FreeCinema

Follow us

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ: ARGO (2012)

(ARGO)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Περιπέτεια
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπεν Άφλεκ
  • ΚΑΣΤ: Μπεν Άφλεκ, Μπράιαν Κράνστον, Άλαν Άρκιν, Τζον Γκούντμαν, Βίκτορ Γκάρμπερ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 120’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: VILLAGE FILMS

Μυθιστορηματική προσέγγιση της πραγματικής, ευφάνταστα… σινεφίλ, μυστικής αποστολής της CIA να φυγαδεύσει έξι Αμερικανούς διπλωμάτες (ως συνεργείο ταινίας επιστημονικής φαντασίας!) από το εκρηκτικά επαναστατημένο Ιράν στις αρχές των 80’s.

Αληθινή ιστορία, από εκείνες στις οποίες το Χόλιγουντ και τα Όσκαρ αδυνατούν να αντισταθούν, το «Argo» (όπως εξάλλου και οι… ομοϊδεάτες του, λοιποί φετινοί οσκαρικοί παίχτες, «Lincoln», «Dark Zero Thirty», «Hitchcock» και «The Sessions»), όταν το είχα ακόμα μόνο ακουστά, δε μου γέμιζε το μάτι. Βλέπεις, είμαι από εκείνους που αγαπούν ανεπιφύλακτα το σινεμά ως έκφραση φαντασίας και όχι ως παρεπόμενο της ιστοριογραφίας ή της ειδησεογραφίας. Με άλλα λόγια, όπως είχε γράψει κάποτε και ο Γιώργος Τζιώτζιος για το «True Lies» του Τζέιμς Κάμερον, προτιμώ, πάντα, τα «Αληθινά Ψέματα» κάποιων μεγάλων οραματιστών της 7ης Τέχνης, παρά τις ψεύτικες αλήθειες κάποιων άλλων – επί και εκτός οθόνης – δημαγωγών.

Αν συνυπολογίσεις και το γεγονός ότι ο Άφλεκ ακόμα να με πείσει είτε ως ηθοποιός, είτε ως σκηνοθέτης, καταλαβαίνεις πως αυτό, το τελευταίο του πόνημα, με βρήκε πολύ αυστηρή απέναντί του. Κατάφερε όμως – τι ευχάριστη έκπληξη! – να με κερδίσει από τα πρώτα λεπτά του. Εκεί, στην εισαγωγή του, όπου ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής του κάνει ήδη προφανή την πρόθεσή του να θέσει την πραγματικότητα στην υπηρεσία του σινεμά, με μια ευφάνταστη δημιουργική επιλογή, αντιστρόφως ανάλογη από εκείνη της βιτρίνας της μυστικής αποστολής που αφηγείται. Εκεί, αμέσως μετά τους λιγοστούς τίτλους αρχής, όπου η Ιστορία του Ιράν, πριν από τη μοιραία κατάλυση της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Τεχεράνη, στις 4 Νοεμβρίου του 1979, κατατίθεται ως storyboards / παρουσίαση μιας (υπό κατασκευή) ταινίας.

Συνδυάζοντας αρχειακά ειδησεογραφικά video και φωτογραφίες με ταιριαστά καρέ από τα storyboards μιας ταινίας επιστημονικής φαντασίας (του «Argo», συνειδητοποιείς αργότερα, το οποίο υποτίθεται ότι πρόκειται να γυριστεί στο Ιράν με τη συμμετοχή των έξι, καταζητούμενων, Αμερικανών διπλωματών) και μια ψύχραιμη, απαθή αφήγηση / περιγραφή, ο Άφλεκ ξεμπροστιάζει, εμμέσως πλην σαφώς, την χωρίς ίχνος ανθρωπιάς ή προοπτικής, εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ (ειδικά) και της Δύσης (γενικά). Χωρίς διδακτικές κορώνες, φόβο ή πάθος, ούτε, όμως, κριτική διάθεση ή ξεκάθαρη άποψη (αυτές αφήνονται στην ευχέρεια του κάθε θεατή ξεχωριστά), τα διεθνή πολιτικά παιχνίδια αποκαλύπτονται και φαντάζουν πιο εξωφρενικά και απάνθρωπα από τις… από το έξω διάστημα δολοπλοκίες και τους κακούς ενός κινηματογραφικού παραμυθιού.

