν οι σχέσεις». Αυτοί οι δύο έγιναν πολύ έξυπνοι για τους εαυτούς τους. Μιλάνε ακατάπαυστα χωρίς να ακούει ο ένας τον άλλο – πάντα το έκαναν, άλλωστε. Αυτή τη φορά, όμως, είναι διαφορετικό. Γιατί δε γίνεται με αγάπη.

Αγάπη είναι να μη σκέφτεσαι, όπου υπάρχει σκέψη δεν υπάρχει αγάπη και ο μόνος λόγος για να αγαπάς είναι γιατί δεν ξέρεις το λόγο. Η απάντηση στο ερώτημα «γιατί αγαπώ;» είναι πάντα «δεν ξέρω» και η κάθε προσπάθεια απάντησης είναι το τέλος της σχέσης. Είναι… μοιχεία αλλά, ως παράδειγμα, θα βάλουμε ανάμεσα στο ανδρόγυνο του Λίνκλεϊτερ το… «Χάρολντ και Μοντ» του Χαλ Άσμπι. Αν ο Χάρολντ σκεφτόταν έστω για μια στιγμή πόσων χρόνων είναι η Μοντ ή γιατί την αγαπά, θα είχε φύγει τρέχοντας. Κι αν η Μοντ σκεφτόταν έστω για μια στιγμή πώς περνά τον ελεύθερο χρόνο του ο Χάρολντ ή γιατί τον αγαπά, θα είχε κάνει το ίδιο.

Γιατί αγαπάς μία ταινία όπως έναν άνθρωπο; Επειδή τραγουδάει ένα σκοπό που κάτι σου «κάνει», σου αρέσει. Η Σελίν και ο Τζέσι μοιάζουν να έχουν χάσει το τραγούδι τους, το τραγούδι που είχαν βρει στη Βιέννη, στο θάλαμο ακρόασης ενός καταστήματος δίσκων όπου είχαν μπει οι δυο τους για να ακούσουν το «Come Here» από την Καθ Μπλουμ. Μοιάζουν να έχουν χάσει το τραγούδι τους στο σπίτι της Σελίν στο Παρίσι, όπου του τραγούδησε το «Let Me Sing You a Waltz» και τον έκανε να χάσει το αεροπλάνο. Tο τραγούδι τους στην Πύλο ήρθε αργά, στους τίτλους τέλους, δεν τους συνάντησε ποτέ. «Τα λεφτά μου όλα δίνω για ένα τανγκό»; Λεφτά και τανγκό δεν πάνε ποτέ μαζί και καλό θα ήταν το θέμα να λήξει εκεί, εδώ, γιατί το επόμενο βήμα θα είναι να χορέψουν χωριστά το… «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» – ξανά εκεί, αλλιώς.

Δεν πρόκειται πια για τη μοντέρνα αγάπη, πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την αγάπη ο δυτικός πολιτισμός των 40+, που τρώει τις ψυχές των ανθρώπων και αφανίζει την ευγενική τους εξέλιξη. Η αγάπη δεν είναι τυφλή (βλέπει πάντα πολύ καθαρά), η ζήλεια και ο φθόνος είναι. Και τυφλώνουν τη Σελίν τη στιγμή που δηλώνει ότι δε θέλει να υπογράψει σε θαυμάστρια το βιβλίο του συντρόφου της, με τη δικαιολογία ότι δεν μπορεί να υπογράψει ένα βιβλίο που έχει γράψει κάποιος άλλος. Ποιος, όμως, είναι ο άλλος πλέον και, αλήθεια, πώς το λες αυτό με μία λέξη; Αμέσως θα έρθει και η στιγμή που η Σελίν θα του πει ότι ερωτικά τον βρίσκει επαναλαμβανόμενα ίδιο και αυτός θα της απαντήσει αμυνόμενος υπέρ του ανδρισμού του. Αλήθεια, πώς το λες όλο αυτό με μία λέξη;

Η αγάπη δεν είναι τυφλή (βλέπει πάντα πολύ καθαρά), η ζήλεια και ο φθόνος είναι. Λυπάσαι που μετά από 20 χρόνια αυτό το υπέροχο ταξίδι στην ερωτική ιστορία ενός ζευγαριού τελειώνει εδώ έτσι, αλλά τίποτα δεν κρατάει για πάντα – και γι’ αυτό ίσως θα ήταν ευγενές να το εκτιμάς όσο έχεις την τύχη να το έχεις. Πέρασες υπέροχα μαζί τους 20 χρόνια με όλο αυτό το τραβολόγημα στην Ευρώπη. Δεν υπάρχει λόγος για μελοδραματισμούς. Ας πας να αγαπήσεις ξανά, κάποιους άλλους «ήρωες». Για να γευθείς ακόμα μια φορά τη μαγεία του έρωτα στο πανί, ας ζήσεις (και) κάτι άλλο…


MORE REVIEWS

INCEPTION

Ένας «ονειρο-κλέφτης», που αντλεί πληροφορίες από τα θύματά του ενώ κοιμούνται και κατόπιν τις πουλά στους πελάτες του έναντι αδράς αμοιβής, δέχεται την πρόκληση να αντιστρέψει τη συνήθη διαδικασία και να «φυτεύσει» μία ιδέα στο υποσυνείδητο ενός πολυεκατομμυριούχου CEO.

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΘΑ ΣΦΥΡΙΞΕΙ ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ

Ένας σερίφης θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια παλιά του Νέμεση, όταν ένας κακοποιός θελήσει να τον εκδικηθεί για όλα τα χρόνια που πέρασε στη φυλακή εξαιτίας του.

ΟΙ ΕΥΧΟΥΛΗΔΕΣ 2: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ

Η μόνιμα αισιόδοξη πριγκίπισσα Πόπι, ο ορθολογιστής Μπραντς και οι υπόλοιποι Ευχούληδες επιστρέφουν για ακόμη μία περιπέτεια που θα καθορίσει την ύπαρξή τους. Αυτή τη φορά, ο κίνδυνος έρχεται από μια άλλη φυλή... Ευχούληδων!

ΓΑΤΑ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Σε εργατική πολυκατοικία του νότιου Λονδίνου, αρχιτεκτόνισσα εκ Βουλγαρίας με μικρό παιδί και άνεργο αδελφό, η οποία έτσι κι αλλιώς τα φέρνει δύσκολα βόλτα, έχει ν’ αντιμετωπίσει μία αναγκαστική όσο και πανάκριβη κτηριακή ανακαίνιση, αλλά κυρίως την οργή των γειτόνων της για έναν γάτο που χάθηκε.

Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Στον παραδοσιακά «πύρινο» ισπανικό Αύγουστο, η σχεδόν 33χρονη Εύα αποφασίζει να μείνει στο σπίτι ενός γνωστού της στη Μαδρίτη, ο οποίος της το αφήνει για όλο το διάστημα αυτού του καλοκαιρινού μήνα. Μέσα σε τούτη την ιδιότυπη περίοδο τριάντα ημερών, θα πετύχει παλιούς φίλους, σχέσεις που είχε αφήσει στη λήθη του παρελθόντος, αλλά και νέα πρόσωπα.