FreeCinema

Follow us

THE HANGOVER 3 (2013)

(THE HANGOVER PART III)

  • ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τοντ Φίλιπς
  • ΚΑΣΤ: Μπράντλεϊ Κούπερ, Ζακ Γκαλιφιανάκις, Εντ Χελμς, Κεν Τζονγκ, Τζoν Γκούντμαν, Μελίσα ΜακΚάρθι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: VILLAGE FILMS

Το Wolfpack ζει την τελευταία του περιπέτεια με πολλά κυνηγητά, όταν ένας gangster καταδιώκει για παλιούς λογαριασμούς τον κύριο Τσάου, ο οποίος έχει μόλις αποδράσει από μια ταϊλανδέζικη φυλακή. Η παρέα των φίλων είναι ο μόνος σύνδεσμος και ο κακοποιός θα τους εκβιάσει να του φέρουν τον ενοχλητικό απατεώνα.

Ο σκηνοθέτης και το καστ του «Hangover 3» έχουν δεσμευτεί ότι το τρίτο θα είναι και το τελευταίο μέρος. Για το καλό της καριέρας τους και της ψυχικής μας ηρεμίας, θα πρέπει να τηρήσουν την υπόσχεσή τους. Μερικές κινηματογραφικές στιγμές αφήνουν ένα ισχυρό στίγμα από μόνες τους και η περίπτωση του «Hangover» αποδεικνύει ότι δεν είναι απαραίτητο να ξεχειλώσεις κάθε επιτυχία σε τριλογία. Σε εμπορικό επίπεδο, μπορεί να αποδώσει μια τέτοια επιλογή. Στην πραγματικότητα, όμως, υποβαθμίζει την επιτυχία της πρώτης ταινίας.

Είναι ωστόσο ο εύκολος δρόμος, το να προσθέτει πια κανείς απλώς νούμερα στους τίτλους ταινιών που έσκισαν στο box-office. Έστω κι αν δεν έχει να πει πια τίποτα νέο. Πρέπει να ευχαριστούμε τους αδελφούς Φαρέλι που δε γύρισαν ποτέ το sequel του «Κάτι Τρέχει με τη Μαίρη», της πιο επιτυχημένης ίσως «ακατάλληλης» κωμωδίας μέχρι να σκάσει μύτη το «Ηangover». Το πρώτο φιλμ είχε μια έξυπνη ιδέα, καλές ατάκες, αστεία γκαγκ, φρέσκο καστ. Ήταν μια απολύτως δικαιολογημένη επιτυχία. Στο δεύτερο μέρος ήρθε ο γιγαντισμός. Όλα πιο μεγάλα και πιο εντυπωσιακά. Για το sequel του 2011 δεν έφτανε το Λας Βέγκας, το Wolfpack έπρεπε να ταξιδέψει μέχρι την Ταϊλάνδη, αν και στο τέλος έκανε ακριβώς τα ίδια. Στο τρίτο μέρος ο τόνος αλλάζει και από ενήλικη κωμωδία γίνεται περισσότερο «χαριτωμένη» αστυνομική περιπέτεια. Αν βγάζει κάποιο νόημα αυτό.

Κανείς δε φαίνεται να είναι 100% αφοσιωμένος, αφού και το σενάριο δε δίνει σπουδαίες ευκαιρίες. Ο Μπράντλεϊ Κούπερ παίζει πλέον σε άλλη κατηγορία και, αν και έχει την αξιοπρέπεια να μη φτύνει το franchise που τον έκανε διάσημο, όποτε εμφανίζεται είναι σα να έχει πάνω του μια ταμπέλα που αναβοσβήνει και γράφει «Oscar nominee / Don’t belong here anymore». Ο Χελμς είναι ακόμη πιο αδιάφορος απ’ ό,τι συνήθως, ενώ το βάρος πέφτει πάνω στον Γκαλιφιανάκις, ώστε με τη μανιέρα του να κρατήσει ό,τι μπορεί να σωθεί από τη μεριά των πρωταγωνιστών.

