FreeCinema

Follow us

ΑΜΑΝΤΑ (2018)

(AMANDA)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μικαέλ Ερς
  • ΚΑΣΤ: Βενσάν Λακόστ, Ιζόρ Μουλτριέ, Στέισι Μάρτιν, Γκρέτα Σκάκι, Οφελιά Κολμπ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 107'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: DANAOS FILMS

Μετά την εν ψυχρώ δολοφονία της αδελφής του, ένας νεαρός θα κληθεί να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές του επωμισμένος πλέον τη φροντίδα της 7χρονης ανιψιάς του, Αμάντα.

Οικογενειακό δράμα χαμηλών τόνων και εύθραυστων ισορροπιών, το φιλμ του Γάλλου δημιουργού Μικαέλ Ερς είναι ένα ήσυχο κινηματογραφικό «πορτρέτο» της ζωής που αναπόφευκτα συνεχίζεται μετά από μια μεγάλη απώλεια και της εσωτερικής δύναμης που απαιτείται προκειμένου κανείς να μάθει να ξεπερνά τους προσωπικούς του δαίμονες με την ίδια αποφασιστικότητα που χρειάζεται να επιδεικνύει καθημερινά, απλά και μόνο ζώντας σε έναν τόσο όμορφο, μα συνάμα τρομερό «νέο» κόσμο.

Θέτοντας στο επίκεντρο της θεματικής του το απότομο μεγάλωμα δύο (ουσιαστικά) «παιδιών» (της επτάχρονης Αμάντα και του 24χρονου bohème θείου της, Ντέιβιντ), ο Ερς επιχειρεί να αναζητήσει τους μηχανισμούς συμβιβασμού με μια καινούργια πραγματικότητα – εδώ στον απόηχο μιας τρομοκρατικής επίθεσης – φέρνοντας το γαλλικό πρότυπο ζωής σε άμεση συνδιαλλαγή με τον χειρότερό του εφιάλτη, διατηρώντας όμως πάντα μια μικρή αχτίδα αισιοδοξίας και ελπίδας για την ανθρωπότητα, ακόμα και μέσα σε τούτους τους ζοφερούς καιρούς.

Ο Νταβίντ (Λακόστ) εργάζεται ως «παιδί για όλα τα θελήματα» για έναν μεγαλοϊδιοκτήτη ακινήτων βραχυχρόνιας μίσθωσης κάπου στο Παρίσι, ενώ ταυτόχρονα εκτελεί και χρέη κηπουρού στο τοπικό πάρκο της περιοχής. Η καθημερινότητά του κυλάει ράθυμα και ανέμελα, με τον ίδιο να μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στις εκάστοτε δουλειές του και τη φροντίδα της μικρής του ανιψιάς Αμάντα (Μουλτριέ), τουλάχιστον όποτε το απαιτούν οι επαγγελματικές υποχρεώσεις της αδελφής του Σαντρίν (Κολμπ). Ένα μοιραίο μεσημέρι τα πάντα θ’ αλλάξουν, όταν, σε ένα αιματηρό τρομοκρατικό χτύπημα που αφήνει πίσω του δεκάδες νεκρούς, χάσει τη ζωή της και η άτυχη Σαντρίν. Ο Νταβίντ θα πρέπει τώρα να μαζέψει τα κομμάτια του και να σταθεί στο πλευρό της κλονισμένης Αμάντα, αλλάζοντας άρδην τον μέχρι τότε τρόπο ζωής του, προσαρμόζοντάς τον πια στις δικές τις ανάγκες. Μέσα από τις διαπροσωπικές τους συγκρούσεις, τους τσακωμούς αλλά και την αγάπη που τρέφουν ο ένας για τον άλλον, οι δυο τους θα μάθουν πώς είναι να επιμένεις και να κοιτάς μπροστά, έχοντας πάντα μαζί τον πόνο ενός δυσαναπλήρωτου κενού που μόνο ο χρόνος μοιάζει ικανός να απαλύνει (κάπως).

Παρά το γεγονός πως στον πυρήνα του το φιλμ χρησιμοποιεί ένα σοκαριστικό περιστατικό ως αφορμή για τη δραματουργική ώθηση της υπόθεσης, ο Ερς δεν εκμεταλλεύεται καταστάσεις ούτε και ενδιαφέρεται να εκμαιεύσει εκβιαστικά το δάκρυ του θεατή, σκηνοθετώντας μια δραματική ταινία μεν, με αληθινό ενδιαφέρον και στοργή για τους ήρωές του δε. Η ελπιδοφόρα ματιά τού δημιουργού διακρίνεται εξάλλου από την υφολογική γραμμή που ξεκάθαρα φαίνεται να δόθηκε και στον διευθυντή φωτογραφίας Σεμπαστιάν Μπουσμάν, ο οποίος καταγράφει την καθημερινότητα των χαρακτήρων βουτηγμένη στη ζεστασιά του ήλιου και τις φωτεινές κίτρινες αποχρώσεις, δικαιολογώντας απόλυτα τον τίτλο «Παρίσι, η Πόλη του Φωτός». Σαφέστατα η επιλογή απόδοσης του περιβάλλοντος στην μετά την επίθεση εποχή μόνο τυχαία δεν είναι, με τον Ερς και τη συν-σεναριογράφο του, Μοντ Αμελίν, να επιλέγουν σοφά την κυριαρχία του (κινηματογραφικού) φωτός έναντι του (υποθεσιακού) ερέβους της μόνιμης τρομοκρατικής απειλής, που ακόμη και σημειολογικά να το δει κανείς αποτελεί μια ανανεωτική κινηματογραφική πινελιά απέναντι στα μοιρολατρικά δράματα που άλλοτε θέλουν τους πρωταγωνιστές έρμαια των πιο σκοτεινών προσωπικών τους επιλογών και άλλοτε άβουλες μονάδες ενός μονόπλευρα διαβολικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος.

