FreeCinema

Follow us

ΓΚΡΕΪΧΑΜ ΜακΤΑΒΙΣ. Ο Σκοτσέζος που έπεσε στη Μέση Γη.


Γεννημένος το 1961 στη Γλασκόβη, ο Γκρέιχαμ ΜακΤάβις είναι αδύνατον να περάσει απαρατήρητος, με ή χωρίς την απειλητική περιβολή του νάνου Ντουάλιν, που ενσαρκώνει στην καινούργια, ξανά δια χειρός Πίτερ Τζάκσον, τολκινική κινηματογραφική τριλογία του «Χόμπιτ», που αποτελεί prequel εκείνης του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών».

Αφού διέπρεψε σε ουκ ολίγες από τις περίφημες, όσο και απαιτητικές θεατρικές σκηνές του Ηνωμένου Βασιλείου, μετακόμισε στο Λος Άντζελες, το 2008, αναζητώντας νέες εμπειρίες και προκλήσεις. Εκεί κατέκτησε, περισσότερο ή λιγότερο, τηλεόραση («24», «Prison Break»), σινεμά («John Rambo», «Το Μεγάλο Φαβορί», «Colombiana») και video games («Quantum of Solace», «Transformers: War of Cybetron» «Star Wars: The Old Republic»), πριν ταξιδέψει στην άλλη άκρη του κόσμου, στη Νέα Ζηλανδία, και πίσω στη Μέση Γη, συμμετέχοντας στην κινηματογραφική εκδοχή ενός ακόμα εμβληματικού έργου του Φανταστικού και της pop κουλτούρας.

Με αφορμή την έξοδο του πρώτου μέρους της εν λόγω τριλογίας, «Χόμπιτ: Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι», ο ΜακΤάβις μίλησε στο FREE CINEMA για την τυφλή εμπιστοσύνη του στο όραμα του Τζάκσον. Μην ανησυχούμε, λοιπόν, υποστήριξε εμμέσως πλην σαφώς: το φιλμ θα μας συνεπάρει αμαχητί, παρά τη σφόδρα αμφιλεγόμενη, πρωτοπόρα μέθοδο προβολής του (την οποία εξάλλου, μπορούμε να αποφύγουμε, αφού θα προβληθεί και με τις παλιές και δοκιμασμένες), ή την υπερβολικά μεγάλη διάρκειά του, ως πρώτο μέρος μιας τριλογίας – διασκευής… μιας σταλιάς βιβλίου (και μόνο ενός!).

Ενσαρκώνεις τον Ντουάλιν, που είναι ο ψηλότερος της παρέας των νάνων, ο πιο πιστός ακόλουθος του αρχηγού του, Πρίγκιπα Θόριν, και πιθανότατα ο καλύτερος πολεμιστής του. Μπορείς να δώσεις λίγα ακόμα στοιχεία για το χαρακτήρα σου, τι απαίτησε η ερμηνεία του και πώς ήταν η εμπειρία τού να δίνεις κινηματογραφική υπόσταση σε ένα νάνο;

Οι χαρακτηρισμοί στον υπερθετικό βαθμό, τους οποίους είμαι σίγουρος ότι και πολλοί από τους άλλους συντελεστές χρησιμοποιούν, οφείλονται στο ότι η όλη εμπειρία ήταν πραγματικά μοναδική. Ο Ντουάλιν, όπως σωστά είπες, είναι κάτι σαν ο αφοσιωμένος υπασπιστής, ο τύπος που θα έκανε τα πάντα για τον Θόριν και τον εμπιστεύεται απόλυτα. Ο Θόριν είναι, άλλωστε, από αυτούς τους χαρακτήρες που θα ακολουθούσες στην οποιαδήποτε αντιξοότητα. Και ο Ντουάλιν είναι τέτοιος τύπος, επίσης. Όσον αφορά την προετοιμασία για την ενσάρκωση του χαρακτήρα, έκανα πολλή φυσική εκγύμναση γιατί ήξερα ότι ο ρόλος θα ήταν πολύ απαιτητικός σωματικά. Γι’ αυτό άρχισα γυμναστική με εκπαιδευτή στην Αμερική, 3 μήνες προτού φύγω για το γύρισμα, ώστε να είμαι σε θέση να αντεπεξέλθω σε ό,τι απαιτούνταν. Η προετοιμασία μου υπήρξε, λοιπόν, μια πολύ εξαντλητική διαδικασία. Στη συνέχεια είχαμε άλλους 3 μήνες εκπαίδευσης, αφότου είχαμε φτάσει στη Νέα Ζηλανδία: να εξοικειωθούμε με το πώς θα κινούνταν οι νάνοι, τη γλώσσα, ή τη διάλεκτο μάλλον, όλα αυτά τα πράγματα. Υπήρξε μεγάλη προετοιμασία επί μακρόν. Και μετά, αφότου αρχίσαμε, ήταν όσο σωματικά απαιτητικό περιμέναμε. Ειδικά για ένα χαρακτήρα όπως ο Ντουάλιν. Γιατί ο Ντουάλιν, ο Θόριν, ο Κίλι και ο Φίλι είναι οι πιο «πολεμιστές» από τους νάνους. Πολεμήσαμε πολύ, λοιπόν.

