FreeCinema

Follow us

ΜΗΔΕΙΑ, ΚΡΕΙΣΣΩΝ ΤΩΝ ΕΜΩΝ ΒΟΥΛΕΥΜΑΤΩΝ (2016)

  • ΕΙΔΟΣ: Πειραματικό Ντοκιμαντέρ Μυθοπλασίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νίκος Γραμματικός
  • ΚΑΣΤ: Γιούκι Κροντηρά, Βαγγέλης Μουρίκης, Τάσος Νούσιας, Σοφία Βογιατζάκη
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΤΡΙΑΝΟΝ

Κινηματογραφιτζής σε «Κλειστή Στροφή» αναζητεί το νόημα της ευριπίδειας «Μήδειας», αναπαριστώντας την πολυπρόσωπα μέσα κι έξω απ’ τα χωράφια του. Τι θ’ ανακαλύψει;

Ο θριαμβευτής της Αργοναυτικής Εκστρατείας Ιάσονας, προδίδοντας οπορτουνιστικά τα δύο παιδιά τους και την ξένη γυναίκα του, Μήδεια, στην οποία εν πολλοίς οφείλει τη ζωή και τους άθλους του, παντρεύεται τη Γλαύκη, κόρη του Κορίνθιου βασιλιά Κρέοντα. Η χολωμένη φαρμακίδα (ιέρεια της Εκάτης) Μήδεια εκδικείται στέλνοντας δηλητηριώδη ρεγάλα με τα οποία σκοτώνει τη νύφη και τον πατέρα της, αφού έχει σφάξει τα τέκνα της. Φρονώ πως θα χρειαστεί αυτό το υπερταχύρρυθμο σεμινάριο σε όσους δεν είναι σίγουροι ότι γνωρίζουν τα απολύτως βασικά τού μύθου του αριστουργήματος και θα γυρέψουν την επιτέλους σε εμπορική διανομή, μετά από 2+ χρόνια στο ράφι και 7 επιπλέον χρόνια σε γυρίσματα, μετά τα «Νυχτολούλουδα» δεύτερη… δοκιμασία στο ντοκιμαντέρ για τον Νίκο Γραμματικό. Που δεν ξέρει τι ψάχνει στο ποίημα (και με βάση αυτό στο δικό του μέσα αλλά και στο δικό μας σήμερα) αλλά ξετρυπώνει κάτι με τη δική του αλήθεια, κάπου ανάμεσα στο μετασαιξπηρικό «Looking for Richard» του Αλ Πατσίνο (ειδική μνεία στη δεοντολογική μνεία της έμπνευσης στους τίτλους), το «Δον Κιχώτης Χωρίς Τέλος…» (το χρονικό της καταστροφικά ανεκπλήρωτης απόπειρας του Τέρι Γκίλιαμ να κάνει ταινία το βιβλίο του Θερβάντες) των Κιθ Φάλτον & Λούις Πέπε, και το «Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» του Τσάρλι Κάουφμαν.

Θα χρειαστεί, πρώτον γιατί η μορφικά ετερογενής αφήγηση (ο σκηνοθέτης μπλεγμένος στην υπόθεση «Μήδεια» σαν gumshoe, κουβέντα με τον ειδικό στο αντικείμενο καθηγητή του ΑΠΘ και μεταφραστή του πρωτοτύπου, Νίκο Χουρμουζιάδη, συνεντεύξεις με κόσμο στον δρόμο, θεατρικές ακροάσεις και πρόβες με εναλλασσόμενους «θιάσους», παραστασιακές αποδόσεις με μόνο θεατή τον κινηματογραφικό φακό, κινούμενο σχέδιο, εφέ solarization, πανοραμικά κι εναέρια εξωτερικά πλάνα) καθιστά το «κατέβασμα» της πλοκής επιεικώς προβληματικό, ακόμη και για τον εξοικειωμένο θεατή. (Πιστέψτε με, το πρώτο πτυχίο μου είναι φιλολογίας.) Και δεύτερον γιατί στις λέξεις – κλειδιά της άνωθι εισαγωγικής σύνοψης κρύβονται τα επαναστατικά καινά δαιμόνια που κόμισε στην αρχαία ποίηση και την τέχνη γενικότερα, επικρινόμενο προτού σχεδόν απορριφθεί από τους συγχρόνους του, το συγκεκριμένο έργο του Σαλαμίνιου (όπως και ο Γραμματικός) κλασικού: τη δικαίωση των συναισθημάτων μιας απάτριδος και βάρβαρης σκεπτόμενης μάγισσας των βοτάνων, το βγάλσιμο στον τάκο ως καιροσκόπου ενός ήρωα, τον εσωτερικό κόσμο του ατόμου ως πρωτοφανές θέατρο συγκρούσεων. Αυτά εξαιρετικά δύσκολα τα παίρνεις μυρωδιά σε μία ταινία που αραδιάζει «σκηνικώς» ψευδο-impromptu και σε δόσεις όχι τόσο «ηδυσμένω λόγω» ανά χωρία το κείμενο, αλλά όταν πρόκειται για την ερμηνευτική τους ανάλυση χωνεμένη στους καιρούς μας αδιαφορεί ή υπεραπλουστεύει σαν μαθητούδι.

