FreeCinema

Follow us

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.


Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Αν δεν με απατά η μνήμη μου, τούτη εδώ ήταν μόλις η δεύτερη συνέντευξη που έπαιρνα από καλλιτέχνη σε ταξίδι μου στο εξωτερικό (μετά τον Μάικ Φίγκις, την ίδια χρονιά στις Κάννες). Λάτρευα την Ούμα Θέρμαν! Είχα δει όλες τις ταινίες που είχε γυρίσει μέχρι τότε και παρακολουθώντας για πρώτη φορά το «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο στο Φεστιβάλ του 1994 σε preview screening (πριν την επίσημη πρεμιέρα του) ήταν ένα τεράστιο δώρο που με έκανε να θέλω να ουρλιάξω από χαρά και ενθουσιασμό. Έκανα ένα μικρό ταξίδι για τις ανάγκες της συνέντευξης, πλήρωσα τα μαλλιοκέφαλά μου, αλλά το να βλέπεις την 24χρονη και πανύψηλη Ούμα να σε πλησιάζει ξυπόλυτη κι ανέμελη για να πιάσετε την κουβέντα αρκούσε για να μου προκαλέσει… τρέμουλο νευρικότητας που έψαχνα να βρω πώς θα κρύψω! Τα υπόλοιπα ήταν αυτά που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ, όταν το φιλμ έφτασε και στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες…

Διαδρομή Κάννες – Cap d’Antibes με TAXI. Το ζην επικινδύνως… Τι θα τη ρωτήσω; Επιτόπιο «βιογραφικό» από μνήμης. Ωραία, ψηλή, ψυχρή. Έχει γίνει εξώφυλλο στο Rolling Stone. Ο κόσμος την πρόσεξε στις «Επικίνδυνες Σχέσεις», τα ταμεία ποτέ. Εκεί, μάλλον, φέρνει γρουσουζιά. Δεν έχει τατουάζ. Δεν παίρνει ναρκωτικά. Δεν έχει προταθεί για Όσκαρ, αν και έχει παίξει ρόλο τυφλής («Jennifer 8»). Είναι 24ων ετών και το «Pulp Fiction» την έφερε στις Κάννες. Στην ταινία τη λένε Μία, σνιφάρει ό,τι βρει μπροστά της και είναι η γυναίκα του μεγάλου αφεντικού. 142 γαλλικά φράγκα το TAXI. Πάλι καλά…

Το Hôtel du Cap μοιάζει με ησυχαστήριο μπρος στο «τσίρκο» της Κρουαζέτ. Είναι σίγουρα μια καλή πρόταση για όσους θέλουν να ζήσουν τη μεγάλη ζωή, μετά από ένα rififi ή μια ληστεία τραπέζης… Το «ανακριτικό» group των 15:30 αποτελείται από μια Ιταλίδα, μια Σουηδέζα κι εμένα. Η Σουηδέζα φλέγεται να τη ρωτήσει αν έχει σκανδιναβική καταγωγή. «Η μητέρα μου είναι από τη Σουηδία. Ο πατέρας μου από τη Γερμανία». Λάμπει η Σουηδέζα. Η μητέρα σας μιλάει σουηδικά; «Ναι. Και γερμανικά. Σε μένα, όμως, δε μιλούσε καμιά από τις δύο γλώσσες. Ατυχώς…». Ναι, έχει και συγγενείς στη Σουηδία και η μάνα της βρήκε πρόσφατα και μερικούς από δαύτους, των οποίων τα ίχνη είχαν χαθεί για πολλά χρόνια!

