FreeCinema

Follow us

DESTROYER (2018)

  • ΕΙΔΟΣ: Αστυνομικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Καρίν Κουσάμα
  • ΚΑΣΤ: Νικόλ Κίντμαν, Τόμπι Κέμπελ, Τατιάνα Μασλάνι, Σεμπάστιαν Σταν, Μπράντλεϊ Γουίτφορντ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 120'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Τα φαντάσματα του διαταραγμένου παρελθόντος μιας ντετέκτιβ της αστυνομίας του Λος Άντζελες επιστρέφουν, 16 χρόνια μετά, για μια τελική αναμέτρηση που απειλεί να εξοντώσει και τις δύο πλευρές.

16 χρόνια πριν, η ντετέκτιβ Έριν Μπελ είχε εισχωρήσει σε μια επικίνδυνη συμμορία, μαζί με έναν γοητευτικό συνάδελφο. Έπειτα από μια αποτυχημένη και με καταστροφικά αποτελέσματα ληστεία, η Έριν ξεφεύγει και συνεχίζει την αστυνομική της καριέρα, με τον αντίκτυπο της ιστορίας βαθιά χαραγμένο επάνω της, ψυχικά και σωματικά. Η υπόθεση της ταινίας εξελίσσεται ουσιαστικά μέσα σε ένα 24ωρο, όταν η Έριν λαμβάνει ένα μήνυμα από τον αδίστακτο αρχηγό εκείνης της συμμορίας, και το τραυματικό παρελθόν αναβιώνει.

Με έξυπνη χρήση του μοντάζ, η σκηνοθέτις Καρίν Κουσάμα αναπτύσσει «κρυπτικά», αλλά και χειραγωγεί αρκετά επιτυχημένα την αφήγηση του τωρινού 24ώρου δράσης και των flashback που, σαν κομμάτια από puzzle, ενώνουν σταδιακά την ιστορία της Έριν και συνδέουν χρονικά τις δύο εποχές, με αναπάντεχα τελικά συμπεράσματα. Κατά τα άλλα, και αφαιρώντας αυτές τις πονηρές διαστρεβλώσεις, το σεναριακό μοτίβο είναι σύνηθες και χιλιοειδωμένο σε αυτό το σύγχρονο υπο-είδος τού «βρώμικου» νεο-νουάρ, αυτού του κατάμαυρου ύφους αφήγησης που πλέον συναντάται συχνότερα σε καταξιωμένες τηλεοπτικές σειρές σαν το «True Detective» και το «Tin Star». Στην προκειμένη, με έκβαση που λησμονείς γρήγορα, καθώς δεν γλιτώνει από τη συχνή χρήση των πλέον εύκολων κλισέ, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες «πρωτοτυπίας» (που έτσι κι αλλιώς έχουμε ξαναδεί σε σαφώς ανώτερες ταινίες, όπως το «Συνήθεις Ύποπτοι»). Αυτό το «υψηλής τηλεοπτικής αισθητικής» χαρακτηριστικό, άλλωστε, δικαιολογείται (και) από το γεγονός πως η Κουσάμα έγινε ευρύτερα γνωστή σκηνοθετώντας επεισόδια πολυβραβευμένων σειρών, όπως το «Masters of Sex» και το «Billions».

Έτσι, ο μόνος αληθινός άσος στο μανίκι αυτής της περιορισμένα φιλόδοξης παραγωγής είναι η πρωταγωνίστριά της. Η Νικόλ Κίντμαν «ασχημαίνει» με τον κάθε δυνατό τρόπο ως Έριν, κι ενώ οι περισσότεροι στέκονται στην εξωτερική, φυσιογνωμική αλλαγή (ηρεμήστε παιδιά, μια ψεύτικη μύτη και μια έξυπνη χρήση του μακιγιάζ ώστε να φαίνεται «χωρίς μακιγιάζ» είναι), η βαθιά ψυχική διαταραχή της αντι-ηρωίδας της είναι που κάνει την επιλογή του ρόλου σχεδόν πρωτόγνωρη για την ηθοποιό (αν και έχει παίξει αρκετούς διαταραγμένους χαρακτήρες στην καριέρα της). Η Έριν είναι μια κινούμενη νεκρή, μια γυναίκα που ζει με ψυχικά τραύματα κι ενοχές τόσο βαθιά ριζωμένα μέσα της ώστε αποξενώνει εχθρικά τους πάντες γύρω της, μεταξύ αυτών και την έφηβη κόρη της. Το τραυματικό παρελθόν την έχει καθορίσει τόσο ολοκληρωτικά ώστε να μην έχει ουσιαστική ζωή στο σήμερα, μέχρι τη στιγμή που εκείνο θα την προσκαλέσει σε μια τελευταία «μονομαχία». Η Κίντμαν εδώ αναλαμβάνει ατρόμητα έναν κεντρικό ρόλο που σε άλλες εποχές θα δινόταν αποκλειστικά σε αρσενικό πρωταγωνιστή, και αποδίδει άκρως επιτυχημένα τη διχαστική του ποιότητα: η Έριν δεν είναι συμπαθής χαρακτήρας και δεν αποζητά ούτε στιγμή τον οίκτο κανενός. Ωστόσο, κερδίζει τον σεβασμό και την εκτίμηση που άλλοτε θα δίναμε ως κοινό σε έναν θαρραλέο, έστω και ψυχικά «ελαττωματικό» καουμπόι ή σε έναν action hero περασμένων δεκαετιών που αποζητούσε εκδίκηση ή/και λύτρωση από κάποιες παλιές αμαρτίες.

