FreeCinema

Follow us

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ GRAND BUDAPEST (2014)

(THE GRAND BUDAPEST HOTEL)

  • ΕΙΔΟΣ: Κομεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γουές Άντερσον
  • ΚΑΣΤ: Ρέιφ Φάινς, Τόνι Ρεβολόρι, Σίρσα Ρόναν, Γουίλεμ Νταφόου, Έντουαρντ Νόρτον, Τζουντ Λο
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 99’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Στις αρχές του ’30, ο Γκούσταβ Χ., ο θρυλικός concierge ενός από τα διασημότερα ξενοδοχεία της Ευρώπης, ζει τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής του για χάρη ενός πίνακα που αποκτά από σκανδαλώδη κληρονομιά, ενώ ο επερχόμενος πόλεμος ανατρέπει ακόμη περισσότερο τα σχέδιά του, πάντα στη συντροφιά ενός έμπιστου lobby boy.

Λίγες μέρες έχουν περάσει από την απονομή των Όσκαρ του 2014 και κάθομαι και σκέφτομαι πως ο Γουές Άντερσον δε θα δει ποτέ μια ταινία του να βραβεύεται ως η καλύτερη της χρονιάς από την Ακαδημία. Όταν γεράσει, όμως, θα του δώσουν ένα τιμητικό βραβείο. Για τη συνολική του προσφορά…

Ο Άντερσον αποτελεί ένα πραγματικά εκκεντρικό «είδος» σκηνοθέτη (αν όχι και ταινιών) από μόνος του. Είναι Τεξανός, όμως, το σινεμά του είναι… «αχαρτογράφητα» ευρωπαϊκό. Δεν ανατράφηκε από ευρωπαϊκά κινηματογραφικά Φεστιβάλ, ουδείς διεκδίκησε την κηδεμονία ή την προστασία του, ο ίδιος δεν το επεδίωξε για να επιβιώσει στη διεθνή αγορά των κινούμενων εικόνων. Αυτές οι τελευταίες είναι και το μεγάλο του χάρισμα. Ένα σύμπαν μοναδικής αισθητικής φόρμας, που βασίζεται σε μια «δικτατορία» του κάδρου και κάνει αμέτρητα homage σε οτιδήποτε retro ή vintage λατρεύει, αναπαράγοντάς το μέσα από δικές του σκηνογραφικές μονομανίες και παλέτες χρωμάτων.

Το «Ξενοδοχείο Grand Budapest» αναδεικνύεται ένα από τα πιο λαμπρά δείγματα της φιλμογραφίας του, ένα αποθεωτικά εικονοπλαστικό mash-up σινεφιλίας σε ποικιλία από format (widescreen, 1.37:1 και 1.85:1, ανάλογα με την περίοδο), που σε διεγείρουν στην όψη, σε λιγώνουν με το εικαστικό τους γλάσο και σε κάνουν να αισθάνεσαι… τύψεις, λες κι έχεις μπροστά σου μια τούρτα που θέλεις να καταβροχθίσεις, αλλά δεν τολμάς να κόψεις το παραμικρό κομμάτι της γιατί είναι ένα έργο Τέχνης! Κι ας πεινάς… Αυτό που θα δεις, όμως, θα σε γεμίσει τόσο, που μόνο με ηδονή θα μπορείς να το συγκρίνεις. Ακόμη κι αν, στην πραγματικότητα, είναι τόσο… κενό!

Η ψυχή τού «Grand Budapest» προσπαθεί να… σμικρύνει σε διαστάσεις κουκλόσπιτου την παλιομοδίτικη κινηματογραφική γλώσσα τού σινεμά του Ερνστ Λιούμπιτς, να αφηγηθεί αυτό το ιδιόρρυθμο μεγάλο «τίποτα» της πλοκής με τη σοφιστικέ φινέτσα της βιεννέζικης πένας τού Στέφαν Τσβάιχ, να σχολιάσει την αυτοκαταστροφική προίκα του ευρωπαϊκού πολιτισμού που ανακυκλώνεται γύρω από τον φασιστικό όλεθρο (πόσο ειρωνικά επίκαιρο!), να εξιτάρει με ρυθμούς καρτουνίστικους (ευδιάκριτα τα δείγματα stop-motion animation) όταν θέλει να υπερβεί το ρεαλιστικό και να κουρδίσει τις μελωδίες ενός music box από τον πάντοτε ιδανικά εγκλιματισμένο Αλεξάντρ Ντεσπλά. Είναι μια ταινία φυγής που επιδεικνύει το μεγάλο ταλέντο του σκηνοθέτη της, τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από αυτό.

