FreeCinema

Follow us

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΤΗΣ (2014)

(NIGHTCRAWLER)

  • ΕΙΔΟΣ: Θρίλερ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νταν Γκίλροϊ
  • ΚΑΣΤ: Τζέικ Τζίλενχολ, Ρενέ Ρούσο, Μπιλ Πάξτον, Ριζ Άχμεντ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 117'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Ο Λου Μπλουμ κάνει ότι περνάει από το χέρι του για να εργαστεί και να ζήσει στο σημερινό Λος Άντζελες. Τελευταία του απόπειρα να ορθοποδήσει, το επάγγελμα του freelancer reporter, ο οποίος «περιπολεί» τους δρόμους με μια βιντεοκάμερα κάθε νύχτα, αναζητώντας το έγκλημα και την ανθρώπινη δυστυχία, τα αγαπημένα θέματα της «ενημερωτικής» τηλεόρασης, δηλαδή.

Τα φιλμ που κρίνουν την media-κή ενημέρωση, και κυρίως το παρασκήνιο της τηλεόρασης και των δελτίων ειδήσεων, αποτελούν ως επί το πλείστον κωμωδίες. Εμφανώς, το σινεμά προτιμά να προσεγγίζει αυτόν τον κόσμο ασκώντας κριτική περισσότερο χιουμοριστική και σατιρική. Τα παραδείγματα σε αυτό το genre είναι πολλά. Η πιο αιχμηρή ματιά που μας έδωσε ο αμερικανικός κινηματογράφος επάνω στο θέμα της σχέσης κοινωνίας και τηλεοπτικής ενημέρωσης, όμως, παραμένει το «Δίκτυο» (1976) του Σίντνεϊ Λουμέτ, ένα φιλμ δραματικό, τολμηρό στα όσα λέει ακόμη και σήμερα, με μια βαθιά δόση σαρκασμού που σπάνια σε κάνει να… χαμογελάσεις. Οι διαπιστώσεις του σε κάνουν να σαστίζεις. Και το έργο καταλήγει να είναι κυριολεκτικά πολιτικό. Σε αυτό το «κανάλι» επιχειρεί να κάνει την πρώτη του «εκπομπή σήματος» πίσω από τον φακό ο σεναριογράφος Νταν Γκίλροϊ με τον «Νυχτερινό Ανταποκριτή» του. Και η «αναμετάδοσή» του είναι σχεδόν… «καμπάνα»!

Ως πρωτάρης, ο Γκίλροϊ κάπου διχάζεται ανάμεσα στον ρόλο τού σκηνοθέτη κι εκείνον του σεναρίστα. Με έναν τρόπο, αυτο-σαμποτάρεται ανάλογα με το τι παίρνει το «πάνω χέρι». Το σενάριο διαθέτει ευφυία, αλλά θέλει να πει πολύ περισσότερα από όσα αντέχει να σηκώσει η δομή του. Και ο σκηνοθέτης Γκίλροϊ βρίσκει την ευχαρίστησή του περισσότερο στις σεκάνς δράσης και βίας, παρά στα κομμάτια… γραφής. Οι χαρακτήρες είναι λίγοι, συγκεκριμένοι και όχι πλούσια ανεπτυγμένοι (από την παραγωγό των ειδήσεων μέχρι τον κακομοίρη μετανάστη που θα προσλάβει ως βοηθό του ο Λου).

Ακόμη και ο κεντρικός του ήρωας, αν και αξιομνημόνευτος (με σαφή δυνατότητα να μετατρέψει το φιλμ και τη φιγούρα του σε cult classic), παρουσιάζει κενά στη σκιαγράφηση και ο τρόπος που ο Γκίλροϊ απεικονίζει τον Τζέικ Τζίλενχολ κάπου ξεπερνά τα όρια του γραφικού. Ο ξένος Τύπος τον παρομοίασε με τον Τράβις Μπικλ του «Ταξιτζή» (1976, ακριβώς όπως και το «Δίκτυο»!). Ο αμοραλισμός τού Λου Μπλουμ, βέβαια, καμία σχέση δεν έχει με εκείνον τον χαρακτήρα… Οι γκριμάτσες, το μακιγιάζ και το όλο στήσιμο του Τζίλενχολ περισσότερο τον κάνουν να μοιάζει με έναν γουρλωμένο… Νοσφεράτου, που στην ψυχή κουβαλάει τα αποθέματα πείσματος που είχε η… Τρέισι Φλικ από το «Election» (1999) του Αλεξάντερ Πέιν! Ναι, σ’ εκείνο το «σόι» ανήκει ο Λου. Του καταφερτζή, που θα πατήσει επί πτωμάτων για να καταφέρει να κάνει τις βλέψεις του πραγματικότητα. Για να λάμψει το «αμερικάνικο όνειρο», χωρίς να υπάρχει καν όριο στους μελλοντικούς του στόχους.