Κατά κάποιον τρόπο, ευχαριστώ το Θεό που οι γονείς της δεν είναι Μικρασιάτες… Πριν καταλήξουμε και στον Εθνικό Ύμνο της Σουηδίας αλλάζουμε θέμα. Καλείται να υπερασπιστεί το μυστηριώδες πλάσμα με τη μαύρη περούκα που ακούει στο όνομα Μία. Ο Κουέντιν Ταραντίνο της είχε πει να μην προσπαθήσει να βρει εξήγηση στα πάντα για το ρόλο της. Πάσο εμείς. Τη ρωτάω αν ένιωσε πως η Μία είναι ένα «θύμα» που το μόνο που την απασχολεί είναι τι θα τραβήξει το ρουθούνι της. «Όχι, δε νομίζω. Ίσως να είναι θύμα των ναρκωτικών, όπως πολλοί άνθρωποι, αλλά δεν την αισθάνθηκα σαν θύμα στο χαρακτήρα». Την ταινία δεν την είχε δει ακόμα. Στην αναφορά της σκηνής με την ένεση, οι υπόλοιποι φρικάρουν. «Είναι αλήθεια, όμως. Αν κάποιος πάρει υπερβολική δόση ηρωίνης σε σημείο να θεωρείται πρακτικά νεκρός, υπάρχουν λίγοι τρόποι να επαναφέρεις την καρδιά. Ο ένας ήταν αυτός που είδατε στην ταινία, με ένεση αδρεναλίνης στην καρδιά. Μερικοί junkies χρησιμοποιούν αλατισμένο νερό». Σπουδαγμένο κορίτσι… Προσωπικές εμπειρίες από ναρκωτικά; «Ναι. Σνίφαρα ζάχαρη όταν ήμουν μικρή…». Γιατί τόσοι διάσημοι ηθοποιοί έτρεχαν πίσω από τον Ταραντίνο, για να πάρουν έναν τόσο μικρό ρόλο στη (μόλις) δεύτερη ταινία του; «Βασικά, οι ηθοποιοί άσχετα από διασημότητα ή δύναμη εξουσίας, κάτω απ’ όλο το publicity και τη δόξα, είναι ηθοποιοί και έγιναν ηθοποιοί γιατί αγαπάνε αυτήν τη δουλειά. Ο Κουέντιν προσελκύει αυτή την πλευρά τους, γιατί τους αγκαλιάζει, δουλεύει μαζί τους και τους χρησιμοποιεί γιατί πιστεύει σ’ αυτούς. Τους εμπνέει». Η Ούμα είχε δει (μπα;) το «Reservoir Dogs», πριν μπει στο καστ του «Pulp Fiction». Θεωρεί τον Ταραντίνο δεξιοτέχνη, αλλά δεν περνάει καλά στις ταινίες βίας. «Αν δεις τα φιλμ που έχω παίξει, δεν είναι συνήθειά μου, ούτε έλκομαι προς αυτό το είδος». Και στην προκειμένη περίπτωση, στις σκηνές της, δεν υπήρχε ούτε πιστολίδι, ούτε τίποτα…

Μόλις χθες είδα την τελική μορφή του «Ακόμα και οι Καουμπόισσες Μελαγχολούν» του Γκας Βαν Σαντ (φωτό). Τη ρωτάω αν τα γυρίσματα ήταν τόσο… messy (σε πολύ ελεύθερη απόδοση… μπάχαλο), όσο και η ίδια η ταινία. «Ήταν;» Δε μ’ αρέσει αυτό. Ούτε αυτή την ταινία είχε δει (ακόμη)… «Είχα δει ένα από τα πρώτα cut. Είναι πολύ δύσκολο να σου απαντήσω, γιατί ήταν μια πολύ ιδιαίτερη εμπειρία για μένα και τα αισθήματα που έχω γι’ αυτή είναι πολύ, πολύ προσωπικά». Αποφεύγει να μιλήσει σαν τον διάολο. «Το βιβλίο μ’ άρεσε πάρα πολύ, υπάρχουν πράγματα που αγαπώ σ’ αυτή την ταινία και που ζουν μέσα στο μυαλό μου. Ήταν μια εκκεντρική ταινία, από έναν τόσο μοναδικό σκηνοθέτη. Ο Γκας έκανε μια απόπειρα πρότασης με στυλ. Ο ίδιος την αγαπά. Αυτό λέει πολλά…». Εγώ δε λέω τίποτα. Μ’ έχει πάρει είδηση και αντεπιτίθεται. «Αν θες να δοκιμαστείς σε ένα ριψοκίνδυνο υλικό και προσπαθείς να κάνεις κάτι καλό μ’ αυτό συχνά μένεις με το ρίσκο και κάτι που δεν είναι τέλειο σαν αποτέλεσμα». Εγώ αυτό το λέω και αποτυχία. «Μερικές φορές μπορεί να βγαίνει κάτι ατελώς όμορφο και άλλες φορές, για μερικούς, κάτι ατελώς…». «Messy», συμπληρώνω εγώ. «… messy», επαναλαμβάνει χαιρέκακα. «Αν δεν παίρνεις ρίσκο, τότε παίζεις τη Λαβέρν και Σίρλεϊ σ’ όλη σου τη ζωή».

