FreeCinema

Follow us

ΤΖΟΝΤΙ ΦΟΣΤΕΡ: ΠΤΗΣΗ ΧΑΜΗΛΟΥ ΠΡΟΦΙΛ.


Το 2005, είχα την τύχη να συναντήσω την Τζόντι Φόστερ στο Παρίσι, με αφορμή την προώθηση του θρίλερ «Σχέδιο Πτήσης». Ήταν μία εξαιρετική εμπειρία, διότι η γυναίκα είναι σοβαρή επαγγελματίας και με περιεχόμενο. Όσο κι αν επιχειρούσε να φιλτράρει ή να «αυτολογοκρίνει» τα λόγια της, δεν έπαυε ποτέ να είναι ειλικρινής. Και ήταν και ο πρώτος άνθρωπος που σχεδόν μου… μαρτύρησε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας της επόμενης χρονιάς!

Την πρώτη μέρα, στην τηλεοπτική μας συνέντευξη, ήρθε ντυμένη σαν teenager, με τα jeans της κι ένα πιο ανέμελο ύφος. Την επομένη, για τα έντυπα, έκανε επίδειξη ωριμότητας ακόμη και μέσα από το look της. Η επαφή από κοντά μαζί της σε κάνει να νοιώσεις αμέσως τον επαγγελματισμό της. Μιλά με ειλικρίνεια, αλλά μέσα από όρια έκθεσης που έχει θέσει η ίδια στον εαυτό της. Είναι μαθημένη στο να ελέγχει την κατάσταση. Στην επιστροφή της στη μεγάλη οθόνη, με την ταινία «Σχέδιο Πτήσης», κάνει ακριβώς το αντίθετο. Αλλά την αγαπάμε ακόμη περισσότερο, ίσως επειδή στα θρίλερ μας έχει κακομάθει έτσι…

Έχετε δηλώσει πως η υποκριτική σας κουράζει και δεν είναι μέρος της προσωπικότητάς σας. Είναι μία άποψη που εκπλήσσει. Και μου δίνει την εντύπωση πως η φύση του επαγγέλματος είναι μάλλον οδυνηρή για εσάς…

Ναι, δεν γεννήθηκα λέγοντας ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Δεν ήμουν ποτέ το άτομο που τραβούσε τα φώτα επάνω του, το παιδί που έλεγε αστεία ή που εξωτερίκευε τα συναισθήματά του εύκολα. Γι’ αυτό και δουλεύω ελάχιστα. Γιατί όλο αυτό αντλεί πολλά πράγματα από μέσα μου… Παράλληλα, όμως, είναι κάτι που μου αρέσει. Κι αυτή μου η στάση το κάνει να φαίνεται περισσότερο ενδιαφέρον, συνήθως. Πάντοτε λέω ότι υπάρχουν δύο σκέλη για να χαρακτηρίσω τη δουλειά μου. Το πρώτο το αποκαλώ «χορογραφία» κι έχει να κάνει με τη δομή, την ιστορία, τη μελέτη που έχω να κάνω, την «αρχιτεκτονική» του χαρακτήρα και το πως θα τα συνδυάσεις όλα αυτά. Το δεύτερο ξεκινά από τη στιγμή που κάποιος θα φωνάξει «action» στο γύρισμα. Τότε ξεχνάς όλο το πρώτο σκέλος και, απλά, το κάνεις! Το ζεις, με όλη αυτή την προετοιμασία κάπου πίσω στο κεφάλι σου. Φυσικά, ο στόχος είναι πάντα να συνδυάζεις και τα δύο, σε αρμονία.