Όταν, με την ολοκλήρωση της εισαγωγής του, το «Argo» αλλάζει ταχύτητα, για να γίνει μάρτυρας της εισβολής στην Πρεσβεία, της απόδρασης των έξι από αυτή και της προσωρινής προσφυγής τους στο σπίτι του Καναδού πρέσβη, ίσα που προλαβαίνεις να ανησυχήσεις πως τελικά θα δεις μια ακόμα α λα Χόλιγουντ, ασφαλή εκδοχή μιας πραγματικής ιστορίας. Η αναπαράσταση της εποχής σε κάθε λεπτομέρεια των σκηνικών, κοστουμιών, μακιγιάζ και μαλλιών είναι κάτι παραπάνω από εύστοχη, ενώ τα όποια υπονοούμενα πολιτικών ανησυχιών της αρχής ελάχιστα ίχνη αφήνουν πλέον και ποτέ σε πρώτο πλάνο. Ώσπου ένας μάλλον δευτεροκλασάτος πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, ο Τόνι Μέντεζ (Άφλεκ), σκαρφίζεται την πιο «καλή κακή ιδέα» διάσωσης των καταζητούμενων, στο παιχνίδι μπαίνει ένας (από κάθε άποψη) πληθωρικός μακιγιέρ (Γκούντμαν) και ένας ρεαλιστής κινηματογραφικός παραγωγός (Άρκιν), η τέχνη της κατασκοπείας μπλέκεται με την τέχνη του σινεμά και τα δεδομένα ανατρέπονται.

Φλερτάροντας καίρια με κάθε πιθανό (ανάλογα με το θέμα του) ή απίθανο κινηματογραφικό είδος, από το πολιτικό – ιστορικό δράμα εποχής και χαρακτήρων και το buddy movie (στην ακαταμάχητα απολαυστική σχέση των ατακαδόρων Λέστερ Σίγκελ / Άρκιν και Τζον Τσέιμπερς / Γκούντμαν) μέχρι την κωμωδία καταστάσεων (στη σικέ συνέντευξη τύπου του «Argo») και το κατασκοπευτικό θρίλερ, η αφήγηση ξεφεύγει από τη σοβαροφανή πεπατημένη, προσφέροντας απλόχερα καθαρόαιμη, ζουμερή και απενοχοποιημένη κινηματογραφική διασκέδαση. Τι κι αν ο Άφλεκ – υπόκωφος στην πρόθεση, επίπεδος στο αποτέλεσμα – ως Μέντεζ ακόμα να πείσει για το ερμηνευτικό του σθένος. Είναι περιστοιχισμένος από τόσο φωτισμένους καρατερίστες ηθοποιούς (πλην των Άρκιν και Γκούντμαν που κλέβουν θριαμβευτικά την παράσταση, δεν αποκλείεται επίσης να φας κόλλημα με τον Κράνστον στο ρόλο του ντόμπρου προϊσταμένου του Μέντεζ, Ο’ Ντόνελ, τον Σκουτ ΜακΝέρι ως τον πιο «δειλό», αλλά τελικά πιο ετοιμόλογο από τους φυγάδες διπλωμάτες, Τζο Στάφορντ, τον αγαπημένο Βίκτορ Γκάρμπερ του «Alias» και του «Τιτανικού» να ενσαρκώνει με σγουρό μαλλί και ακούραστη, ατρόμητη αισιοδοξία τον Καναδό πρέσβη, ή τον Κάιλ – «Super 8» – Τσάντλερ ως ένα από τα κωμικοτραγικά ασήμαντα και όμως πανίσχυρα στη σκακιέρα των αποφάσεων, ανδρείκελα / συμβούλους του Αμερικανού Προέδρου), που τον προσπερνάς χωρίς κόστος.

Τι κι αν το τελευταίο σκέλος της διάσωσης, στο αεροδρόμιο, προκύπτει αδιάντροπα (έως εκβιαστικά) μυθοπλαστικό. Ενορχηστρώνει τόσο δεξιοτεχνικά τους κώδικες του σασπένς (με ένα καθηλωτικό παράλληλο μοντάζ, που τρέχει πέρα δώθε μεταξύ του Μέντεζ και των έξι διπλωμάτων να προσπαθούν να προλάβουν την πτήση τους, πείθοντας τις αρχές του αεροδρομίου ως μέλη κινηματογραφικού συνεργείου, των Σίγκελ και Τσέιμπερς να προσπαθούν να επιστρέψουν στα γραφεία της υποτιθέμενης εταιρείας παραγωγής του «Argo» για να επιβεβαιώσουν τις ψεύτικες ταυτότητες των παραπάνω, του Ο’Ντόνελ να παρακούει εντολές για να επανεκκινήσει την ύστατη ώρα ακυρωμένη από τον Πρόεδρο αποστολή, και των λειτουργών του Πύργου Ελέγχου να συνεχίζουν ατάραχοι, ανυποψίαστοι τη δουλειά τους) που αντανακλαστικά, ακούσια, γαντζώνεσαι από όπου βρεις και ξεχνάς να πάρεις ανάσα (ανακούφισης) μέχρι την έκβασή του.

