FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΜΠΑΡΜΠΕΡΙΚΟ: Η ΝΕΑ ΚΟΥΠ (2016)

(BARBERSHOP: THE NEXT CUT)

  • ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάλκολμ Ντ. Λι
  • ΚΑΣΤ: Άις Κιουμπ, Σέντρικ Δι Εντερτέινερ, Ρετζίνα Χολ, Σον Πάτρικ Τόμας, Τζάζμιν Λούις, Ιβ, Κόμον, Τζ. Μπ. Σμουβ, Λαμόρν Μόρις
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 111'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Στο σπαρασσόμενο απ’ τη βία τού δρόμου νότιο Σικάγο, ένα unisex πλέον παραδοσιακό μαύρο κομμωτήριο επιχειρεί να γίνει εμπόδιο σε σχεδιαζόμενο απ’ τις Αρχές ghetto στη συνοικία του, κήρυκας πασιφισμού κι εστία συσπείρωσης της κοινότητας, προσφέροντας δωρεάν τις υπηρεσίες του για ένα weekend εκεχειρίας – οι stylists του, όμως, βρίσκονται με ποικίλες αφορμές διαρκώς στα πρόθυρα του να πιαστούν μαλλί με μαλλί. Αν ενωμένοι γίνουν viral, θα πετύχουν permanent;

Είναι δυνατόν ο filmer τού «Scary Movie 5» να ευθύνεται για ό,τι πλησιέστερο σε ένα «Κάνε το Σωστό» ή ένα «Τα Παιδιά της Γειτονιάς» έχει δει το mainstream τα τελευταία χρόνια, περιποιούμενος τις… ρίζες του, και ταυτόχρονα βάζοντας extensions σ’ ένα απ’ τα γνωστότερα coloured crowd-pleaser; Ναι, και ουδεμία έκπληξη πρέπει να υφίσταται σε όποιον έχει δει τα καλύτερα από τα προηγούμενα χτενίσματά του («Soul Men», «Ο Μαύρος Αδελφός») στη μεγάλη οθόνη, ακόμα κι αν η ψαλίδα (του sitcom και του ηθογραφικού blaxploitation) τρέχει στην καούκα τής – ευχάριστη έκπληξη δεδομένου του σκουπίσματος προς το home entertainment που υφίστανται συνηθέστατα τα κομμένα σύρριζα all-black features στην Ελλάδα, έστω κι αν οφείλεται στη schedule πρεμούρα μιας νεοπαγούς εταιρείας διανομής να έχει τακτικό παρών στις αίθουσες ακόμη και με έναν θεωρούμενο αντιεμπορικό τίτλο – πρώτης τούφας του franchise που μοστράρεται στα μέρη μας.

Ταιριαστά προς τις φυλετικές ευαισθησίες τού και παραγωγού Άις Κιουμπ (αυτό είναι το φετινό του, σε ψυχαγωγική οικογενειακή συσκευασία «Straight Outta Compton»), ένα μοντάζ ντοκουμέντων – φόρος τιμής στη Chi town και τους έγχρωμους «σταθμούς» της ανοίγει (και κλείνει στο φινάλε) τις ανταύγειες των αξιών «community» και «brotherhood». Αυτές φωτίζουν τη ζωή των ηρώων (των κουρέων, κομμωτριών και σία – των θαμώνων και των περαστικογνωστών), αυτές κινδυνεύουν ενώ η χτένα ισιώνει το καρέ των μειζόνων πλεξούδων της υπόθεσης. Ο γιος και συνεχιστής του μπαρμπέρη ιδρυτή σχεδιάζει κρυφά απ’ τη συνεταίρο τού συστεγαζόμενου γυναικείου τμήματος τη μετεγκατάσταση σε ήσυχη περιοχή τού κέντρου ενώ, όπως και η γυναίκα του, αντιλαμβάνεται καθυστερημένα ότι ο έφηβος γιος του βρίσκεται ένα βήμα πριν απ’ την προσχώρηση σε συμμορία. Ξέκωλο δεύτερο πιστολάκι το παίζει (αντρο)χωρίστρα σεινάμενο κουνάμενο στον παίδαρο trimmer (της ανδρικής πτέρυγας του establishment), η συνάδελφος γυναίκα τού οποίου με το ζόρι κρατιέται για να μην της το βγάλει τρίχα-τρίχα. Και αφενός οι αρχηγοί δύο αντίπαλων gangs που διασταυρώνονται στις καρέκλες τού χώρου αφετέρου εξαγγελθείσα περίφραξη του Δήμου ως μέτρο αντιμετώπισης του αιματοκυλίσματος στο hood κοντράρονται με την απόφαση τού αφεντικού να αλλάξει τα πράγματα.