Μπήκατε στο χώρο σε πολύ μικρή ηλικία. Αν ξαναζούσατε από την αρχή, θα κάνατε διαφορετικές επιλογές; Θα θέλατε να ξεκινούσατε σε μία πιο ώριμη ηλικία, ως έφηβη για παράδειγμα;

Μου είναι δύσκολο να πω ότι θα έπραττα διαφορετικά. Κυρίως γιατί είχα μια υπέροχη ζωή, με πλήθος από εμπειρίες, κι ας υπήρξαν και οι μεγάλες δυσκολίες. Μαζί ερχόντουσαν και οι ανταμοιβές… Δεν ξέρω τι θα ήμουν αν δεν είχα ζήσει αυτή τη ζωή. Μερικές φορές απορώ με τη σκέψη. Έζησα όλη μου τη ζωή στην ίδια πόλη. Πως θα ήταν εάν αυτό άλλαζε; Δεν ξέρω…

Πόσο βοήθησε το γεγονός ότι σας αντιμετώπιζαν σαν «παιδί θαύμα» από τα τρία σας χρόνια; Δεν ήταν αυτό ένας «οιωνός» για ένα λαμπρό μέλλον;

Αν πούμε πως είμαι μία διανοούμενη, θα σου απαντήσω λέγοντας πως αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό για έναν ηθοποιό. Αλλά με έχει εμφυσήσει κιόλας, πολλές φορές. Με έχει πάει σε μονοπάτια ποιότητας δουλειάς που άλλοι ηθοποιοί δεν έχουν επιτύχει ν’ ακολουθήσουν. Και πάλι, με κάνει ν’ απορώ για το τι θα μπορούσα να έχω κάνει σε τούτο τον κόσμο ή για τον κόσμο εάν δεν ήμουν ηθοποιός, ως ένας σκεπτόμενος άνθρωπος. Θα μου άρεσε ν’ ασχοληθώ με τα νομικά; Θα πολεμούσα για τα ανθρώπινα δικαιώματα; Δεν έχω ιδέα! (Κομπιάζει προσπαθώντας να εκφράσει κάτι.) Κοίταξε, ξέρω πως αυτό το πράγμα που κάνω απαιτεί τεράστια προσοχή από μέρους μου. Η πειθαρχία που πρέπει να έχω για να «οργανώσω» έναν χαρακτήρα θέλει τρομερή δύναμη. Αλλά ο περισσότερος κόσμος σε κοροϊδεύει, λένε «σιγά το πράμα» επειδή κάνεις μονάχα ταινίες, το βλέπουν επιφανειακά, σε θεωρούν επιπόλαιο, δίχως αληθινό παραγωγικό έργο. Αυτός που γνωρίζει τις απαιτήσεις της δουλειάς, όμως, είμαι εγώ. Και ξέρω πόσο «σπαταλιέμαι» για κάθε ρόλο. Ποιος ξέρει τι θα είχα επιτύχει αν διάλεγα κάτι άλλο στη ζωή μου…

Τι σας κάνει να λέτε ότι αξίζει στο τέλος; Το λέτε ή όχι; Όταν βλέπετε τον εαυτό σας στη μεγάλη οθόνη, απολαμβάνετε αυτή τη δικαίωση;

Ναι, αξίζει τον κόπο. Και είναι ένας διάλογος που ανοίγω συχνά με τον εαυτό μου, γιατί σχεδόν πάντοτε, κατά ένα 50%, δεν ξέρω πως να ενεργήσω. Δε μπορώ να κάνω πολλά πράγματα ταυτόχρονα στη ζωή μου. Δε μπορώ να ζω την καθημερινότητά μου παράλληλα με ένα γύρισμα ταινίας. Όταν έχω έναν ρόλο, αφοσιώνομαι σ’ αυτόν. Μου γίνεται ψύχωση. Κι αφού τελειώσω, πρέπει να μπω στη διαδικασία της προώθησης, να κάνω ταξίδια για μήνες μετά… Εκεί ίσως μου μένει χρόνος να ρωτήσω και πάλι τον εαυτό μου: αξίζει τον κόπο; Η απάντηση κρύβεται σε κάθε ταινία χωριστά. Σε κάθε ταινία, στα γυρίσματα, υπάρχει μια στιγμή που διαρκεί λίγα λεπτά, αλλά μπορεί ν’ αλλάξει τη ζωή σου για πάντα, μπορεί να καθορίσει αυτό που είσαι. Εκεί είναι που λες «ναι, αξίζει». Στο «Σχέδιο Πτήσης», αυτή η στιγμή είναι η σκηνή με την ψυχίατρο στο αεροπλάνο. Είναι το σημείο όπου η ηρωίδα αντιλαμβάνεται πως μπορεί να φαντάζεται το τι της συμβαίνει και να δεχτεί ότι είναι τρελή. Ξαφνικά, όμως, νοιώθει το μέγεθος της θλίψης, όλα αυτά τα συναισθήματα. Και βγαίνει από την παγίδα. Αυτό το κομμάτι θα θυμάμαι πιο έντονα από την ταινία. Γιατί κάπου μέσα μου με άλλαξε κι εμένα…