Κάπως έτσι η πραγματικότητα γίνεται αληθινό σινεμά, που λέει ψέματα όχι για να κρύψει, αλλά για να αποκαλύψει την αλήθεια, σε όσους δεν αρκεί η – ακόμα και ιδανική – κινηματογραφική διασκέδαση. Την αλήθεια, που αμφισβητεί τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή, αντιστρέφοντας τον κανόνα που θέλει τη δε είδωλο στον καθρέφτη της μεν. Την αλήθεια, που λέει πως η Ιστορία, όπως και το σινεμά, γράφεται σχεδόν τυχαία, από αφανείς, πεισματάρηδες στα πιστεύω τους, πέρα για πέρα ατελείς (αντι)ήρωες και (αντί)σταρ, που κάπου, κάπως, κάποτε πέτυχαν τον τέλειο συγχρονισμό των δυνάμεων και των αδυναμιών τους. Την αλήθεια, που όμως… στουκάρει άτσαλα στο ουρανοκατέβατο happy end – σκέτη αμερικανιά (με τη χειρότερη δυνατή έννοια) του φιλμ. Εκεί, στην είσοδο του άσπρου σπιτιού με την αμερικανική σημαία, όπου ο διαζευγμένος Μέντεζ ξανασμίγει ανώδυνα με τη γυναίκα (που δεν έχουμε ξαναδεί ή ακούσει) και το γιο του, τον οποίο βάζει για ύπνο στο γεμάτο κινηματογραφικές αφίσες και παιχνίδια δωμάτιό του. Τόσο ταχτοποιημένα, αψυχολόγητα και αναίτια, συμπερασματικά αληθινά ψέματα ούτε ο Σπίλμπεργκ δε διανοείται…

Ο Μπεν Άφλεκ είναι ένας μέτριος ηθοποιός που τα τελευταία χρόνια έχει αποφασίσει να ασχοληθεί και με τη σκηνοθεσία, κατά κάποιον τρόπο ζορίζοντας τον εαυτό του σε διαφόρων τύπων δράματα (γιατί έχει μεγαλώσει στο Χόλιγουντ και ξέρει, πρωτίστως, τους συναδέλφους του). Οι ηθοποιοί που γίνονται σκηνοθέτες στα μέρη εκείνα έχουν μια πολύ συγκεκριμένη ονείρωξη – επιθυμία: βλέπουν τον εαυτό τους να κρατάει ένα Όσκαρ. Είδαν μέχρι και το Μελ Γκίμπσον ή τον Κέβιν Κόστνερ να το καταφέρνουν!

Ο Άφλεκ είναι ο Γουόρεν Μπέιτι του σήμερα. Είναι ο νάρκισσος πρωταγωνιστής που φλερτάρει με το δραματικό, με το πολιτικό και το «βασισμένο σε αληθινή ιστορία». Στην τρίτη του απόπειρα, με το «Argo», τα κάνει όλα και… συμφέρει! Ξεκινά με ό,τι πιο συναρπαστικό έχει να δείξει, για να θολώσει τη σκέψη σου και να σε κάνει να απορείς για το πως είναι δυνατόν να παρακολουθείς μια ταινία που σκηνοθέτησε ένας μέτριος ηθοποιός! Το εισαγωγικό flashback στην Ιστορία του Ιράν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα σε συνδυασμό με την ανάμειξη που είχαν οι ΗΠΑ στα εσωτερικά της χώρας είναι υποδειγματικό. Το ίδιο και ο τρόπος με τον οποίο το ενσωματώνει στη φιλμική δράση μέχρι το πρώτο τέρμινό της στα τέλη του ’70, όπου μπλέκει πλάνα επικαίρων της εποχής με τη μυθοπλασία, για να προσδώσει ένα ύφος ντοκουμέντου. Όχι, όλα αυτά δεν τα περίμενες από τον Άφλεκ. Σκηνή με σκηνή, όμως, προσγειώνεσαι. Σε κάτι προσιτά χολιγουντιανό και απλοϊκό. Αλίμονο…