Η «μάσκα» που φορά ο Τζίλενχολ, του «βαμπίρ» αρπαχτικού της νύχτας, που θα σκηνοθετήσει μέχρι και κανονικό έγκλημα, για να έχει τη χαρά τού cameraman που θα πατήσει πρώτος το rec, θα το καταγράψει και κατόπιν θα το μοσχοπουλήσει στο τοπικό καναλάκι του Λος Άντζελες, κάνει τη δουλειά της για τον μέσο… voyeur – θεατή (που θα ταυτιστεί μαζί του, αλλά και θα τον μισήσει… θανάσιμα), αλλά χαντακώνει μαζί το σεναριακό επιχείρημα του Γκίλροϊ, να τον παρουσιάσει ως κάτι το αληθινό, το πιστευτό. Τον κάνει να μοιάζει με ένα ανθρωπόμορφο, psycho πλάσμα που ελάχιστοι άνθρωποι θα επέτρεπαν να τους πλησιάσει (ο τρόπος που εισχωρεί μέσα στο τηλεοπτικό κανάλι ή χώνεται σε κάθε τόπο εγκλήματος, αδιαφορώντας για την παρουσία των αστυνομικών, είναι κάπως αφελής). Όταν η psycho φιγούρα «καπελώνει» τον χαρακτήρα τού σεναρίου, διαπιστώνεται πρόβλημα.

Για να μην προσθέσω μια αίσθηση «παλιακή» και ελαφρώς ξεπερασμένη, τοποθετώντας τη δράση στο πλαίσιο της τεχνολογίας που, πλέον, επιτρέπει στον καθέναν από εμάς, να σηκώσουμε τον φακό ενός κινητού τηλεφώνου, να καταγράψουμε το παραμικρό και να το «ποστάρουμε» στα social, άμεσα, έτοιμο για κατανάλωση (εκτός κι αν το πνεύμα του Λου μας διακατέχει επίσης και υπολογίσουμε το κέρδος από μια πιθανή πώληση στα media…).

Και πάλι, όμως, ο «Νυχτερινός Ανταποκριτής» είναι ένα από τα φιλμ που στιγματίζουν τη φετινή σεζόν και προκαλεί τις αυτονόητες συζητήσεις γύρω από την κατάσταση της τηλεοπτικής ειδησεογραφίας σήμερα και τα όρια του «θεάματος» ρεαλιστικής βίας και της καταπάτησης του ιδιωτικού βίου, ο οποίος γίνεται βορά στην τηλεθέαση και το αιμοδιψές (εκ του ασφαλούς) κοινό. Αυτός ο θεατής απουσιάζει πλήρως από το φιλμ. Κρίμα, γιατί, συνήθως, είναι το μεγαλύτερο τέρας απ’ όλα.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το είδος τού σινεμά που σε κάνει να ενδιαφερθείς με το θέμα, να παρακολουθήσεις το φιλμ με τσιτωμένα νεύρα, να φρικάρεις με τον χαρακτήρα ή και την κοινωνία ολόκληρη. Η κορύφωση είναι ένα υπόδειγμα κινηματογράφησης που θα αφήσει εποχή! Το κοινό τής «μασημένης» τροφής, που διψά για περιπέτεια, κάπου θα «κλωτσήσει». Προτάθηκε για Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου, κοινώς η δουλειά πιστώθηκε στον Γκίλροϊ ως σεναριακή επιτυχία. Είναι η πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, προφανώς και θα περιμένουμε τη συνέχεια αυτής της καριέρας του. Εξαιρετικές οι νυχτερινές λήψεις του dp Ρόμπερτ Έλσγουιτ (που κάνει σκόνη το «Collateral» του Μάικλ Μαν).


MORE REVIEWS

ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

Ένας πιλότος θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια κατάσταση ζωής και θανάτου, όταν αναγκαστεί να προσγειώσει το επιβατηγό αεροσκάφος του σε μια ζούγκλα, στη μέση του πουθενά.

JOYLAND

Υπό καθεστώς οικογενειακής πίεσης, προκειμένου να βρει δουλειά, ο μικρότερος γιος πακιστανικής φαμίλιας καταφεύγει στην έσχατη λύση της εργασίας σε… ερωτικό χοροθέατρο. Η καθημερινή συναναστροφή του με την transsexual πρωταγωνίστρια του θεάματος, εξελίσσεται σε έρωτα. Αυτά, όμως, είναι δύσκολα πράγματα για έναν νεαρό και… παντρεμένο Πακιστανό!

ΜΠΕΛ: Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ

Ένα ντροπαλό νεαρό κορίτσι θ’ αποφασίσει να «δραπετεύσει» σ’ έναν εικονικό κόσμο, εκεί όπου ο καθένας μπορεί να είναι αυτό που θέλει. Σύντομα, όμως, θα συνειδητοποιήσει πως ο ψηφιακός κόσμος δεν διαφέρει και τόσο από τον πραγματικό.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Έπειτα από σαράντα χρόνια παραμονής στην ξενιτιά, ο Φελίτσε επιστρέφει στη Νάπολη. Νεανικές αναμνήσεις ξυπνούν στη θύμησή του, τα φαντάσματα του παρελθόντος, όμως, γυρίζουν για να τον στοιχειώσουν.

Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ένας Δανός ιερέας ταξιδεύει μέχρι την Ισλανδία με σκοπό να επιβλέψει το χτίσιμο μιας εκκλησίας σ’ ένα απομονωμένο μέρος του νησιού.