Απ’ ό,τι ξέρω, θέλει να ξεχάσει τις δύο πρώτες της ταινίες, τα «Kiss Daddy Goodnight» (1987) και «Johnny Be Good» (1988) (φωτό). Γελάει. «Μ’ έχουν κατηγορήσει, λέγοντάς μου ότι είμαι πολύ αυστηρή όταν κάνω αυτοκριτική. Πιστεύω ότι μπορώ να γίνω σκληρότερη…». Γι’ αυτό δεν τη βλέπουμε τόσο συχνά στην οθόνη; «Ναι. Βλέπεις, δε συνηθίζω να σκοτώνω για ρόλους. (γέλια) Αυτό είναι ένα από τα προβλήματά μου. Δεν είμαι αρκετά επιθετική όταν διεκδικώ κάτι. Προτιμώ να δουλεύω με ανθρώπους που θέλουν να δουλέψουν μαζί μου. Είναι μία ανασφάλεια, ίσως. Δεν μπορείς να κάνεις πολλές ταινίες αν θες να κάνεις καλές ταινίες. Εκτός αν έχεις το ταλέντο να τις γράφεις και να τις σκηνοθετείς. Και μετά να έχεις το ταλέντο να πείσεις κάποιον να βάλει τα λεφτά. (γέλια) Δεν έχω δοκιμάσει να κάνω κάτι απ’ αυτά τα τρία και δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω ποτέ. Οπότε, είμαι υποχρεωμένη να περιμένω για κάτι καλό από άλλους ανθρώπους που κάνουν αυτές τις τρεις σπουδαίες δουλειές: να σκηνοθετούν, να γράφουν και… να πληρώνουν».

Η Ιταλίδα μας ξαναφέρνει στο θέμα της βίας… «Δε μ’ αρέσει η εκμετάλλευση της βίας, του σεξ ή κάθε άλλης ερεθιστικής ασχήμιας. Δυστυχώς, το μεγάλο κοινό αρέσκεται σε τέτοιου είδους ερεθισμούς… Δε νομίζω ότι οι ταινίες είναι η πηγή του προβλήματος που υπάρχει στην Αμερική με τη βία. Η πηγή είναι ο πόνος, στον άνθρωπο και την κουλτούρα μας».

