FreeCinema

Follow us

Η ΛΕΣΧΗ ΤΗΣ ΚΟΜΨΗΣ ΑΛΗΤΕΙΑΣ (2014)

(THE RIOT CLUB)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματικό Θρίλερ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λόνε Σέρφιγκ
  • ΚΑΣΤ: Σαμ Κλάφλιν, Μαξ Άιρονς, Ντάγκλας Μπουθ, Τζέσικα Μπράουν Φίντλεϊ, Σαμ Ριντ, Μπεν Σνέτσερ, Χόλιντεϊ Γκρέιντζερ, Τομ Χολάντερ, Τόνι Γουέι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 107’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Δύο εύποροι, αλλά σφόδρα διαφορετικών, ανταγωνιστικών πολιτικών αντιλήψεων πρωτοετείς φοιτητές του περίφημου Πανεπιστημίου της Οξφόρδης γίνονται – μετά αηδιαστικών κόπων και εξευτελιστικών βασάνων – μέλη στο περιβόητο, θρυλικό, ελιτίστικο Riot Club. Το (πολιτικό) μέλλον τους διαγράφεται έτσι λαμπρό, μέχρι που απειλείται να εκτροχιαστεί ανεπιστρεπτί μετά τα έκτροπα που λαμβάνουν χώρα στο παραδοσιακό δείπνο του Club.

Αν και καταπιάνεται με ένα άκρως ιντριγκαδόρικο θέμα, που είναι ελάχιστα έως καθόλου γνωστό εκτός βρετανικών συνόρων, αυτό είναι ένα κάθε άλλο παρά ιντριγκαδόρικο φιλμ. Παρόλο που, όπως και το θεατρικό στο οποίο βασίζεται (το «Posh» της – και σεναριογράφου εδώ – Λόρα Γουέιντ), αντλεί έμπνευση από το πραγματικό, επίσης περιβόητο, θρυλικό και εξωφρενικά ελιτίστικο Bullingdon Club (μέλη τού οποίου υπήρξαν όχι μόνο απανταχού βασιλιάδες, αλλά και οι Ντέιβιντ Κάμερον και Μπόρις Τζόνσον, νυν Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου και Δήμαρχος του Λονδίνου, αντίστοιχα), είναι αδιανόητα άνευρο, βαρετά προβλέψιμο, ενοχλητικά κουραστικό και αδικαιολόγητα αντιπαθητικό.

Άνευρο κυρίως κινηματογραφικά, αφού αδυνατεί να κρύψει τις θεατρικές καταβολές του μη διαφοροποιώντας δημιουργικά τους εσωτερικούς – κατά βάση – χώρους στους οποίους κινείται. Είτε βρίσκεται μέσα στα προφανώς παλιά, ασφυκτικά γεμάτα και ουκ ολίγον γοτθικά δωμάτια των ιστορικών κτιρίων του Πανεπιστημίου, είτε στα λίγο πιο λιτά και μοντέρνα των εστιών, είτε έξω στους… μουσειακούς δρόμους της Οξφόρδης, είτε στην παραδοσιακά σκουρόχρωμη, παραφορτωμένη γκραβούρες και αναμνηστικά, κλασική pub (όπου διαδραματίζεται το δείπνο του Club), είναι βουτηγμένο σε ένα διαρκές, εκβιαστικό ημίφως, μια εξουθενωτική, ανεξήγητα μουδιασμένη μουντάδα. Άνευ εξάρσεων ή κορυφώσεων. Σα να βλέπεις παράσταση κατά την οποία τα σκηνικά αλλάζουν κανονικά, αλλά κάποιος έχει ξεχάσει να δουλέψει τα φώτα. Ή σα να έρχεσαι αντιμέτωπος με μια παράλογα επίπεδη γραμμή σε ένα καρδιογράφημα.

Προβλέψιμο, καθώς με περισσή ευκολία αναμασά κλισέ αιώνων. Γιατί όσο κι αν προσπαθεί η σαφώς ταλαντούχα, νεοφώτιστη ερμηνευτική του ομάδα (με επιφανέστερο τον μειλίχια δηλητηριώδη Κλάφλιν), τα μέλη του Riot Club προκύπτουν εξωφρενικά κακομαθημένοι, αλαζόνες, μοχθηροί, ρατσιστές (ακόμα και μεταξύ τους, αφού ο Έλληνας Ντιμίτρι δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πρόεδρός τους) και φαλλοκράτες (αντιμετωπίζοντας όλες τις γυναίκες με τον ίδιο υποτιμητικό τρόπο – σαν σεξουαλικά αντικείμενα) βάνδαλοι, που πιστεύουν πως με τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν τα πάντα, μόνο και μόνο επειδή είναι γόνοι πλουσίων, νεόπλουτων ή πάλαι ποτέ ευκατάστατων, αριστοκρατικών οικογενειών. Ανάμεσά τους, ο πιο ευσυνείδητος είναι – τι έκπληξη! – αριστερός και ο πιο ασυνείδητος – τυπικά – δεξιόστροφα συντηρητικός. Όλοι τους, προνομιούχοι, είναι οι κακοί, ενώ όλοι όσοι τούς περιβάλλουν, ακαδημαϊκοί ή εκπρόσωποι της μεσαίας και της εργατικής τάξεις (με μια λέξη, οι «φτωχοί» κατά το Riot Club) είναι απλά, ξεκάθαρα οι καλοί. Γιατί; Γιατί έτσι. Ή άσπρο ή μαύρο. Γκρίζο δεν έχει…