«Μολότοφ, φουρνέλο, όλα» θα προτείνει διαπρύσια μια ερωτώμενη, ως σύγχρονη αναλογία στις πράξεις της Μήδειας, σ’ ένα απ’ τα ιντερλούδια του Χορού (η κοινή γνώμη, οι εκπρόσωποι του λαϊκού αισθήματος των ημών προγόνων) της ταινίας του, τον οποίο το ευρηματικό σκεπτικό εντοπίζει στην «αγορά» της Αθήνας με κάμερα και μικρόφωνο σε… δείγμα ανώνυμων πολιτών, που όμως εκτός του ότι αποδεικνύεται περιπτωσιολογικά πενιχρό κι εντυπωσιθηρικό, δεν γίνεται και αντιληπτό ότι παρεμβαίνει, κατά τα δομικά πρότυπα του αρχαίου δράματος (ακόμη μια καλή ιδέα του σκηνοθέτη), αμέσως μετά τις μείζονες σκηνές των ηρώων. «Ο Δίας φταίει. Γαμήθηκε ο Δίας!», καταπώς λέει σ’ έν’ απ’ τα πιο γουστόζικα σημεία ο συνσεναριογράφος και συμπαραγωγός εκτός από «Ιάσονας» (ο κεντρικότερος αλλά ένας απ’ τους τουλάχιστον τρεις της ανοιχτής διανομής, έτερο αναπόφευκτο μείον τού πειράματος), Βαγγέλης Μουρίκης; Όχι. Φταίει η Χίμαιρα της αποκοτιάς, που κυνηγημένη από έναν εμμανή «πιάνει» σχιζοφρενικά στο ίδιο πλάνο τους Άρη Ρέτσο και Γιάννη Ζουγανέλη, ρίχνει στην ορχήστρα των γόων ασπρόμαυρη την κωμίκα Σοφία Βογιατζάκη, ενθέτει animation δράκων ανεξήγητων για τον αδαή περί του τερατωδώς φευγάτου φινάλε της ευριπίδειας έμπνευσης κοσμάκη. «Να βρούμε το στόχο», λέει ο Μηνάς Χατζησάββας σε μια πρώιμη σύναξη της ομάδας των συντελεστών καίρια. Σημαδιακά. Και μάταια. Και όμως: ύβρις δεν διαπράττεται εδώ.

«Τι άφησε πίσω του ο Ευριπίδης; Απορίες και αίμα», λέει ο τραγικά εκλιπών λίγο πριν την ολοκλήρωση της ταινίας πανεπιστημιακός απ’ τη Βόρεια Ελλάδα (προτού προσφέρει σπονδή τα ευχαριστήρια δάκρυά του στον π.Χ. δάσκαλό του, μέσα στη σπηλιά όπου αυτός έζησε στο νησί έξω απ’ την Αθήνα), που συμπαραστέκεται, όπως και η πλειάδα των εν πολλοίς εθελοντικά συμμετεχόντων, στα ερωτήματα και τις παλινωδίες του δημιουργού, ο οποίος έχει αφορμήσει από έναν χωρισμό σαν πληγωμένος Σαμ Σπέιντ με motto το «Δεν υπάρχει οργή πιο φοβερή και αθεράπευτη από αυτή που γεννιέται σε ανθρώπους που είχαν αγαπηθεί» του κολοσσού συντοπίτη του. Προτού γρήγορα αποδε(ι)χθεί ότι, όπως ευφυώς τιτλοδοτεί το εγχείρημά του, «το θυμικό είναι πιο δυνατό απ’ τη λογική» σε ό,τι έχει να κάνει με το πάθος που καθοδηγεί το έργο όχι μόνο της φόνισσας αλλά και το δικό του.