Πιστεύετε στις προτεραιότητες; Βάζετε τέτοιες στη ζωή σας; Και πόσο στηρίζεστε σε αυτές, από τη στιγμή που ανά χρονικά διαστήματα αλλάζουν διαρκώς σαν κατάταξη.

Με ρωτάς αν βάζω προτεραιότητες στη ζωή μου; Φυσικά. Είναι κάτι πολύ σημαντικό για μένα. Δε συμφωνώ μαζί σου, αν βρίσκεις ειρωνικό το γεγονός ότι τις αλλάζουμε διαρκώς. Κι εμείς αλλάζουμε. Είναι οργανικό. Εξελισσόμαστε, για την ακρίβεια. Αν το δούμε μέσα από τη δουλειά μου, είναι προφανές πως οι προτεραιότητές μου διαφοροποιήθηκαν γύρω στα 20 μου. Ήμουν πια ένας άλλος άνθρωπος, τα ενδιαφέροντά μου άλλαζαν… Είχα άλλα ερωτήματα να θέσω στον εαυτό μου. Υπήρξε μια περίοδος στην καριέρα μου αρκετά «σημαδιακή», όταν σκηνοθέτησα το «Home for the Holidays» (1995). Σε πολλούς δεν άρεσε, αλλά εγώ είμαι υπερήφανη γι’ αυτή την ταινία. Μέσα από αυτήν βρήκα τα πιο αληθινά και βαθιά ερωτήματα για την προσωπική μου εξέλιξη. Είναι μια φάση μοναδική, όταν έχεις περάσει τα 30 και δεν έχεις παιδιά. Όταν έχεις «χωρίσει» από τους γονείς σου, αλλά δεν έχεις περάσει σε μια άλλη, δική σου οικογένεια. Όταν τους βλέπεις να γερνάνε και συνειδητοποιείς πως θα σε «αφήσουν» κάποια στιγμή, κι εσύ δεν έχεις κανέναν, θα μείνεις μόνος… Όλα αυτά μαζί, μου τα είχε δώσει εκείνη η ταινία. Στην εφηβεία μου δεν θα τα έβλεπα ποτέ έτσι. Είναι θέμα προτεραιοτήτων. Κι αυτές αλλάζουν…

Να υποθέσω πως η σκηνοθεσία είναι το μεγάλο σας μεράκι;

Πάρα πολύ, ναι. Αν θυμώνω μερικές φορές με τον εαυτό μου είναι επειδή δεν έχω σκηνοθετήσει περισσότερες ταινίες. Θέλω να έχω περισσότερες εμπειρίες σαν σκηνοθέτης. Και είναι και μία από τις αιτίες που με οδηγούν ξανά μπροστά από την κάμερα! Πέρα από την αποδοχή του σεναρίου και του χαρακτήρα που θα υποδυθώ, η μεγάλη έλξη για μένα είναι το να δουλέψω μ’ έναν σκηνοθέτη που σέβομαι, το να κάτσω πάνω απ’ το κεφάλι του και να θαυμάσω αυτό που κάνει, τον τρόπο που σκέφτεται. Να μάθω απ’ αυτόν.

Υπάρχουν αιτίες συγκεκριμένες που δεν σας επέτρεψαν να σκηνοθετήσετε περισσότερο;

Δεν είμαι το είδος του ανθρώπου ή του σκηνοθέτη, αν θες, που θα «χωθεί» εύκολα σε ένα project άλλων ανθρώπων, με ένα σενάριο επί παραγγελία… Δεν κάνω τίποτα επί παραγγελία! Κι ας είμαι ακριβώς αυτό ως mainstream ηθοποιός. (Γέλια) Έχω διαφορετικές ανησυχίες ή αναζητήσεις ως σκηνοθέτης. Πρέπει, δηλαδή, να με αγγίζει κάτι προσωπικά για να το κάνω. Κι αυτές οι ταινίες δεν βρίσκονται εύκολα. Ή ανήκουν περισσότερο στην ανεξάρτητη παραγωγή, όπου χρειάζεσαι πολύ καιρό για να βρεις τους χρηματοδότες.