Τα πρώτα 10 λεπτά της δράσης είναι ο εφιάλτης τού μη παρλαπίπα πελάτη τού βασιλείου ενός… Φίγκαρο, καθώς οι hairdressers, αρσενικοί και θηλυκοί, δε βάζουν γλώσσα μέσα τους αλλά αβέρτα τρέσες exposition. Ευτυχώς, ο σεναριογράφος (και του «Black-ish» της μικρής οθόνης) Κένια Μπάρις αρχίζει να κάνει κοτσίδες στους χαρακτήρες, φροντίζοντας τις προϋπάρχουσες ή φρεσκοφυτρωμένες φαβορίτες τού γελαδερού μαύρου τυπολογίου που οδηγούν στο υπογένιο καταστάσεων. Η κομπορρημονούσα αρχαιότερη τσατσάρα τού καταστήματος, ένας φιγουρατζής καταφερτζής που έχει στήσει εκεί το παραμάγαζό του, ένας απατεώνας πίσω απ’ το προκάλυμμα της φιλανθρωπίας κεϊτεράς soul food και τρία άξια υπαλληλάκια, το ένα Hindu καταγωγής, (σ)τα παίρνουν περισσότερο ή λιγότερο ευπρόσδεκτα, στην καλύτερη των περιπτώσεων αναδεικνύοντας το (fun του καλαμπουριού παράλληλα με τον προβληματισμό και την ανθρωπιά, και όχι το μούσι τού όλου) afro.

Λογομαχίες για τα σεξουαλικά πρότυπα της ράτσας στην εποχή τής Juicy Coiffure (αυτό είναι δικό μου κι όχι της ταινίας), αποστομωτικά νοητικά curls για το πώς γεννήθηκαν οι Δυτικές Ινδίες και απ’ αυτές η Ριάνα, σατιρικές αναφορές στο όμπρε της πολιτικής Ομπάμα, λουσίματα του Μπιλ Κόσμπι με μπηχτές, αστεϊσμοί που κάνουν μπούκλες από το «Jurassic Park» (κορυφαίος ο «νεγρόσαυρος») και τον Κάνιε μέχρι τη Χάλι Μπέρι στο «Ο Χορός των Τεράτων» και το ξέσπασμα της Σολάνζ Νόουλς στο ασανσέρ, λογοπαίγνια τού μικροκόσμου τού salon (απίστευτο εκείνο για το διχτάκι του Flavor Flav) θα έκαναν τον Αρσένιο Χολ και την ομάδα τού «In Living Color» περήφανους για τον αφρό αυτής της παρέας, που συνήθως κρατάει στα χέρια του ο ασπρομάλλης Σέντρικ Δι Εντερτέινερ. Το πρόβλημα είναι ότι το βοκαλιστικό κι εμφανισιακό χρωμοσαμπουάν τής επιβεβλημένης από τις προηγούμενες ταινίες της σειράς γηριατρικής μεταμφίεσής του, εξαίρεσης μεταξύ των υπόλοιπων περσόνων που έχουν στρώσει δερματάκι, κάνει εντιμερφικά (συγκεκριμένα α λα «Δάσκαλος για Κλάματα») χαλάστρα στη δουλειά.

Υπάρχουν κι άλλα συμπτώματα αλωπεκίασης εδώ: η ιστοριούλα με επίκεντρο τον χορηγό εστιάτορα Άντονι Άντερσον, που επίσης επιστρέφει απ’ τα προηγούμενα φιλμ, είναι η πιο σαχλή, με τον κωμικό να δείχνει συν τοις άλλοις κομμένος (από την ντόπα ή το γαστρικό μανίκι;) – αλλά ίσως να φταίει η προκατάληψή μου, καθώς τον θεωρώ έναν από τους πιο αντιπαθητικά, ανυπόφορα μανιερίστες χάχες ever. Η Νίκι Μινάζ ξεκινάει χαριτωμένα σε κάτι σαν twerking στα μούτρα τού μπουλβάρ για να εξελιχθεί στην ντούγκλα στο μουστάκι της αφήγησης περί την πιθανή… κερατίνη τού #2 του κομμωτηρίου. Και το μιζανπλί νουθεσιών (στον σβέρκο μιας στο τσακ μη νικοξανθοπουλικής ανέλιξης, με την παράπλευρη απώλεια ενός τρίτου ρόλου – υποδείγματος για τη νέα γενιά ευτυχώς off script και camera) χτυπητό. Αλλά μήπως κι ο μόνος θέσπιος των N.W.A., που έφτασε να γίνει XXX, απέδειξε ποτέ πραγματικά το υποκριτικό ταλέντο του ώστε να το κάνει και εδώ;