Η ταινία επιλέγει να δώσει τον πρώτο ρόλο όχι στους stars της, αλλά στον κύριο Τσάου, έναν από τους πιο ενοχλητικούς χαρακτήρες που μπορώ να θυμηθώ. Σκέψου, λοιπόν, ότι το τρίτο «Hangover» καταφεύγει σ’ αυτόν και του δίνει προτεραιότητα και το προνόμιο να κινεί αυτός την πλοκή. Μαύρα τα μαντάτα για όποιον δεν τον αντέχει… Και γενικότερα, ίσως, αφού τα γέλια είναι πολύ περιορισμένα. Είδα την ταινία σε προβολή με κοινό που γελούσε λίγο μουδιασμένα, σαν από υποχρέωση ή επειδή περίμενε μάταια ότι η σκηνή θα κορυφωθεί. Εγώ που δεν της είχα υποχρέωση της ταινίας, γέλασα όλες κι όλες δύο φορές. Στη σκηνή του Γκαλιφιανάκις με τη Μελίσα ΜακΚάρθι, που μπαίνει ως ερωτική παρτενέρ και κλέβει τη σκηνή, και στην καθιερωμένη «WTF?» σκηνή έπειτα από τους τίτλους.

Πρόκειται για το μόνο σημείο στο οποίο η ταινία θυμάται την εξωφρενική έναρξη του franchise και συνδυάζει το αστείο με το σοκαριστικό. Είναι ένα ευχάριστο αντίο, αλλά μέχρι να φτάσουμε εκεί, σου βγαίνει η ψυχή με ένα αδιάφορο γκανγκστερικό θρίλερ και ανούσια αστεία. Από το trailer θα ξέρεις τον αποκεφαλισμό της καμηλοπάρδαλης, που εκτός από το ότι δε βγάζει γέλιο, έχει και κακά εφέ. Το φινάλε είναι και το μόνο σημείο όπου υπάρχει τελικά… hangover, γιατί στα υπόλοιπα 99 λεπτά, τίτλος και περιεχόμενο δεν έχουν καμία σχέση.

Το πρωτότυπο «Hangover» δε με κέρδισε αμέσως. Δεν ήταν πως δεν το είχα βρει αρκετά αστείο. Κάθε άλλο. Είχα γελάσει πολύ και σε 2-3 σκηνές δυνατά και μετά δακρύων (πρωινό ξύπνημα με Γκαλιφιανάκις εναντίων τίγρη, αναφορά στον «Άνθρωπο της Βροχής», αυστηρώς ακατάλληλες φωτογραφίες στους τίτλους τέλους…). Απλά το ήθελα ακόμα πιο ανατρεπτικό – κάτι παραπάνω από ένα ξέφρενο bachelor party στο Βέγκας, με πειραγμένο μεν, μοιραίο δε happy end έναν κλασικό, όλο φρου-φρου και αρώματα γάμο.

