FreeCinema

Follow us

GOLD (2016)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Περιπέτεια
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στίβεν Γκέιγκαν
  • ΚΑΣΤ: Μάθιου ΜακΚόναχεϊ, Έντγκαρ Ραμίρες, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ, Κόρεϊ Στολ, Τόμπι Κέμπελ, Μπιλ Καμπ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 121'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Νεβάδα, δεκαετία του 1980: διευθύνων μεταλλευτικής εταιρείας με πάνω-κάτω οραματίζεται φλέβα χρυσού άνευ προηγουμένου και τη βρίσκει (ή μήπως όχι;) μαζί με ντράβαλα στην Ινδονησία, στο πλάι αντικομφορμιστή γεωλόγου. Θα τρελάνουν κοσμάκη και funds. Προτού τινάξουν την μπάνκα στον αέρα, τι μπορεί να (τους) σκάσει;

«Προσεχώς… Ζάμπλουτοι» (για να θυμίσουμε, εκτός του «Σαχάρα», την τρίτη ταινία του Μάθιου ΜακΚόναχεϊ όπου υποδύεται τον gold digger) δεν πρόκειται να γίνετε από αυτή την εμπειρία, είναι σίγουρο. Αλλά, ακόμα κι αν τα commodities, οι πρώτες ύλες είναι λίγο πριν από τα όρια της εξάντλησης (φανταστείτε το «Ο Λύκος της Wall Street» και το «Ο Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε» μαζί στη Νοτιοανατολική Ασία), ακόμη κι αν η πολιτική κι εγκεφαλική οπτική του Στίβεν Γκέιγκαν (του πετρελαϊκού κυκεώνα συμφερόντων του «Syriana») εδώ φέρνει περισσότερο στον ανεξοικείωτο με το filming απλοϊκότερο νεαρότερο εαυτό του (του καλειδοσκοπίου του κόσμου των ναρκωτικών «Traffic») ίσως επειδή έχει αφήσει τη γραφίδα στους σεναρίστες του… «Lara Croft: Tomb Raider», βρίσκει πράμα ο γκασμάς. Το θέμα, άλλωστε, είναι πόσο πετυχημένα βγάζεις στης οθόνης το σφυρί τα faux bijoux σου και τι τιμή πιάνουν αυτά στην τελική. Καβάτζωσε τις δύο ύστατες λέξεις. Γιατί εκεί, καθρεφτάκια σαν σε ιθαγενείς δεν αισθάνεσαι, οριστικά πια, ότι σου πουλάει η ταινία.

«We’re selling the story», που λέει εισαγωγικά και στην ανίδεη για τα διαδικαστικά τού επαγγέλματός του καλή του (κατατοπίζοντας στην πραγματικότητα εμάς) ο ήρωας, επισημαίνοντας αμφίσημα την πολύτιμη (λυδία) λίθο εδώ. Ναι, πρόκειται για ένα ακόμα πολύκροτο πραγματικό περιστατικό, αυτό της καναδικής Bre-Χ που συντάραξε το σινάφι της πριν από 30 περίπου χρόνια, την οποία κεφαλαιοποιούν οι σπεσιαλίστες αφοί Γουάινστιν. Αλλά, οφείλεται ή όχι στη δημιουργική παραγωγική κατεργασία τής κοτρόνας μεταξύ άλλων απ’ τον Πολ Χάγκις, καθρεφτίζοντας (με μεταφορά έδρας στις ΗΠΑ, αλλαγμένα τα ονόματα και προσθαφαιρέσεις στα συμβάντα) μια κριτική τού σε καπιταλιστική εκτροπή («makin’ the dollar holler») αμερικανικού ονείρου και των ζωτικών για τα ανθρώπινα θύματά του ψευδών του, δεν εκπίπτει σε ζιργκόν.

