FreeCinema

Follow us

Ο ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (2018)

(A PRIVATE WAR)

  • ΕΙΔΟΣ: Βιογραφικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάθιου Χάινεμαν
  • ΚΑΣΤ: Ρόζαμουντ Πάικ, Τζέιμι Ντόρναν, Τομ Χολάντερ, Στάνλεϊ Τούτσι, Φέι Μάρσεϊ, Γκρεγκ Γουάιζ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 110'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής της Αμερικανίδας δημοσιογράφου Μαρί Κόλβιν, η οποία εργαζόταν επί σειρά ετών ως πολεμική ανταποκρίτρια για τους Sunday Times. Ο βομβαρδισμός της πόλης Χομς κατά τον Συριακό Εμφύλιο ήταν το τελευταίο της reportage. Βασισμένο (φυσικά) σε αληθινά γεγονότα.

Στο βραβευμένο του ντοκιμαντέρ «City of Ghosts» (2017) ο Αμερικανός σκηνοθέτης Μάθιου Χάινεμαν ασχολήθηκε με την ανεξάρτητη δημοσιογραφική κολεκτίβα «Raqqa is Being Slaugthered Silently» στην εμπόλεμη Συρία, καταγράφοντας τον δύσκολο αγώνα μιας χούφτας ανθρώπων να προσφέρουν έντιμη ενημέρωση. Στο ντεμπούτο του στις ταινίες μυθοπλασίας παραμένει στα ίδια περίπου μήκη κύματος, καθώς δραματοποιεί την τελευταία περίοδο της ζωής της πολεμικής ανταποκρίτριας Μαρί Κόλβιν, οριοθετώντας τη δράση της από την κάλυψη του εμφυλίου της Σρι Λάνκα στις αρχές του 2000, μέχρι τον θάνατό της κατά την πολιορκία της Χομς τον Φεβρουάριο του 2012.

Από τα χαλάσματα της κατεστραμμένης από τις βόμβες πόλης της Συρίας ξεκινά η αφήγηση, για να πάει αμέσως μερικά χρόνια πίσω, συστήνοντας την ατρόμητη δημοσιογράφο Κόλβιν μέσω των αποστολών της στα πολεμικά μέτωπα ανά τον κόσμο, καθώς το σχετικό reportage έμοιαζε να είναι η ίδια η ζωή της. Από τις ζούγκλες της Σρι Λάνκα, εκεί όπου ουδείς δυτικός ανταποκριτής είχε πατήσει το πόδι του, και τον τραυματισμό από οβίδα που της κόστισε το ένα της μάτι, έπειτα στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, μετά στη Λιβύη και στο φινάλε στη Συρία, παρακολουθούμε κυριολεκτικά σε αντίστροφη μέτρηση περιόδων τις περιπέτειες της Κόλβιν, κατά κανόνα μέσα στις φλόγες της μάχης, παράλληλα με την τιτάνια προσπάθειά της για έγκυρη ενημέρωση.

Το πρόβλημα της ταινίας του Χάινεμαν εντοπίζεται κύρια στο σενάριο του Άρας Αμέλ, που ναι μεν είναι καλύτερο από εκείνο της προηγούμενης βιογραφίας που είχε αναλάβει («Γκρέις του Μονακό», χωρίς περαιτέρω σχόλια…), δεν παύει όμως να είναι εντελώς αποσπασματικό, επιλέγοντας (ακόμα χειρότερα) έναν μονότονα αφελή διδακτισμό περί των τραγικών συνεπειών του πολέμου. Οι αιτίες των συγκρούσεων αυτών ουδέποτε εξερευνούνται, αφού το στόρι επιμένει σε μια εξολοκλήρου ανθρωποκεντρική ματιά που στόχο έχει μόνο να συγκινήσει (ο μαζικός τάφος στο Ιράκ, τα νεκρά παιδιά στη Συρία), χωρίς στο τέλος να καταφέρνει ούτε αυτό, καθώς είναι αδύνατον για τον θεατή να νιώσει στ’ αλήθεια τον πόνο κάποιου από τους χαροκαμένους επιζώντες με τον τρόπο που η δράση μεταφέρεται από χώρα σε χώρα. Όταν, δε, επιχειρείται να δοθεί η πολιτική διάσταση της εξέγερσης του λαού της Λιβύης, μέσω της συνομιλίας της Κόλβιν με τον Μουαμάρ Καντάφι στην περίφημη τέντα του, η καρικατούρα του τελευταίου που επαναλαμβάνει συνεχώς «Αλ Κάιντα» οδηγεί την όλη σκηνή σε τραγέλαφο, που εμένα τουλάχιστον μου θύμισε από τη μία την αλήστου μνήμης συνέντευξη του Λίβυου δικτάτορα στη… Δήμητρα Λιάνη για λογαριασμό του STAR Channel πριν από αρκετά χρόνια, ενώ από την άλλη πείστηκα για το… ορθόν της απουσίας περαιτέρω πολιτικής ανάλυσης από τα διάφορα μέτωπα.