Μετά, όμως, πέρασε ο καιρός και το… hangover από το «Hangover» επέμενε. Κάθε φορά που το πετύχαινα στην τηλεόραση κολλούσα. Και κάθε φορά πέθαινα στα γέλια. Άρχισα να συνειδητοποιώ πως ήταν μια πραγματικά επιτυχημένη κωμωδία, ακριβώς γιατί δεν ήταν υπερβολικά ανατρεπτική. Οι ήρωές της ήταν ιδιότροποι, αλλά όχι τόσο ώστε να γίνουν ασυνήθιστοι και απρόσιτοι. Άνθρωποι τις διπλανής πόρτας, με άλλα λόγια. Το προσγειωμένο, συνειδητά νοικοκυρεμένο ομορφόπαιδο Φιλ του Κούπερ, που βλέπει και πέρα από τη μύτη του, το καλό, nerdy παιδί Στου του Χελμς, που, ως σωστός «μα****μαγνήτης», ταλαιπωρείται από τη σκύλα μνηστή του, και ο αλαφροΐσκιωτος, κακομαθημένος βενιαμίν Άλαν του Γκαλιφιανάκις, που έχει πατήσει τα 40, αλλά στο μυαλό παραμένει αθεράπευτος έφηβος, με μοναδικό – πάση, εξωφρενική θυσία – σκοπό ζωής το ταίριασμά του στην πιο περίφημη / περιβόητη / πολυπόθητη παρέα του «σχολείου», είναι δικοί μας άνθρωποι. Ακόμα και τα κορίτσια, που επί της οθόνης μένουν πίσω, για να οργανώσουν το γάμο, μπορούν εύκολα να αναγνωρίσουν στους τρεις τους χαρακτηριστικά του πατέρα, του αδελφού, του νυν ή του πρώην γκόμενου, του συζύγου, ώστε να συμμετάσχουν και αυτές, εμμέσως, πλην σαφώς, στο τρελό, παράνομο και δη κωμικοτραγικά ξεκαρδιστικό ξεσάλωμα / εκτόνωση στην Πόλη της Αμαρτίας.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, το προ διετίας, πρώτο sequel του κλασικού πλέον πρωτοτύπου ήταν μια τεράστια, εκκωφαντική απογοήτευση. Προκλητικό, τολμηρό και ανατρεπτικό όσο καμία άλλη – αυτοαποκαλούμενη – κωμωδία του αμερικανικού mainstream, το «Hangover 2» δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου αστείο (εκτός ίσως από τις και εδώ αυστηρά ακατάλληλες φωτογραφίες στους τίτλους τέλους). Εκείνη τη φορά, βλέπεις, δεν κατάφερε, με διάθεση (αυτο)σαρκασμού, να συμπάσχει με την πρωταγωνιστική του τριάδα. Αντίθετα, έκανε το λάθος να προσπαθήσει να γελάσει εις βάρος της, εμπαίζοντας και χλευάζοντάς την, με ανεξήγητη, ανεξέλεγκτη κακιασμένη μανία: ο Άλαν χάνει τα μαλλιά του, ο Φιλ τρώει σφαίρα, ενώ ο Στου (που ετοιμάζεται να παντρευτεί τη γλυκύτατη γυναίκα της ζωής του και ελάχιστη ανάγκη εκτόνωσης έχει πια) κονομάει και τατουάζ στο πρόσωπο και ακούσια, α λα «Το Παιχνίδι των Λυγμών», σεξουαλική εμπειρία. Όλοι τους, περισσότερο ή λιγότερο, χάνουν όχι μόνο την αξιοπρέπεια, αλλά και την οικειότητά τους. Το μόνο που έμενε πλέον να μοιραστούμε μαζί τους είναι τις απανωτές, άνευ λόγου και αιτίας, προσβολές. Εάν αυτές, όμως, είναι κενές (χωρίς το καίριο σατιρικό υπόβαθρο του «Μπόρατ» π.χ., να σχολιάζει εξωφρενικά αθυρόστομα και εύστοχα το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι), η διασκέδαση ακυρώνεται και το γέλιο παγώνει στα χείλη. Αν ποτέ φτάσει σε αυτά…

Ευτυχώς, χάρη σε αυτό, το αποχαιρετιστήριο, τρίτο και τελευταίο «Hangover», το γέλιο έφτασε στα – δικά μου τουλάχιστον – χείλη, συχνό και άφθονο. Μπορεί σε ένταση να μην ήταν τόσο δυνατό και μετά δακρύων χορταστικό όσο την πρώτη φορά (ή όσο του, όχι καθαρόαιμη κωμωδία, ασύλληπτα όμως διασκεδαστικού «Fast & Furious 6», που έφαγε λάχανο το «Hangover 3» στο αμερικανικό box-office), αλλά ήταν εκεί, και σε 3-4 σκηνές παρατεταμένο (κεφάλι καμηλοπάρδαλης σε παρμπρίζ οικογενειακού αυτοκινήτου, εισβολή σε σπίτι / απενεργοποίηση συναγερμού στα τέσσερα, με κολάρα σκύλων και αχρωματοψία, α λα άτσαλη «Mission Impossible» προσγείωση σε ρετιρέ ξενοδοχείου, Μελίσα ΜακΚάρθι δις ως το αντικείμενο του πόθου του Άλαν, πρωινό ξύπνημα μετά από προφανώς ξέφρενο γαμήλιο party στους τίτλους τέλους). Μπορεί ο Άλαν να βγαίνει πλέον μπροστά, ως ξεκάθαρος πρωταγωνιστής, αλλά καθόλου δε με χάλασε. Αφενός, ήταν ο πιο εκκεντρικός και ανώριμος, άρα με τα περισσότερα περιθώρια εξέλιξης χαρακτήρας της τριάδας, ενώ αφετέρου πραγματικά απολαμβάνω το ίδιον, υπόκωφου, λεπτών ισορροπιών και κάθε άλλο παρά επαναλαμβανόμενου ή εύκολου κωμικού μεγαλείου, του Γκαλιφιανάκις.