Το «Argo» κινείται σε δύο άξονες. Τους έξι εγκλωβισμένους της Πρεσβείας των ΗΠΑ στην Τεχεράνη, οι οποίοι έχουν φυγαδευτεί προσωρινά στην αντίστοιχη του Καναδά και δεν ξέρουν πώς θα εγκαταλείψουν τη χώρα… ζωντανοί, και στην Αμερική της CIA που πρέπει να στήσει μια αναίμακτη μυστική αποστολή διάσωσης… με το ζόρι, αφού στην πραγματικότητα οι ανθρώπινες απώλειες «υπέρ πατρίδος» είναι καθημερινή υπόθεση, άψυχη και γραφειοκρατική. Το twist της ιστορίας αφορά την εμπλοκή του Χόλιγουντ, με το σενάριο που θέλει συνεργείο κινηματογραφικό, πλαστής ταινίας επιστημονικής φαντασίας, να πηγαίνει εκεί για location scouting, επιστρέφοντας με τους έξι ατυχείς Αμερικανούς. Το παρασκήνιο αυτής της μπλόφας, που εξελίσσεται χωρίς την απόλυτη έγκριση της CIA, είναι το πιο διασκεδαστικό και πετυχημένο κομμάτι του φιλμ, που ασκεί αυστηρότερη κριτική ειρωνευόμενο τη βιομηχανία του θεάματος απ’ ότι στοχοποιώντας την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ για τις ευθύνες της.

Ενώ το έργο τσουλάει ικανοποιητικά, σε αρκετά σημεία με ένα παράλληλο μοντάζ που δε σου αφήνει πολλά περιθώρια σκέψης, μπορείς σίγουρα να συνειδητοποιήσεις ότι ο Άφλεκ έχει ξεχάσει το δεύτερο βασικότερο στοιχείο που έπρεπε να συνοδεύει την πλοκή: τους ανθρώπους! Οι έξι χαρακτήρες, για τους οποίους πρέπει να νοιαστούμε και να τους δούμε να διαφεύγουν με ασφαλή τρόπο, παραμένουν ως το τέλος της ταινίας ένα τσούρμο απρόσωπων κομπάρσων! Μαθαίνουμε γι’ αυτούς κάτι βασικά από ένα γρήγορο προφίλ. Και μόνο. Μετά από αυτό, παραμένουν απλές φιγούρες, δήθεν τραγικές μορφές, που το σενάριο δεν τολμά να αγγίξει και ο φακός του Άφλεκ να δοκιμάσει να «δει» πιο βαθιά (εδώ τονίζεται και η αδυναμία του σκηνοθέτη απέναντι στο έμψυχο υλικό του…). Με λόγια απλά, αυτοί οι ήρωες δε συγκινούν ποτέ. Γιατί δεν τους γνωρίζεις ουσιαστικά – και ούτε πρόκειται να τους μάθεις ποτέ. Το ίδιο ισχύει ακόμη και για το χαρακτήρα του Τόνι Μέντεζ. Γιατί «μάχεται» γι’ αυτούς τους ανθρώπους, με κίνδυνο τη ζωή του; Γιατί είναι η δουλειά του; Μα, ούτε καν σε αυτήν δεν υπακούει! Είναι ένας υπέροχος άνθρωπος, ένας αγνός αλτρουιστής; Και γιατί, τότε, βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του και η προσωπική του ζωή είναι ένα τίποτα; Μας ενδιαφέρει που στο τέλος θα βρει την πόρτα του σπιτιού του ανοιχτή, για να επιστρέψει στην οικογένειά του; Πότε έγινε πάλι αυτό και δεν το πήραμε χαμπάρι; Αρκεί το να γίνεις ήρωας για την Αμερική, για να σου συγχωρεθούν όλα; Σε ένα χολιγουντιανό σενάριο, ίσως…

Η κατιούσα του «Argo», δυστυχώς, παίρνει μπάλα και την κλιμάκωση της απόδρασης, με μια μακρόσυρτη σεκάνς που αποδεικνύει ξανά τους μέτριους χειρισμούς του Άφλεκ ως σκηνοθέτη. Το σασπένς απουσιάζει (ακόμη κι αν δε γνωρίζεις κάτι παραπάνω για τη μοίρα αυτών των ηρώων) και το μοντάζ δεν είναι αρκετό για να συμπληρώσει τις ελλείψεις (πόσο ειρωνικό, όταν ένα από τα στοιχεία του «παίζουν» σε αυτό το κομμάτι είναι και μερικά storyboards από το φιλμ «βιτρίνα»…). Όποιος πει ότι αγχώθηκε εδώ, μάλλον δεν έχει ξαναδεί το «Εξπρές του Μεσονυκτίου» (1978) αρκετά πρόσφατα. Και μιλώντας περί 70’s, με λίγα ανόητα κουρέματα κι ένα τυπικό βεστιάριο δε στήνεις ταινία περιόδου!