Κουραστικό επειδή το μεγαλύτερο κομμάτι του, το δεύτερο μισό του, στην pub, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από την καταγραφή μιας κραιπάλης. Για τουλάχιστον ένα 30λεπτο, δηλαδή (που μπορεί και να σου φανεί… 5ωρο), δε βλέπεις τίποτα άλλο από ένα τσούρμο κωλόπαιδα να μπεκρουλιάζουν, να ουρλιάζουν, να αναλώνονται σε ασήμαντες, ρηχές συζητήσεις ή ανόητα παιχνίδια (με το φαΐ και το ποτό τους), να εξευτελίζουν αδιακρίτως τρεις γυναίκες (μια εργάτρια του σεξ, το κορίτσι ενός από τα δύο καινούργια τους μέλη και την κόρη τού εστιάτορα), να σπάνε, να σκίζουν και να καταστρέφουν ό,τι βρουν μπροστά τους, άνευ λόγου ή αιτίας.

Και αντιπαθητικό, γιατί σου… κουνάει διδακτικά το δάχτυλο για κάτι (πως οι ισχυροί που κυβερνούν αυτό τον κόσμο ελάχιστη επαφή έχουν συνήθως με την πραγματικότητα του μέσου ανθρώπου) που ίσως ξέρεις, έστω υποψιάζεσαι, και σίγουρα έχεις ξανακούσει (πολύ καλύτερα), χωρίς ίχνος από όσα (χαρακτήρες, πλοκή, σασπένς, χιούμορ) συνηγορούν στην κινηματογραφική διασκέδαση.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

«Μια πραγματικά επαίσχυντη βινιέτα σχεδόν υπεράνθρωπης φοιτητικής αλαζονείας, φιλαρέσκειας και ανοησίας». Έτσι, περιφρονητικά, περιγράφει πια ο νυν Δήμαρχος του Λονδίνου το πραγματικό Bullingdon Club, το οποίο αποτελεί πηγή έμπνευσης γι’ αυτό το μυθοπλαστικό Riot Club. Και αυτό αρκεί. Καθόλου περαιτέρω δε θα σε διαφωτίσει τούτο το φιλμ για το σκοτεινό παρασκήνιο της Οξφόρδης (και όχι μόνο). Δεν το ρίχνεις καλύτερα στην εξωκινηματογραφική μελέτη;


MORE REVIEWS

ΣΤΕΝΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ

Στα 1977, ένα βραδινό τηλεοπτικό talk show με θέμα τον εορτασμό του Halloween και καλεσμένους με ειδίκευση στο μεταφυσικό εξελίσσεται με τον εντελώς λάθος και εκτός προγραμματισμού τρόπο σε ζωντανή μετάδοση.

BACK TO BLACK

Η σύντομη πορεία της μουσικής καριέρας της Έιμι Γουάινχαουζ, παράλληλα με προσωπικές στιγμές που την οδήγησαν σε ένα τόσο απότομο και άδοξο τέλος.

GHOSTBUSTERS: Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δαιμονική οντότητα που (πίσω στα 1904) προσπάθησε να κατακτήσει τον κόσμο με στρατιά από φαντάσματα, τρεφόμενη με αρνητικά συναισθήματα ώστε να μειώσει τις θερμοκρασίες στο απόλυτο μηδέν, επιστρέφει στη Νέα Υόρκη του σήμερα για να… το προσπαθήσει ξανά! Who you gonna call?

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΝΕΟΙ

Οι ελπίδες και τα όνειρα μιας χούφτας επίδοξων ηθοποιών του περίφημου Théâtre des Amandiers στο Παρίσι των μέσων της δεκαετίας του ‘80.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

Αμερικανική οικογένεια μετακομίζει σε εξοχική αγγλική έπαυλη, δίχως να λογαριάζει τη φήμη πως το νέο τους σπίτι είναι… στοιχειωμένο εδώ και τρεις αιώνες. Και το φάντασμα του Σερ Σάιμον δεν πολυγουστάρει τους απρόσκλητους επισκέπτες!