Η σινεγεμολογική μέθοδος των Πάτρικ Μάσετ και Τζον Ζίνμαν ακολουθεί δοκιμασμένα δραματουργικά στάδια. Πτώση (ευπρόσδεκτα πολύ πρώιμα, ο οπτιμιστής τυχοδιώκτης και το team του σε οικονομική στενωπό, χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας δουλειάς με σκαμπανεβάσματα και με το ρίσκο της αποτυχίας σε βαθμό καταστροφής για «μικρά ψάρια» όπως αυτοί και για τον λαουτζίκο των μετόχων που τους εμπιστεύεται χρηματοδοτώντας το έργο τους). Επιφοίτηση (η προς όρυξη Γη της Επαγγελίας σε ένα όνειρο του τυπά μετά από ένα ακόμα 24ωρο λειτουργικού αλκοολισμού). Είσοδος στο σκηνικό του δεύτερου μοιραίου ανθρώπου μας (ο κατά το ήμισυ Βενεζουελάνος… Βαρουφάκης και 50-50 συνεργάτης, η πρωτότυπη θεωρία του οποίου υποδεικνύει ζούγκλα-γούβα της χώρας υπό τον δικτάτορα Σουχάρτο). Ψυχοσωματική δοκιμασία (ανεπάρκεια κεφαλαίου, ελονοσία, το υπέδαφος διαψευστής των ελπίδων, δυσπιστία από τους ντόπιους εργάτες και τους στυλοβάτες με τη μονέδα). Απαντοχή και γύρισμα της κατάστασης (οι προσδοκώμενες ενδείξεις από το χώμα, το ενδιαφέρον και η υποστήριξη από μεγάλους ομίλους). Good fortune και livin’ the dream – επιτυχία, λεφτά, φήμη, ώσπου η προειδοποίηση εκ των πιο ανιδιοτελών έσω («These guys are gonna tear you up!») θα αγνοηθεί. Γιατί, ακόμα και με τη mother earth κι ό,τι κρύβει μέσα της, σπεκουλαδόρος δεν γίνεσαι, γεννιέσαι. Και το αδιέξοδο, όταν το στοίχημα χοντρύνει, είναι αναπόφευκτο. «If you sell your dream, what do you have left?». Ένα ψέμα, που έχει κοντά ποδάρια, μήπως, για το οποίο καραδοκεί το μακρύ χέρι τού νόμου; Και τότε πώς ξεγλιστράς;

Η αφηγηματική σκαπάνη του Γκέιγκαν χτυπάει όχι μαλθακά εναλλάξ τις διαπροσωπικές σχέσεις και τις μπίζνες τού πληθωρικού θεληματικού φισφιρή από το Ρίνο (από το νταραβέρι με την κοκόνα του, τη φωνή τής λογικής τού simple man που θεμελίωσε τη yankee ευημερία, γρήγορα περνάμε στον συνεταίρο και τους «καρχαρίες»). Αλλά το όχι καινούργιο κοσκινάκι πάνω στο οποίο χοροπηδάνε οι πετρούλες τού στόρι κρεμιέται, εκτός επί των άνωθι τιμαλφών του Μάρτιν Σκορσέζε και του Τζον Χιούστον, πότε στα «Σκυλιά του Πολέμου» και πότε α λα «Το Μεγάλο Σορτάρισμα» – για να μην ανέβουμε, μένοντας στα πιο πρόσφατα καράτια της κατηγορίας. (Ξε)θάβοντας, βέβαια, με το φτυάρι του αλληγορικά τα ρεπουμπλικανικά 80’s ως το τέλος του πατροπαράδοτου (στην άλλοτε Άγρια Δύση βρισκόμαστε, mind you) παραμυθιού τού «να πιάσουμε την καλή» και την απαρχή του υποθηκευμένου βίου μας: του μαξιλαριού των πιστωτικών, των hedge funds ως λαγωνικών και εξαπατητών της μάζας των μικρομολογιούχων, του χρηματιστηριακού ράλι με διαπραγματευόμενη αξία αέρα κοπανιστό, των… golden boys, ακόμη και του βιογραφικού ενός πλανητάρχη (πρώην, μη δώσω την εντύπωση ότι είμαι κολλημένη με τον Ντόναλντ Τραμπ) ως διαπιστευτηρίου προς πλουτισμό σε σκιώδη συνεργασία με τριτοκοσμικά απολυταρχικά καθεστώτα.

Ο Μάθιου ΜακΚόναχεϊ σε μόντα Τζόνι Ντεπ στο «Ανίερη Συμμαχία» (καράφλα, μπάκα, μασέλα κ.λπ.) γίνεται το ακούραστο βαγονέτο του δοσμένου στην οφθαλμαπάτη τού success επαρχιώτη γιάπη – σκαφτιά, ο Έντγκαρ Ραμίρες στο πιο μανεκενάτο πετυχαίνει να κρύψει στο βλέμμα του τα ψήγματα της μείζονος γυριστής που σου επιφυλλάσσει η πλοκή, η Μπράις Ντάλας Χάουαρντ επιτελεί εκφραστικά μα στο περισσότερο διακοσμητικό και αθώο ό,τι έκανε η Έιμι Άνταμς στο «Οδηγός Διαπλοκής». Αλλά ο μεγαλύτερος αετονύχης εδώ δα πρέπει να είναι η music supervisor Λίντα Κόεν, που έπεισε τα κεφάλια της ταινίας εν πολλοίς να καταχώσουν το score προς χάριν των Orange Juice, Big Dipper, Television, Pixies, Kishi Bashi (!) κ.ά. στο πιο ανεκτίμητα αντιστικτικό OST απ’ την εποχή που ο Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν έφτυσε τον Άντζελο Μπανταλαμέντι προς δόξαν της Italians Do It Better στο «Drive».

