FreeCinema

Follow us
10.1115:30

Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Ανάμεσα στο hype και την «καλτίλα».


Το 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έχει ξεκινήσει εδώ και μερικές μέρες, με συμμετοχή θεατών από ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά όχι και από τις συνήθεις αίθουσες στις οποίες πραγματοποιεί τις προβολές της η διοργάνωση… Μακριά από τα ζωντανά και γεμάτα ανθρώπους σινεμά, ιδού δύο από τα τρία πρώτα… online sold-out, ελληνικής προέλευσης! Από δύο εντελώς διαφορετικά φιλμικά σύμπαντα.

Κάνεις… «προπαραγγελία» τίτλου, περιμένεις να έρθει η μέρα της online «προβολής» του και… εύχεσαι η ώρα που σε εξυπηρετεί να υπάρχει και στοιχειωδώς γερή διαδικτυακή σύνδεση, ώστε το έργο να stream-άρει κανονικά. Αυτό είναι το 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Δεν το είχα ξαναζήσει όλο αυτό σαν διαδικασία. Περιττό να πω ότι είναι κάτι το εντελώς ψυχρό και… μη φεστιβαλικό. Σαν να κάθομαι στο σπίτι μου και να βλέπω το όποιο screener, για το οποίο έχω κωδικό χρήσης για να το παρακολουθήσω. Καμία άλλη αίσθηση ή συναίσθημα. Προφανώς και δεν φταίνε οι άνθρωποι του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης γι’ αυτό. Τίθεται, όμως, ένα βαθύτερο ερώτημα που θίγει την ύπαρξη και τη σημασία των κινηματογραφικών φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Γιατί υπάρχουν, τελικά; Για να ξεχωρίζουν και να προτείνουν ταινίες οι οποίες διαφορετικά θα περνούσαν απαρατήρητες; Για να πουλιούνται καλύτερα, κατόπιν, με το ένα κάποιο βραβειάκι τους; Ανοίγει μεγάλες κουβέντες ο COVID-19…

Τα πρώτα (online) sold-out του φετινού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν για τρεις ελληνικές ταινίες. Τη μία από αυτές (το «Digger» του Τζώρτζη Γρηγοράκη, με συμμετοχή στο Διεθνές Διαγωνιστικό) δεν κατάφερα να την παρακολουθήσω, δεν πρόλαβα διαθέσιμο «εισιτήριο». Οπότε θα περιοριστώ στους άλλους δύο τίτλους, τα «Μήλα» του Χρήστου Νίκου (επίσης από το Διεθνές Διαγωνιστικό) και το «Πρόστιμο» του Φωκίωνα Μπόγρη (ελληνική πρεμιέρα).

Εδώ και λίγο καιρό, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Χρήστου Νίκου ακολουθείται από ένα… μάλλον εξωφρενικό hype. Βραβεία σε κάποια φεστιβάλ, θερμή υποστήριξη από την Κέιτ Μπλάνσετ που ανέλαβε χρέη executive producer (!), μέχρι και επίσημη πρόταση της Ελλάδας για την επερχόμενη πεντάδα του Όσκαρ καλύτερης ξένης χρονιάς (για ποιας χρονιάς τα φιλμ και πότε θα κάνουν απονομή, ακόμα δεν έχω καταλάβει…). Ενώ πρόκειται, απλά, για μία… πρώτη ταινία! Τα «Μήλα» βασίζονται σε ένα ενδιαφέρον σεναριακό εύρημα (υπογράφει ο Νίκου και ο Σταύρος Ράπτης). Σε μια Αθήνα ακαθόριστης χρονικής περιόδου (αλλά σε φιλμικό πλαίσιο genre που φλερτάρει με το φανταστικό, ουχί εικαστικά, όμως), μία ανεξήγητη πανδημία προκαλεί αμνησία σε τυχαίο ποσοστό των κατοίκων της. Εντελώς ξαφνικά, ξεχνάς ποιος είσαι, από πού έρχεσαι και που πας. Αν δεν έχεις ταυτότητα πάνω σου, καταλήγεις σε μία κλινική στην οποία τεστάρονται οι δυνατότητες της μνήμης σου κι αν δεν βρεθούν συγγενείς εκεί έξω, αποκτάς μια καινούργια ταυτότητα κι ένα δικό σου διαμέρισμα, στο οποίο λαμβάνεις καθημερινά φακέλους με «αποστολές» που όχι μόνο οφείλεις να φέρεις εις πέρας, αλλά και να πιστοποιούνται από μία φωτογραφία που πρέπει να τραβήξεις. Πέραν της κεντρικής ιδέας, το σενάριο δεν αναπτύσσεται σε κάτι ουσιαστικότερο, σαν ιστορία είναι λίγο, και από τη στιγμή που «καίει» το twist του, οδηγείται σε αμηχανία προθέσεων. Υπήρχαν στιγμές που τα «Μήλα» μου έφερναν στο νου τις «Άλπεις» (2011) του Γιώργου Λάνθιμου (για λόγους που δεν θα ήθελα να αναπτύξω σε αυτό το κείμενο), ενώ κάπου με κούρασαν διάφορα στερεότυπα hipster-ισμού που εδώ και καιρό πλήττουν αισθητικά το σύγχρονο ελληνικό σινεμά: τα ίδια και τα ίδια σε εξωτερικά locations του κέντρου της πόλης, «παλιακό» production design με vintage έπιπλα, κατοικίες και χρηστικά αντικείμενα, κι αυτό το «τετράγωνο» frame που από μόδα «αναζήτησης» έχει καταντήσει μόνιμη συντροφιά της κάθε φιλμικής «παραξενιάς» στο παγκόσμιο σινεμά. Η παρουσία του Άρη Σερβετάλη δεν βοηθά, καθώς το μη σκηνοθετημένο, «ψυχρό» και απαθές βλέμμα δεν υποστηρίζει χαρακτήρα αλλά περιφερόμενη «μάσκα» (που ξεχνά ότι κάπου υπάρχει κι ένα twist…). Σίγουρα αισθάνεσαι ότι υπάρχει μία υποσχόμενη ματιά εδώ, αλλά ο Νίκου πρέπει να απομακρυνθεί από το «κάπου το ‘χω ξαναδεί» και ν’ αναζητήσει μία πιο αυθεντικά δική του ταυτότητα εικονοκλάστη, ειδικότερα εάν έχει και άλλες σεναριακές ιδέες για κάτι το καινούργιο στο μέλλον.

