FreeCinema

Follow us

CUNNINGHAM (2019)

  • ΕΙΔΟΣ: Ντοκιμαντέρ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Άλα Κόβγκαν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FILMTRADE

Μια μελέτη επάνω στη δουλειά του σημαντικού χορογράφου Μερς Κάνινγκχαμ, μέσω οπτικοακουστικού αρχείου από σταθμούς της καριέρας του και σημερινές recreations διάσημων δημιουργιών του.

Όπως επιθυμούσε ο ίδιος, αυτοπροσδιορισμένος ως χορευτής και χωρίς τα συνηθισμένα συνοδευτικά «γαλόνια» του σύγχρονου ή του avant-garde, o Μερς Κάνινγκχαμ αναζήτησε μια «άλλη» διάσταση στην ανθρώπινη κίνηση και έχτισε μια εξαιρετική καριέρα εβδομήντα ετών και εκατόν ογδόντα χορογραφιών. Το ντοκιμαντέρ «Cunningham» της Άλα Κόβγκαν εστιάζει κυρίως στο πλέον ουσιαστικό διάστημα της καλλιτεχνικής του πορείας, από το 1942 έως το 1972. Δυστυχώς, όχι με αντίστοιχα δημιουργική σκηνοθετική φροντίδα…

Άδοξα αποστασιοποιημένο από τον άνθρωπο Κάνινγκχαμ και απομακρυσμένο από μια πιο προσωπική προσέγγιση (ακόμη και στο κομμάτι της «επεξήγησης» της μακρόχρονης συντροφικής σχέσης του με το συνθέτη Τζον Κέιτζ, πρωτότυπη μουσική του οποίου συνόδευε πολλές από τις χορογραφίες του), το ντοκιμαντέρ της Κόβγκαν (και μοντέρ εδώ) μοιάζει περισσότερο με ένα collage που αγωνιά να συνδέσει ηχητικά ντοκουμέντα, δηλώσεις του Κάνινγκχαμ από συνεντεύξεις και πλάνα αρχείου από διάσημες δουλειές του, δίχως αισθητική συνέπεια. Και είναι κρίμα, διότι τα βασικά χαρακτηριστικά που απέφευγε ο ίδιος στη μέθοδό του (ρυθμός, συναίσθημα και συμβάσεις συνοχής), σαφώς ενέπνεαν για κάτι πιο «αναρχικό» και ελευθέριο ταυτόχρονα, πόσω μάλλον από τη στιγμή που η θεώρησή του πάνω στο χορό μιλούσε για μια μορφή οπτικής εμπειρίας η οποία δε χρειαζόταν (καν) να είναι εξαρτημένη (έως και) από τη μουσική.

Το αρχειακό υλικό τοποθετείται κυρίως σε frames εντός του κινηματογραφικού καρέ (συχνά σκορπισμένα σε split screens), γύρω από τα οποία δημιουργούνται layers πρόσθετων στοιχείων (φωτογραφίες, γραφικά «trick» και προτάσεις λέξεων), αρκετά ακαλαίσθητα σαν συνθέσεις (ειδικά όσον αφορά γραμματοσειρές), δηλώνοντας συνολικά μια σκηνοθετική αμηχανία, που επιχειρείται να «καλλωπιστεί» από το (3D) gimmick των recreations σημαντικών χορογραφιών του Κάνινγκχαμ, ενταγμέενων σε urban «τοπία» ή μέσα στη Φύση, σε μια απόπειρα αισθητικού εντυπωσιασμού και «ποιητικής» διάθεσης. Ίσως το μοναδικό αρμονικό σε λειτουργικότητα κομμάτι γυρίσματος από το σήμερα να είναι η χορογραφία με τίτλο «Second Hand» (1970), σε μουσική του Κέιτζ.

Μια πιο διερευνητική ματιά στο μυαλό του Κάνινγκχαμ, στις βάσεις των κινησιολογικών του αναζητήσεων και στα αίτια που τον μετέτρεψαν σε μύθο του χορού είναι πράγματα που απουσιάζουν από τούτο το ντοκιμαντέρ, το οποίο σίγουρα σκοντάφτει στην έμπνευση.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Οι θεατές που θαύμασαν το ντοκιμαντέρ «Pina» (2011) του Βιμ Βέντερς (επίσης σε 3D), μάλλον θα απογοητευτούν (καλλιτεχνικά) εδώ. Αποκλειστικά για σκληροπυρηνικούς λάτρεις (και μελετητές) του χορού, οι οποίοι θα έχουν την περιέργεια να το παρακολουθήσουν (για προφανείς αρχειακούς λόγους).


MORE REVIEWS

ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

Ένας πιλότος θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια κατάσταση ζωής και θανάτου, όταν αναγκαστεί να προσγειώσει το επιβατηγό αεροσκάφος του σε μια ζούγκλα, στη μέση του πουθενά.

JOYLAND

Υπό καθεστώς οικογενειακής πίεσης, προκειμένου να βρει δουλειά, ο μικρότερος γιος πακιστανικής φαμίλιας καταφεύγει στην έσχατη λύση της εργασίας σε… ερωτικό χοροθέατρο. Η καθημερινή συναναστροφή του με την transsexual πρωταγωνίστρια του θεάματος, εξελίσσεται σε έρωτα. Αυτά, όμως, είναι δύσκολα πράγματα για έναν νεαρό και… παντρεμένο Πακιστανό!

ΜΠΕΛ: Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ

Ένα ντροπαλό νεαρό κορίτσι θ’ αποφασίσει να «δραπετεύσει» σ’ έναν εικονικό κόσμο, εκεί όπου ο καθένας μπορεί να είναι αυτό που θέλει. Σύντομα, όμως, θα συνειδητοποιήσει πως ο ψηφιακός κόσμος δεν διαφέρει και τόσο από τον πραγματικό.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Έπειτα από σαράντα χρόνια παραμονής στην ξενιτιά, ο Φελίτσε επιστρέφει στη Νάπολη. Νεανικές αναμνήσεις ξυπνούν στη θύμησή του, τα φαντάσματα του παρελθόντος, όμως, γυρίζουν για να τον στοιχειώσουν.

Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ένας Δανός ιερέας ταξιδεύει μέχρι την Ισλανδία με σκοπό να επιβλέψει το χτίσιμο μιας εκκλησίας σ’ ένα απομονωμένο μέρος του νησιού.