Θα έκανα τα στραβά μάτια για το «Argo» αν το αντιμετωπίζαμε – βλέπαμε μονάχα σαν μια ανάλαφρη περιπέτεια που σκοπό έχει να διασκεδάσει και να ξεχαστεί μετά από δύο ώρες. Αυτό το καταφέρνει. Ο Άφλεκ, όμως, παραμένει πάντοτε ένας φιλόδοξος «δημιουργός», που πρέπει να οδηγήσει το έργο του μέχρι την επίτευξη των στόχων του: της χειραγώγησης του μέσου Αμερικανού θεατή και των οσκαρικών βλέψεων. Το φινάλε, λοιπόν, πρέπει να περιλαμβάνει την αμερικανική σημαία σε θέση «κλειδί», αλλά και να κλείσει το μάτι στα μέλη της Ακαδημίας, δίνοντας την εντύπωση ότι το Χόλιγουντ μπορεί να μετατραπεί από τη μια στιγμή στην άλλη και σε… real life super-heroes, που, κατόπιν, θα γίνουν οι iconic «προστάτες» των επόμενων γενιών, σε μορφή… merchandising (προσέξτε το διάκοσμο του δωματίου του γιου του Μέντεζ). Ναι, αν το «Argo» καταλήξει να είναι το φετινό Όσκαρ καλύτερης ταινίας, δε θα εκπλαγώ καθόλου.


MORE REVIEWS

ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΟΛΛΙΝΙ

Ένας νεαρός δικηγόρος αναλαμβάνει την πρώτη μεγάλη υπόθεση της καριέρας του, μία φαινομενικά ξεκάθαρη δολοφονία υψηλά ιστάμενου επιχειρηματία στη Γερμανία. Όσο περισσότερο «σκαλίζει» τη δικογραφία, όμως, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται πως το έγκλημα αυτό κρύβει πίσω του μυστικά… πολλών δεκαετιών.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Ληστής καταδιωκόμενος από την αστυνομία, θάβει τη λεία της τελευταίας του δουλειάς σε απομονωμένο λόφο, στη μέση του πουθενά της μαροκινής ερήμου. Όταν μετά την αποφυλάκισή του επιστρέφει εκεί, αντικρίζει στη θέση του τάφου που είχε σκάψει… μαυσωλείο προς τιμήν του θαυματουργού «Αγνώστου Αγίου». Θα γίνει το θαύμα που επιθυμεί;

ΕΛΑ ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ

Ο 8χρονος Όλιβερ πάσχει από αυτισμό και η επικοινωνία του με τον έξω κόσμο εξαρτάται κυρίως από κινητά και tablets τα οποία χρησιμοποιεί για να «μιλήσει», είτε στο σπίτι, είτε στο σχολείο. Σε μία από αυτές τις συσκευές θα κάνει την εμφάνισή του ο Λάρι, ένα μοναχικό τέρας που τον παρακολουθεί από την άλλη πλευρά των γήινων οθονών και θέλει να γίνουν «φίλοι», ώστε να τον τραβήξει στη δική του διάσταση.

Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ένα νεαρό ζευγάρι θα έρθει αντιμέτωπο με τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, όταν λίγο μετά τη γέννηση της κόρης του περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση. Η οικογενειακή γαλήνη θα δοκιμαστεί και από την αναπάντεχη έλευση του πρόσφατα αποφυλακισθέντος παππού.

ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ ΜΕ ΤΗ ΓΑΤΑ 3

Αρκετά χρόνια μετά την «Μεγάλη Συμφωνία», όπου οι σκύλοι και οι γάτες δημιούργησαν μαζί ένα σύστημα το οποίο διατηρεί την αρμονική και ειρηνική τους συμβίωση, μια ομάδα άλλων κατοικίδιων, ξεχασμένων σ’ ένα pet shop, απειλεί να καταστρέψει τα πάντα.