Η ηχηρή απάντηση του Ερς στην κλιμακούμενη βία είναι μία: οι άνθρωποι. Το «Αμάντα» είναι μια όμορφη ταινία που κατανοεί τα σημεία των καιρών ουσιαστικά διότι χρησιμοποιεί την έννοια του ατόμου τόσο για να καταδείξει την καταστροφική του φύση, όσο και για να τονίσει πως τελικά εμείς οι ίδιοι είμαστε η σωτηρία μας. Μετά την αιματοκυλισμένη επίθεση, ο Νταβίντ και η Αμάντα περιτριγυρίζονται από ανθρώπους «βάλσαμα» – τη στοργική θεία, τους κοντινούς φίλους, το όμορφο κορίτσι (Μάρτιν) του Ντέιβιντ που γλύτωσε από το μακελειό – όλοι σε έναν στενό, δεμένο κύκλο με απώτερο στόχο τη συμπαράσταση και την ίαση των εμφανών, αλλά κυρίως των αφανών ψυχικών τραυμάτων. Εκτός από τη σκηνοθετική ζεστασιά που αποπνέει τούτο το φιλμ και το καλογραμμένο, προσγειωμένο του σενάριο, εξαιρετική είναι και η χημεία των Λακόστ – Μουλτριέ, που αμφότεροι προσδίδουν στους χαρακτήρες τους μια ανάλαφρη φυσικότητα, σαν να μην υποδύονται αυστηρά αλλά να αυτοσχεδιάζουν ανά περίπτωση. Μέσα στις άπειρες και συχνότατα άστοχες εβδομαδιαίες επιλογές για σινεμά, η «Αμάντα» είναι ένα φιλμ που σίγουρα ξεχωρίζει.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ανά στιγμές συγκινητικό και συναισθηματικά φορτισμένο, μα πάντα αισιόδοξο, τούτο το φιλμ ενδείκνυται κυρίως για όσους αγαπούν τις μικρές, «ήσυχες» ταινίες. Με δύο δυναμικές ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό ζευγάρι και μια πολύ προσεγμένη σκηνοθεσία που αναπαριστά εξαιρετικά πιστά τη νατουραλιστική καθημερινότητα μιας τυχαίας ομάδας ανθρώπων, η «Αμάντα» είναι ένα φιλμ που αξίζει την προσοχή σου.


MORE REVIEWS

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ

Στη Βραζιλία του 1977, ο Αρμάντο φτάνει με πλαστή ταυτότητα στην πόλη όπου ζει κρυμμένος ο μικρός του γιος και αναζητά τρόπο διαφυγής από τη χώρα, όντας καταζητούμενος και με συμβόλαιο θανάτου από τη στρατιωτική δικτατορία.

ΔΥΟ ΕΠΟΧΕΣ, ΔΥΟ ΞΕΝΟΙ

Νεαρή σεναριογράφος γράφει στόρι μοναξιάς και αποξένωσης για επικειμένη ταινία, μέχρι που η μελαγχολία την επισκέπτεται στην πραγματικότητα.

ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ

Ο κύριος Έρνσο φέρνει στα Ανεμοδαρμένα Ύψη ένα ορφανό αγόρι το οποίο μεγαλώνει σαν παιδί του. Έτσι, η κόρη του, Κάθριν, αποκτά στο πρόσωπο αυτού του νεαρού αγριμιού έναν αδελφικό φίλο που αποφασίζει να «βαφτίσει» Χίθκλιφ. Στον ενήλικο βίο τους, οι δυο τους θα νιώσουν την ερωτική έλξη μ’ έναν σχεδόν «πρωτόγονο» (και καταστροφικό) τρόπο.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ

Παππούς, γιος και εγγονός παρατηρούν την άγρια φύση στα Βόσγια Όρη της βορειοανατολικής Γαλλίας, με απώτερο στόχο την αντάμωση με το απειλούμενο είδος του αγριόκουρκου.

RABBIT TRAP

Στη δεκαετία του 70, ζευγάρι μουσικών μετακομίζει από το Λονδίνο σε μια απομονωμένη καλύβα στην Ουαλία, με σκοπό να συγκεντρώσει ήχους της Φύσης για την ολοκλήρωση ενός experimental album. Η ξαφνική εμφάνιση ενός αγοριού που σχετίζεται μαζί τους εμμονικά διαταράσσει την ισορροπία τους, παράλληλα με ένα πρωτάκουστο ηχητικό «ατύχημα» που θα τους φέρει κοντά σε μία μυθική διάσταση του δάσους.