Πέρα από φεστιβαλικές… φανφάρες και τη φήμη του φετινού hip για το ελληνικό σινεμά, ο Φωκίωνας Μπόγρης επιστρέφει μετά από μεγάλη απουσία (και την καθαρά μπιμουβάδικη φάση της «Κάθαρσης» του 2009) με μία δεύτερη fiction ταινία μεγάλου μήκους, πιο κινηματογραφικός από ποτέ. Προερχόμενος από ένα είδος «καλτίλας» και με κάποια (ανάλογα) στερεότυπα κι αυτός, καταφέρνει με το «Πρόστιμο» όχι μόνο να ξαφνιάσει θετικά, αλλά να απομακρυνθεί από συγκρίσιμα μεγέθη και την (πλέον) αναμενόμενη κατηγοριοποίηση του… «οικονομιδικού» σινεμά. Αν και χειρίζεται άπειρες από τις φάτσες της «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», σε ένα από τα καλύτερα casting που έχουμε δει σε ελληνική ταινία εδώ και καιρό! Ο Βαγγέλης είναι ένας τυπάκος της διπλανής πόρτας που πουλάει «χόρτο» για τα προς το ζην, ελπίζοντας να του κάτσει μια μόνιμη, σωστή δουλειά. Να γίνει απλά… κανονικός, δηλαδή. Με βεβαρημένο ποινικό μητρώο για εμπορία και κατοχή, όμως, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Υποψιασμένος ότι οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας θα τον «καρφώσουν» στους μπάτσους, βρίσκει προσωρινό καταφύγιο στο διαμέρισμα της αδελφής του, η οποία εσχάτως συζεί με τον Πέτρο, σχεδόν βετεράνο της «πιάτσας» που σήμερα τη βγάζει με μικροκομπίνες και «προστασία» στα νότια προάστια. Ο τελευταίος θα χώσει τον Βαγγέλη σε (υποτίθεται) πιο προσοδοφόρα κόλπα, αν και ο «μικρός» δεν δείχνει να το ‘χει μέσα του. Στακάτα πλάνα χωρίς «μπιχλιμπίδια» στη ματιά, tempo που δεν «τρέχει» αλλά σε κρατάει (και ίσως ήθελε λίγο πιο νεύρο στο δεύτερο μέρος του φιλμ), πραγματικά δυνατές και συνολικά σωστά «ενορχηστρωμένες» ερμηνείες και ιστορία που δεν ταυτίζεται με ένα κάποιο «λουμπεναριό» υποκόσμου, αλλά με το πιο λαϊκό στρώμα της ράτσας μας που αγκομαχάει να ζήσει και να κρατηθεί πάνω από την επιφάνεια της γης, είναι στοιχεία που μετράνε ουσιαστικά στο «Πρόστιμο». Ο Μπόγρης στήνει έναν φιλμικό κόσμο που δεν ταυτίζεται με τη μίρλα της κοινωνίας, δεν φωνασκεί για να φανεί «διαφορετικός», δεν μεγαλοστομεί γενικά. Υπάρχει. Και αναζητά τον τρόπο να υπάρχει, όσο πιο ασφαλώς γίνεται, για να προσγειωθεί κάποτε στην «κανονικότητα», με την ίδια ψυχή αλλά με αλλιώτικο «ένδυμα». Εκεί, στην κοινωνική του τοποθέτηση, είναι που το έργο «καθαρίζει» και βασίζει τη δυναμική του. Βαγγέλης Ευαγγελινός και Στάθης Σταμουλακάτος είναι τα ερμηνευτικά «αντίβαρα» που κάνουν τα δρώμενα τόσο αληθοφανή, από τις πιο χαβαλετζίδικες στιγμές τους έως την έκρηξη μιας υποβόσκουσας βίας που σέρνεται σαν σασπένς κάτω από την επιφάνεια του έργου. Ο Μπόγρης ωρίμασε. Απότομα. Και καλά.