Μπορεί επίσης η παρουσία του δαιμόνιου, μικροσκοπικού κύριου Τσάου να είναι αρκετά μεγαλύτερη σε διάρκεια και πιο καταλυτική σε σημασία από ό,τι στο ξεκαρδιστικό… μέτρον άριστον πέρασμά του στο πρώτο φιλμ. Ουδεμία σχέση έχει, όμως, με τα εκνευριστικά, καταχρηστικά και υστερικά solo του στο «Hangover 2», και προκύπτει ως το ιδανικό αντίβαρο στον νεοφερμένο, βαρύ και ασήκωτο «κακό» του Γκούντμαν. Μπορεί τέλος, αυτή τη φορά, αντίθετα με τις προηγούμενες, όλα να ξεκινούν με ένα «οικογενειακό συμβούλιο» / παρέμβαση σωτηρίας του Άλαν και να καταλήγουν σε ένα hangover, αλλά όχι μόνο ξαναβρίσκουμε τους ανθρώπους μας, την παρέα μας, πιο προσιτούς και δεμένους από ποτέ, γινόμαστε και άρρηκτο κομμάτι της περισσότερο από ποτέ. Γιατί τώρα, το ξύπνημα μετά το ξεσάλωμα (όπου παρούσα είναι πλέον και η νύφη!) δε χρειάζεται περαιτέρω περιγραφές, ιστορίες και εξηγήσεις. Σα να ανταλλάσουμε βουβά, μόνο ως υπονοούμενο, ένα ξεκαρδιστικό inside joke, όλοι μας μπορούμε να υποθέσουμε με μεγάλη ακρίβεια τι συνέβη πριν και τι πρόκειται να συμβεί μετά και από αυτό το hangover…


MORE REVIEWS

INCEPTION

Ένας «ονειρο-κλέφτης», που αντλεί πληροφορίες από τα θύματά του ενώ κοιμούνται και κατόπιν τις πουλά στους πελάτες του έναντι αδράς αμοιβής, δέχεται την πρόκληση να αντιστρέψει τη συνήθη διαδικασία και να «φυτεύσει» μία ιδέα στο υποσυνείδητο ενός πολυεκατομμυριούχου CEO.

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΘΑ ΣΦΥΡΙΞΕΙ ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ

Ένας σερίφης θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια παλιά του Νέμεση, όταν ένας κακοποιός θελήσει να τον εκδικηθεί για όλα τα χρόνια που πέρασε στη φυλακή εξαιτίας του.

ΟΙ ΕΥΧΟΥΛΗΔΕΣ 2: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ

Η μόνιμα αισιόδοξη πριγκίπισσα Πόπι, ο ορθολογιστής Μπραντς και οι υπόλοιποι Ευχούληδες επιστρέφουν για ακόμη μία περιπέτεια που θα καθορίσει την ύπαρξή τους. Αυτή τη φορά, ο κίνδυνος έρχεται από μια άλλη φυλή... Ευχούληδων!

Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΩΝ

Τραπεζικός υπάλληλος σκαρφίζεται την τέλεια ληστεία ράβδων χρυσού και ολοκληρώνει το σχέδιό του με το παμπόνηρο κόλπο να μετατραπεί η λεία σε… souvenir πύργων του Άιφελ για τουρίστες, ώστε να τα εξαγάγουν εκ του ασφαλούς στη Γαλλία! Φυσικά, θα υπάρξουν ανατροπές.

ΓΑΤΑ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Σε εργατική πολυκατοικία του νότιου Λονδίνου αρχιτεκτόνισσα εκ Βουλγαρίας με μικρό παιδί και άνεργο αδελφό, η οποία έτσι κι αλλιώς τα φέρνει δύσκολα βόλτα, έχει ν’ αντιμετωπίσει μία αναγκαστική όσο και πανάκριβη κτηριακή ανακαίνιση, αλλά κυρίως την οργή των γειτόνων της για έναν γάτο που χάθηκε.

MR KLEIN

MR KLEIN

Τιτανοτεράστιε Γκαλιφιανάκις, τι έγιναν τα μεθύσια, οι ουσίες και τα χανγκόβερ; Δεν έχει πλάκα χωρίς αυτά. Χωρίς μαστούρα, δεν έχει χαβαλέ. Τρίτο και τέλος, μάγκες. Στο καλό. Για την καμηλοπάρδαλη τα χώνω τα 3, να ξέρετε.