Ας υποθέσουμε ότι πετάτε με εισιτήριο economy. Θα αντιδρούσατε όπως η ηρωίδα του «Σχεδίου Πτήσης» προς κάποιους επιβάτες… αραβικής εθνικότητας;

Προσωπικά; Όχι. Ούτε και η ηρωίδα μου. Αλλά αυτή βιώνει μια απίστευτη κατάσταση, όπου η κόρη της έχει χαθεί κατά τη διάρκεια της πτήσης. Και όλοι της λένε πως δεν υπάρχει στο αεροπλάνο. Αυτή η απόγνωση μπορεί να σε φανατίσει επικίνδυνα…

Είχα ένα περιστατικό, ύστερα από το χτύπημα «αντιποίνων» στο Ιράκ από τις ΗΠΑ. Ταξίδευα από το Χιούστον στο Άμστερνταμ και μπροστά μου είχα άρρενες επιβάτες αραβικής καταγωγής δίχως ίχνος αποσκευών για checkin. Θα έλεγε κανείς πως ήταν η τελευταία πτήση της ζωής τους! (Γέλια) Τρομοκρατήθηκα. Και μετά το αίσιο τέλος, αισθάνθηκα λίγο ρατσιστής. Στα λόγια είμαστε τόσο δημοκράτες. Αλλά αν σας συνέβαινε αυτό, πως θα αντιδρούσατε;

Καταλαβαίνω τι εννοείς… Ξέρεις, μπορείς να το δεις αυτό με κάθε είδος φυλετικού «προφίλ». Περπατάς στο Λος Άντζελες, είναι νύχτα, είσαι γυναίκα μόνη και ξαφνικά βλέπεις να έρχονται προς το μέρος σου δύο μαύροι άνδρες. Μένεις στο ίδιο πεζοδρόμιο ή περνάς απέναντι για να τους αποφύγεις; Είναι μια καλή ερώτηση… Είδες την ταινία «Crash» φέτος; Θυμάσαι την αρχική σεκάνς; Είναι ακριβώς αυτό που συζητάμε τώρα! Με τόση αλήθεια. Και τόση ειρωνεία μαζί…


MORE INTERVIEWS

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος για το «Monday».

Δεν είχε τύχει να το κάνουμε ξανά έτσι, να μιλάμε μόνοι μας, μπροστά από κάμερες. Μας αρέσει να μιλάμε εκεί έξω, γενικά. Το «Monday», η νέα ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, στάθηκε η καλύτερη αφορμή για να βρεθούμε… κι έτσι. Όπως συμβαίνει συνήθως, με ανθρώπους του (ελληνικού) σινεμά που εκτιμώ καλλιτεχνικά, δεν προέκυψε μία «συνέντευξη», αλλά μια μεγάλη σε διάρκεια κουβέντα. Που θα μπορούσε να συνεχίζεται για ώρες…

«Trainspotting»: The Cannes interview.

Το Μάιο του 1996, το Φεστιβάλ των Καννών υποδέχθηκε ένα βρετανικό φιλμ που είχε προκαλέσει σάλο στην πατρίδα του από τα τέλη Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς. Ο υπόλοιπος πλανήτης περίμενε να δει με τα ίδια του τα μάτια εάν όλο αυτό το hype για το «Trainspotting» ήταν αληθινό. Η πρεμιέρα της ταινίας έσκασε σαν βόμβα molotov στην Κρουαζέτ. Ακολούθησε το μεγαλύτερο και πιο rock party όλων των εποχών! Κι εγώ, μαζί μ’ αυτά, έχω να θυμάμαι μια συνέντευξη με τους τρεις ανθρώπους που δημιούργησαν… το μύθο.

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.

Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Σοφία Κόπολα. Eat cake!

Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας... παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.