Αυτό το πάθος, χαλιναγωγημένο στο φτερωτό άρμα των τριών δράκων του μοντάζ (οι πολύτιμα και σκηνοθετικών διαπιστευτηρίων Γιώργος Γεωργόπουλος, Γιάννης Κατσάμπουλας, Γιάννης Σακαρίδης), καλεί τον Ήλιο αλλά και το νουάρ στο Πέραμα / τον ΟΛΠ / τη γενέθλια Σαλαμίνα (φυσικά), ενώ η Μούσα τού Γραμματικού τον οδηγεί πνευματωδώς. Σε λεκτικοεικαστικές νύξεις στο «Ο Βασιλιάς», την αρχή της καλλιτεχνικής ειρκτής του που είχε επιτείνει η προσφατότερη fiction του «Αγρύπνια». Στην ανάδειξη της Γιούκι Κροντηρά στην αξιότερη υποκριτική κόρη της Ασπασίας Παπαθανασίου και μαζί του ερωτήματος γιατί το ελληνικό σανίδι δεν έχει αξιοποιήσει ακόμα αυτή την ηθοποιό. Στο ιαπωνικό Νο του Μουρίκη (ναι, έχει και seppuku), που εισφέρει σοβαρότατα εκτός των άλλων και το αποσυμφορητικό χιούμορ («Έξι χρόνια μας ταλαιπωρεί!») στο κοίλον του πράγματος. Που «Μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας» δεν είναι, με την καμία. «Έχει αξία ν’ αντιμετωπίζει κανείς κάτι τόσο μεγάλο», όμως. Και, ικανός ανίκανος, όχι γραμματιζούμενος αλλά Γραμματικός, αυτός ο φιλόπονος private eye βρήκε φιλότιμα την κάθαρση απ’ τα παθήματά του. Μαζί του, όχι πάλι «Απόντες»

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Εκ των ων ουκ άνευ για το κοινό τού ντόπιου σινεμά γενικότερα και του Γραμματικού ειδικότερα, που θα τσακώσει παραπάνω από ευπρόσδεκτα, επιτέλους ξανά, κάτι από Χρυσόμαλλο Δέρας (τώρα σε φόρμα – patchwork) και το νήμα γνώριμων μοτίβων τού ανδρός. Οι καταρτισμένοι στο γνωστικό πεδίο ίσως απογοητευθούν από το «τι θέλει να πει ο ποιητής» αλλά θα ιντριγκαριστούν σε τέτοιον βαθμό ώστε το φιλμ μπορεί κάλλιστα να έχει μέλλον ως βοηθητικό εκπαιδευτικό υλικό στις τάξεις ανά την επικράτεια. Όσοι αποφεύγετε (ή πάτε αλλά δεν καταλαβαίνετε) παρόμοια θεάματα σε Επιδαύρους, Ηρώδεια κ.λπ., υφίστασθε μια παρεμφερή τράτζικ «φάση» στο πιο doc και mash-up.


MORE REVIEWS

ΥΠΟΨΙΕΣ

Ακαταμάχητος playboy «τυλίγει» γοητευτική κληρονόμο, παντρεύονται, όμως σταδιακά εκείνη υποψιάζεται ότι ο μοναδικός του στόχος είναι να τη σκοτώσει.

ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ

Η Κάρολ, μια υπερευαίσθητη νεαρή κοπέλα που δουλεύει σε ινστιτούτο αισθητικής και συγκατοικεί με την αδελφή της σ’ ένα λονδρέζικο διαμέρισμα, απομονώνεται σταδιακά από τον κοινωνικό περίγυρο, εξαιτίας της αποστροφής της προς τους άνδρες και το σεξ. Ο διαρκώς αυξανόμενος εγκλεισμός της, όμως, θα την βυθίζει όλο και περισσότερο στην παράνοια.

ΠΟΥ ΠΑΩ ΠΑΛΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;

Κατά το δελτίο Τύπου, «ένας δημόσιος υπάλληλος από μικρός ονειρευόταν να δουλέψει για το κράτος και το κατάφερε! Τώρα ζει μία άνετη ζωή και απολαμβάνει τα προνόμιά του. Όλα αυτά μέχρι την ημέρα που η Κυβέρνηση θα αποφασίσει να καταργήσει την υπηρεσία του».

Ο ΚΑΚΟΣ ΜΠΕΛΑΣ

Πληρωμένος δολοφόνος πιάνει δωμάτιο ξενοδοχείου έναντι δικαστικού μεγάρου, προκειμένου να καθαρίσει μάρτυρα που ετοιμάζεται να κελαηδήσει. Ο αυτοκτονικός γείτονάς του, όμως, τού κάνει τη ζωή κόλαση.

ΕΧΩ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΖΗΣΩ

Άπαξ της αποφυλάκισής του, πρώην κατάδικος επιχειρεί να μπει στον ίσιο δρόμο. Παντρεύεται την πιστή του αγαπημένη, πιάνει δουλειά, νοικοκυρεύεται, σύντομα όμως ανακαλύπτει πως ο κόσμος είναι άδικος για τους πρώην κατάδικους που επιχειρούν να μπουν στον ίσιο δρόμο...