Αρκετοί από τους «μονιμάδες» των ταινιών του Άντερσον παρελαύνουν και εδώ, ανάμεσα σε ένα απίστευτο σε συμμετοχές καστ, το οποίο μεταμορφώνεται με ακρίβεια σε φιγούρες που είμαι σίγουρος ότι ο δημιουργός έχει φανταστεί μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια προφοράς έως και αμφίεσής τους. Μονάχα ο Άντερσον και ο Τιμ Μπέρτον μπορούν να το κάνουν αυτό σήμερα. Ειλικρινά. Ο Ρέιφ Φάινς είναι απολαυστικός στον πρώτο ρόλο, δίνοντας ζωή σε έναν ήρωα που αποτελεί πρότυπο ηθικής, έστω κι αν πολλές φορές τα πιστεύω του βασίζονται σε δικούς του κανόνες, οι οποίοι σχετίζονται με πάλαι ποτέ ιδέες, νόμους και παραδόσεις, που όμως έχει «επανασχεδιάσει» επί του προσωπικού… συμφέροντος.

Σε μια εποχή ψηφιακού κανιβαλισμού των εικόνων, το «Grand Budapest» έρχεται να αποτίσει φόρο τιμής στο… εργόχειρο, την καλλιτεχνική έμπνευση και πράγματα που τείνουν να εξαφανιστούν από τον πολιτισμό μας. Δεν είναι μια νεκροφόρα του παρελθόντος. Είναι ένα νοσταλγικό trip που σέβεται με πολυτελή αλλά και αφελή τρόπο πράγματα που χάνονται, φεύγουν από τη ζωή και σβήνουν από τη μνήμη. Το φινάλε, μέσα σε ελάχιστα λεπτά, κρύβει μέσα του όση συγκίνηση δεν επέτρεπε να φανεί στα κάδρα του ο Άντερσον στην υπόλοιπη ταινία. Σε αφήνει να ανακαλύψεις και να κρυφοκοιτάξεις μέσα από μια χαραμάδα, στο εσωτερικό ενός παραμυθένιου κουκλόσπιτου, την ψυχή του ανθρώπου που εμπνεύστηκε αυτό το οικοδόμημα. Καμία σχέση με ακατοίκητο.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Εάν έχεις μια προηγούμενη εμπειρία από το έργο του Γουές Άντερσον, μπορείς να φανταστείς τι σημαίνει η υπόσχεση ότι θα βρεθείς μπροστά σε εικαστικό ντελίριο, σχεδόν πρωτόγνωρο ακόμη και για τον ίδιο! Οι φιγούρες της πληθώρας των χαρακτήρων, σε συνδυασμό με το τρελό καστ (τουλάχιστον 17 επώνυμοι ηθοποιοί από το παγκόσμιο σινεμά!), θα βοηθήσουν το πιο απαίδευτο κοινό να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του επί της οθόνης. Θα υπάρξουν και εκείνοι που θα πλήξουν, δε θα βρουν απολύτως κανένα σημείο ταύτισης, ούτε καν θα αρκεστούν στην ομορφιά των εικόνων. Είναι ζήτημα κουλτούρας και διάθεσης.


MORE REVIEWS

ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΛΗΣΕ

Δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας The New York Times αναλαμβάνουν το reportage που αποκάλυψε σωρεία καταγγελιών για σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση γυναικών από τον κινηματογραφικό παραγωγό Χάρβεϊ Γουάινστιν.

ΣΩΣΕ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μια ομάδα από ξωτικά - προστάτες των δέντρων θα κάνουν ό,τι περνά από τα μικροσκοπικά τους χέρια, προκειμένου να καταφέρουν να σώσουν το πάρκο της πόλης από τα σατανικά σχέδια του Δημάρχου, ο οποίος θέλει να το μετατρέψει σε… τεχνολογικό ανοσιούργημα!

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Κάπου στο βόρειο Δουβλίνο, η μητέρα της Σαρ εξαφανίζεται. Όταν τελικά επιστρέφει στο σπίτι, η Σαρ συνειδητοποιεί πως κάτι πάει… πολύ λάθος μ’ εκείνη.

DEVOTION: ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΑΙΘΕΡΩΝ

Οι πιλότοι του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού προετοιμάζονται ν’ αντιμετωπίσουν τον κόκκινο κίνδυνο, όποτε κι όπου αυτός εμφανιστεί! Το καλοκαίρι του 1950, λοιπόν, οι δυνάμεις της Βόρειας Κορέας περνούν τον 38ο παράλληλο... Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα.

ΛΑΪΛ, Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ

Νεοαφιχθείσα στη Νέα Υόρκη οικογένεια ανακαλύπτει στο πατάρι του σπιτιού της έναν… ολοζώντανο κροκόδειλο! Ο Λάιλ δεν είναι ένα συνηθισμένο ερπετό, καθώς έχει την ικανότητα να τραγουδά με χάρη που θα ζήλευαν και τα πρώτα αστέρια του πενταγράμμου. Μπορεί, όμως, ένας κροκόδειλος να ζήσει ως κατοικίδιο τη σήμερον ημέρα;