Η Κουσάμα αποδεικνύει πως έχει θαρραλέα ματιά, με αρκετές ενδιαφέρουσες ιδέες και ικανότητες, τις οποίες όμως δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει στο έπακρο, τουλάχιστον στην περιορισμένη έως τώρα κινηματογραφική της καριέρα, ενώ το μέτριας έμπνευσης σενάριο των Φιλ Χέι και Ματ Μανφρέντι δεν τη βοηθά να αναγάγει την ταινία σε κάτι αληθινά αξιομνημόνευτο. Παρ’ όλα αυτά, η επιτυχημένη σκηνοθετική καθοδήγηση της superstar που κατάφερε να έχει στον κεντρικό ρόλο κάπως αντισταθμίζει τις λοιπές, αρκετές αδυναμίες, κάνοντας το «Destroyer» μια αξιοπρεπή αν και όχι αξέχαστη κινηματογραφική επιλογή.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Δύσκολη ταινία στη θέασή της, λόγω της γενικευμένης και αδιάκοπης «μαυρίλας», χωρίς ίχνος ανακουφιστικού χιούμορ ή έστω κάποιου συμπαθούς χαρακτήρα. Αν είσαι fan της Νικόλ Κίντμαν, θα αποζημιωθείς από την επιβλητική της ερμηνεία.


MORE REVIEWS

DIGGER

Ο Νικήτας έχει βγάλει διαζύγιο με την υπόλοιπη κοινωνία και ζει σαν ερημίτης σ’ ένα χαμόσπιτο, στη καρδιά ενός δάσους στη Βόρεια Ελλάδα. Ο ερχομός της «ανάπτυξης» απειλεί τη γη του, μα περισσότερο δύσκολη θα είναι η διαχείριση του ενήλικα (πλέον) γιου του, ο οποίος επιστρέφει μετά από απουσία είκοσι ετών για να ζητήσει το μερίδιό του με δικαιώματα κληρονόμου.

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ

Ο Στίβεν είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ζει ευτυχισμένος με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους, μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει την Άννα, μία μαθήτριά του από την Αυστρία, φίλη ενός αριστοκρατικής καταγωγής σπουδαστή. Ο ευκατάστατος οικονομικά, ευυπόληπτος κοινωνικά και τακτοποιημένος οικογενειακά Στίβεν, αισθάνεται έλξη για τη νεαρή κοπέλα, αλλά δεν έχει ούτε τη φυσική ούτε την ηθική δύναμη ν’ αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας σχέσης μαζί της.

ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ ΔΗΜΑΡΧΕ!

Δήμαρχος άσσος της ρεμούλας τοποθετεί στη θέση του τη σύζυγό του, μέχρι τουλάχιστον να περάσει η μπόρα των αποκαλύψεων που μετά βεβαιότητος θα τον φέρουν σε δύσκολη θέση έναντι του Νόμου. Μήπως, όμως, ισχύει και για τους Δημάρχους το ουδέν μονιμότερον του προσωρινού;

ΓΙΑΛΝΤΑ: Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ

Νεαρή γυναίκα, καταδικασμένη σε θάνατο για τη δολοφονία του συζύγου της, έχει μια τελευταία ευκαιρία να σώσει το κεφάλι της. Το μόνο που έχει να κάνει είναι να πείσει πως αξίζει τη συγχώρεση… των τηλεθεατών και της κόρης του θύματος σε «δικαστήριο» δημοφιλούς reality show!

ΣΤΗ ΖΑΛΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

O σαιξπηρικός μύθος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας επιβιβάζεται σε πολύχρωμο roller coaster της Στοκχόλμης, μετατρέποντάς τον σε pop παραμύθι απαγορευμένου έρωτα. Η σκανδιναβική «απάντηση» στον… Μπαζ Λούρμαν;