Η τάση ηρωοποίησης της Κόλβιν εμπίπτει (θεωρώ) σε καθαρά μυθοπλαστικούς λόγους, αφού είναι σύνηθες για το Χόλιγουντ να παρουσιάζει έτσι τους άμεμπτους δημοσιογράφους. Πλην όμως σε ταινίες όπως το «The Post: Απαγορευμένα Μυστικά» (2107) και το «Spotlight. Όλα στο Φως» (2015) – για να μείνουμε μόνο στις πρόσφατες – η δημοσιογραφική έρευνα παρουσιάζεται ενδελεχώς, με ταυτόχρονη αναζήτηση του ηθικού και του ανήθικου, μαζί με το τίμημα που ο κάθε εμπλεκόμενος θα πληρώσει άμα τη δημοσιεύσει ενός αποκαλυπτικού άρθρου. Εδώ υπάρχει απλά μια άχρωμη, ημερολογιακού τύπου καταγραφή των γεγονότων, χωρίς τίποτε περισσότερο. Οι δεύτεροι χαρακτήρες είναι σχεδόν διακοσμητικοί, με τον Τζέιμι Ντόρναν να υποδύεται τον φωτορεπόρτερ Πολ Κόνροϊ, πιστό φίλο και συνοδοιπόρο της Κόλβιν, ο οποίος το μόνο που κάνει είναι να την ακολουθεί κατά πόδας, απλά προσπαθώντας να τη λογικέψει σε κάποιες περιπτώσεις.

Όπως είναι εύλογο, όλο το βάρος πέφτει στη Ρόζαμουντ Πάικ, η οποία συνεχίζει το σερί των μέτριων (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ταινιών που έχουν ακολουθήσει «Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» (2014). Δίνει μια αρκετά πειστική ερμηνεία (δεδομένης και της σημαντικής διαφοράς ηλικίας της σε σχέση με την αληθινή Κόλβιν), πέφτει όμως κι αυτή θύμα του κακογραμμένου σεναρίου, αφού η σχέση της με τον πρώτο της σύζυγο, ο δεύτερος γάμος της ή οι νουθεσίες της καλύτερης φίλης της που βλέπει σε κάθε επιστροφή της στο Λονδίνο, λειτουργούν σαν διαλείμματα της μανίας της να βρίσκεται συνεχώς στην πρώτη γραμμή του πολέμου και όχι σαν ουσιαστικό μέρος της αφήγησης. Η νοσηλεία της σε αγγλικό νοσοκομείο λόγω μετατραυματικού στρες (ως επακόλουθο της απώλειας του αριστερού ματιού της) και η μόνιμη αγάπη της για το αλκοόλ είναι γεγονότα που προσπαθούν να ρίξουν ένα κάποιο φως στον χαρακτήρα και τα κίνητρα πίσω από τις ενέργειές της, ελάχιστα όμως καταφέρνουν να το επιτύχουν.

Ο εργασιακός ψυχαναγκασμός της γίνεται αντιληπτός στις σκηνές που μοιράζεται με τον διευθυντή της εφημερίδας της (Τομ Χολάντερ), καθώς εκεί φαίνεται πως το πάθος της για τη δημοσιογραφία ήταν ανάλογο της πλήρους κατανόησης από πλευράς της του κύρους που πρόσφερε η υπογραφή της στους Sunday Times. Η αδυναμία της να αντιληφθεί το πότε πρέπει να σταματήσει ένα reportage και να κοιτάξει την επιβίωσή της, ως επακόλουθο τόσο της υποχρέωσης που ένιωθε πως είχε να ενημερώσει το κοινό, όσο και της μεγάλης φιλοδοξίας της (όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται εδώ), στάθηκαν μοιραία για την ίδια στη Χομς της Συρίας. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο έχασε τη ζωή της είναι μάλλον περισσότερο τραγικός αντί ηρωικός, παρά την προσπάθεια που γίνεται να πειστούμε για το δεύτερο.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Περίπτωση ταινίας που βασιζόμενη σε πραγματικά (και μάλιστα παγκοσμίου ενδιαφέροντος) γεγονότα, θεωρεί πως αυτό αρκεί από μόνο του, αδιαφορώντας σχεδόν για οτιδήποτε άλλο. Ενήλικος, σοβαρών προθέσεων κινηματογράφος μεν, που στέκει όμως κατά πολύ κατώτερος του θέματός του, δε. Υπενθυμίζει την τραγικότητα του πολέμου εστιάζοντας αποκλειστικά σε αυτόν, υπενθυμίζει γεγονότα σταθμούς της πρόσφατης ιστορίας, ξεχνά όμως (περιέργως) τη δημοσιογραφική παράμετρο που λογικά θα έπρεπε να είναι βασικό ζητούμενο.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.