Κάπως έτσι στην παίζει επί ώρα και η ταινία. «Προς τι η σποραδική εκνευριστική εξιστόρηση off του δάγκα;», αναρωτιέσαι – ώσπου η διήθηση της ίντριγκας στη στρατηγική αποκάλυψη του αποδέκτη ν’ αποφέρει σχεδόν τις ουγγιές που θες. Και ο έξυπνα διφορούμενος επίλογος να συσκοτίσει, με ακτίνες φωτός στη μαυρίλα αφού κατακάτσει η σκόνη έπειτα από το κραχ της επένδυσης, οικονομικής και συναισθηματικής, ευπρόσδεκτα τα νερά για το πόσοι εγκέφαλοι εξύφαναν το περιώνυμο γεωτρητικό plan που (διαφορετικά απ’ ό,τι περίμεναν όλοι αλλά) άφησε εποχή. «Hail to the thief / And you won’t get nothing much / Hail to the thief / And we’ll keep what’s left tonight»: καλά τα λέει (στο κόλπο είναι άδοντας το άσμα του φιλμ κι) ο Ίγκι Ποπ…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Οι κουλτουριάρηδες σωστά θα επισημάνουν το ψιλοπτωχό και deja-vu του, υπάρχοντος πάντως, κοιτάσματος. Οι του εμπορικού δύσκολα θα λυπηθούν αν για χάρη του ξοδευτούν. Οι φίλες τού Μάθιου φανταστείτε τον, μετά το πρώτο εικοσάλεπτο, σιτεμένο και «καμένο» αντιτεκνό – κουβαλάει πάνω του όλη την ταινία, εννοείται. Οι σαλταδόροι γενικά, των επιχειρήσεων ή της πιο κοινής αρπαχτής, θα χαρούν την ανατροπή και το φινάλε. Οι αντιμνημονιακοί, εγκλωβισμένοι της Σοφοκλέους, χρεωμένοι, βασικά η μισή Ελλάδα πλέον δηλαδή, δεν ξέρω αν θα πουν «δώσε» ή «άντε πάγαινε από δώ» στο δεύτερο επίπεδο των μπηχτών περί τη νέα τάξη πραγμάτων των άυλων τσέτουλων – ανάλογα την ιδεολογία του καθενός, υποθέτω.


MORE REVIEWS

ΣΤΟΝ ΙΣΤΟ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

Ο Καλέμπ, νεαρός κάτοικος του ελαφρώς γκετοποιημένου κτηριακού συγκροτήματος Les Arenes de Picasso, λίγο έξω από το Παρίσι, με αδυναμία στο να συλλέγει εξωτικά έντομα, φέρνει στο διαμέρισμά του μια σπάνια αράχνη άκρως επικίνδυνη και δηλητηριώδη, η οποία αναπαράγεται με απίστευτη ευκολία και ταχύτητα. Επίσης, τα τέκνα της… μεγαλώνουν αφύσικα!

ΜΗΝ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

Άνδρας που ζει μοναχικά σε ορεινή περιοχή, ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του σε άγνωστη κοπέλα που, εν εξάλλω καταστάσει, του ζητά βοήθεια μέσα στη νύχτα, επικαλούμενη επίθεση πλάσματος (;) αγνώστου ταυτότητας και στοιχείων προς την ερευνητική ομάδα βιολόγων στην οποία ανήκει και είχε κατασκηνώσει στο παρακείμενο δάσος.

ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΓΚΙ

H ζωή έχει γίνει λίγο πολύ απαιτητική για τη Σούπερ Μάγκι. Καθώς η εγκληματικότητα στην πόλη είναι σε ύφεση, περνά τον χρόνο της βοηθώντας στην απόφραξη αποχετεύσεων και στην υποβολή φορολογικών δηλώσεων, αντί να σώζει τον κόσμο. Σίγουρα δεν είχε επιλέξει κάτι τέτοιο! Όταν μια μοχθηρή ιδιοφυΐα της τεχνολογίας απειλεί να παγιδεύσει ολόκληρη την πόλη σε μια «τέλεια» προσομοίωση metaverse, η Μάγκι και ο Σουίτι πρέπει να συνεργαστούν για να σώσουν την κατάσταση για άλλη μια φορά. Μήπως είναι και η τελευταία περιπέτεια του δυναμικού ντουέτου;

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΗΡΩΑΣ

Γερμανική πολυεθνική που επιθυμεί ν’ ανοίξει supermarket σε χωριό της Σλοβενίας στέλνει επιτόπου εκπρόσωπό της για αυτοψία. Εκείνη, όμως, πέφτει πάνω σε κάτι φευγάτους τύπους που για hobby τους έχουν… την αναπαράσταση μαχών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ούτε ζωγραφιστούς δεν θέλουν να βλέπουν τους Γερμανούς!

ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ

Ο Αρτ και ο Πάτρικ καψουρεύονται την Τάσι. Και οι τρεις τους παίζουν tennis επαγγελματικά. Και θέλουν να κερδίζουν. Αλλά στο… κρεβάτι τρίτος δε χωρεί.