Σχεδόν για κάθε μία από αυτές τις αδεξιότητες του manicure (με το αφιλόδοξο, συχνά τηλεοπτικής θαλπωρής χέρι τού πλαναρίσματος επίσης να μην διεκδικεί δάφνες Βιντάλ Σασούν), ο Λι έχει να σου βάλει μια ζεστή πετσέτα στη μάπα. Η σασπένς άκρη της σγουρής ίντριγκας της μύησης του εδώ Δουδέση Jr. στο έγκλημα κόβεται όπως κι όταν πρέπει. Ο star τού NBA Άντονι Ντέιβις περνάει νατουραλιστικά για σενιάρισμα και το μήνυμα «Αραπιά, για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί». Το «Never Too Much» του Λούθερ Βάντρος στα ηχεία για έναν απροσποίητο χορό τού ensemble μπριγιολάρεται από το breakdancing (!) του Κόμον που σκουπίζει το πάτωμα. Και στα générique τέλους, ένα γκαγκ ευτραπέλου με θύμα κορυφαίο ηγέτη, α λα «Johnny English» ή «Τρελές Σφαίρες», γίνεται η στέκα στην κεφαλή της θυμηδίας. Κυρίως: η κολώνια τού κινήματος «Black Lives Matter» που αποπνέει το project δεν είναι χύμα και ευωδιάζει συμφιλίωση όταν δένεται άπαν το μυθοπλαστικό σινιόν. Damn, ακόμη και μια μνεία στον Πρινς, υπό τη γωνία πια της απώλειάς του, καθρεφτίζεται όμορφα. ΟΚ, «παίζουν» postiche και καραφλιάσματα εδώ. Αλλά του βγάζει το μέσα του, και του πάει το look, αυτού του posse της διπλανής πόρτας – της Windy City, εντάξει. Peace, brothers and sisters. Και ψηλά την αφάνα…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Οι homies της μαύρης κουλτούρας θα το χαρούν για ποικίλους λόγους, με όλα τα εμφανή περουκίνια του, αλλά οι ουδεμία σχέση έχοντες με αυτήν δεν θα καταλάβουν τα μισά χωρατά: οι μεγάλες ηλικίες θα βρουν εδώ κάτι από το «Τhe Cosby Show», οι μικρές κάποιες showbiz αναφορές γνώριμες και καίριες – κανείς τους ας μην περιμένει σούργελα, ό,τι πιάσουν μασουλώντας all white popcorn. Must για τους οπαδούς του stand-up, Σεφερλής με σοκολατένια επιδερμίδα και διδάγματα Λαζόπουλου για τους arthouseάδες.


MORE REVIEWS

ΓΑΖΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Ηλικιωμένος ψαράς στη Γάζα είναι κρυφά ερωτευμένος με γυναίκα που βλέπει καθημερινά στην αγορά. Η τυχαία ανεύρεση αρχαίου αγάλματος περιπλέκει τα αισθηματικά του προβλήματα.

ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ

Σ’ ένα απομακρυσμένο, παραδοσιακό εργοστάσιο παραγωγής τούβλων, ένας άνδρας θα «παίξει» το τελευταίο χαρτί της προσωπικής του επανάστασης, όταν το αφεντικό ανακοινώσει το κλείσιμό του και, συνακόλουθα, την απόλυση των λιγοστών εργαζόμενων σ’ αυτό.

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΓΑΜΟ

Δέκα χρόνια σχέσης, γάμου και χωρισμού, μέσα από στιγμές της ζωής της Μαριάν και του Γιόχαν.

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΨΥΧΩΝ

Φιλόδοξος τυχοδιώκτης, με ταλέντο να χειραγωγεί τους ανθρώπους, ανέρχεται κοινωνικά παριστάνοντας το μέντιουμ και σε συνδυασμό με μία ψυχίατρο δίχως ηθικές αναστολές, ετοιμάζεται να κατακτήσει τον κόσμο, παραγνωρίζοντας τη σημασία του… «απ' τα ψηλά στα χαμηλά».

ΡΑΪΝΕΡ ΒΕΡΝΕΡ ΦΑΣΜΠΙΝΤΕΡ

Η ζωή του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, όπως την όρισε η σκηνοθετική του καριέρα μέσα στο διάστημα μιας δεκαπενταετίας.