Μία από τις ταινίες της που αγαπώ είναι το «Εκεί που Βρίσκεται η Καρδιά» (1990) (φωτό). Ενθουσιάζεται! «Μία από τις πιο αγαπημένες ταινίες του πατέρα μου. Φυσικά και για μένα, γιατί στο ρόλο συγχωρώ τον πατέρα μου στο τέλος και του λέω ότι τον αγαπάω… (γελάκι) Αλλά πάτωσε! Τι κρίμα. Τα μηνύματά της ήταν υπέροχα, αλλά δεν είναι αυτά που πουλάνε σε μια ταινία. Κρίμα για τον Τζον Μπούρμαν. Δεν έχει κάνει άλλο φιλμ από τότε και πιστεύω πως είναι από τους καλύτερους σκηνοθέτες». Κατηγορεί τα studio για τον τρόπο που παρουσιάζουν και πουλάνε αρκετές ταινίες. «Αν δεν κάνουν ένα καλό trailer και η αφίσα είναι κακή, τότε το κοινό μπορεί να μην καταλάβει ότι υπάρχει κάτι όμορφο που μπορεί να απολαύσει σε μια ταινία και έτσι δεν πηγαίνει να τη δει. Και αν στο πρώτο weekend η ταινία δε δουλέψει… Μπουμ!». Η Ιταλίδα επιστρέφει στο θέμα της βίας…

Η Ούμα δεν έχει βγάλει ποτέ τα γυαλιά ηλίου, καπνίζει, γελάει συχνά, χάνει τα λόγια της ή δεν ξέρει τι λέει, όπως είπε κάποια στιγμή και η ίδια. Καταφεύγει στη φλυαρία της «θεωρίας» για να αποφύγει το προσωπικό ξεδίπλωμα. Αλλού νυχτωμένη ή απλά κλειστή; Ένα μυστήριο που απέχει από την υπόλοιπη φουρνιά νεαρών ηθοποιών της γενιάς της. Δε θα μπορούσα να τσακωθώ μαζί της, γιατί από μέσα μου θα ήθελα να την υπερασπιστώ και να της δικαιολογήσω τα πάντα. Αυτό δε θα κάνατε κι εσείς αν συναντούσατε μια ηθοποιό που σας αρέσει τόσο πολύ;


MORE INTERVIEWS

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Σοφία Κόπολα. Eat cake!

Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας... παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.

Μπέντζαμιν Ρι: Μια ζωγράφος, ένας κλέφτης κι ένας σκηνοθέτης.

Ο νεαρός Νορβηγός ντοκιμαντερίστας και πρώην δημοσιογράφος Μπέντζαμιν Ρι δημιούργησε ένα από τα πιο πολυβραβευμένα και δημοφιλή φιλμ της χρονιάς, το «The Painter and the Thief», θριαμβεύοντας στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό Sundance και πιο πρόσφατα στο Φεστιβάλ Λονδίνου, όπου κέρδισε το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ. Η Κατερίνα Ανδρεάκου μίλησε μαζί του λίγο πριν την επάξια νίκη του.

Γιάννης Οικονομίδης: Κουβέντα για μια «Μπαλάντα».

Κάθε φορά που μιλάω μαζί του, αισθάνομαι πως και οι δύο μαθαίνουμε κάτι, ο ένας για τον άλλον. Και ο Γιάννης Οικονομίδης δεν είναι ένας εύκολος άνθρωπος, που ανοίγεται. Ή δέχεται. Μοιάζουμε σε αυτό. Και το διασκεδάζω απίστευτα! Είχαμε να κουβεντιάσουμε έτσι, on camera, από το 2014. Ο σαματάς κρατάει ακόμη στο YouTube, από τότε! You have been warned…

Μάρκος Σεφερλής: Εφ’ όλης της ύλης.

Μάρκος Σεφερλής. Ηλίας Φραγκούλης. Μία συνάντηση που κανείς δεν (θα) περίμενε. Και μία κουβέντα για όλα εκείνα τα πράγματα που μπορεί να μην γνώριζες για τον #1 κωμικό ηθοποιό στην Ελλάδα σήμερα. Από τα παιδικά χρόνια μέχρι την κινηματογραφική αφορμή του «Χαλβάη 5-0». Θα μισήσεις, θα το ξανασκεφτείς, θ’ αλλάξεις γνώμη ή θα συνεχίσεις να λατρεύεις. Οι πιθανότητες είναι ίδιες. Ζούμε σε έναν ελεύθερο κόσμο.