Πώς ήταν το ταξίδι στη Μέση Γη, τη Νέα Ζηλανδία δηλαδή; Το καστ της τριλογίας του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» ερωτεύτηκε τη χώρα και την αρχαία, ανέγγιχτη Φύση της. Θα συμφωνούσες μαζί τους;

Στην αρχή βλέπεις αυτή τη μικρή, τοσοδούλα χώρα στην άκρη της υφηλίου – και μέσα στα δύο και παραπάνω χρόνια που χρειαστήκαμε για να ολοκληρώσουμε την παραγωγή, έγινε για μας το κέντρο του κόσμου. Ήταν κάτι το καταπληκτικό. Το να βρίσκεσαι σε ένα μέρος που έρχεται στη ζωή τόσο ολοκληρωτικά, τη Μέση Γη. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων εκεί, πήγαμε σε μέρη όπου αισθανόσουν ότι βρίσκεσαι σε άλλο πλανήτη. Και νομίζω πως αυτό είναι από τα πιο δυνατά γνωρίσματα της ταινίας. Και του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και του «Χόμπιτ»: ότι μεταφέρουμε το κοινό σ’ έναν τόπο που είναι αναγνωρίσιμος σε κάποιο βαθμό αλλά και εντελώς καινούργιος, φρέσκος. Νομίζω ότι ο κόσμος που θα το δει, θα πει: «Υπάρχει στ’ αλήθεια αυτό το μέρος;». Κι όμως υπάρχει.

Τι προσέφερε στη δημιουργική διαδικασία το εργασιακό ήθος βετεράνων του σύμπαντος του Τόλκιν, όπως ο σκηνοθέτης Πίτερ Τζάκσον και οι ηθοποιοί Σερ Ίαν ΜακΚέλεν (Γκάνταλφ) και Άντι Σέρκις (Γκόλουμ);

Ήταν σπουδαίοι. Με όλους εμάς εκεί πέρα, καταλαβαίνεις, τα επίπεδα εμπειρίας ποίκιλλαν. Ήμασταν από τη μία εμείς κι από την άλλη άνθρωποι όπως ο Ίαν, που, όπως είπες κι εσύ, έχουν «κατοικήσει» αυτόν τον κόσμο παλιότερα. Αυτός ήταν σαν υπέροχος παππούς για όλους μας. Οι εμπειρίες μας εκεί υπήρξαν ένα απότομο μαθησιακό σημείο καμπής για πολλούς από μας. Αλλά είχαμε πολλή βοήθεια και ο Ίαν ήταν μπροστάρης σ’ αυτό. Το ίδιο κι ο Άντι. Είχαν επίγνωση του ότι επρόκειτο για κάτι στο οποίο ήταν πια πεπειραμένοι, και ενώ είναι δύσκολο να περιγράψεις σε κάποιον πώς είναι αυτή η εμπειρία, εκείνοι ήταν πάντα εκεί, με την έννοια της συμπαράστασης. Ο Άντι, που είναι και ο σκηνοθέτης του δεύτερου συνεργείου, μας ενέπνεε πραγματικά. Η ενέργεια αυτού του ανθρώπου είναι το κάτι άλλο. Και του Πίτερ Τζάκσον. Ταιριάζουν από άποψη ενθουσιασμού και ενέργειας. Και αυτό ήταν μεταδοτικό. Όταν έχεις πέσει στα γόνατα στο τέλος της μέρας, αφού έχεις εξορμήσει για ακόμη μια φορά εναντίον μίας ομάδας Τελωνίων, έχεις ανάγκη τέτοιους τύπους. Να μπορούν να πατάνε πόδι και να λένε: «Εντάξει. Πρέπει να το πάμε άλλη μια φορά…».

Πώς ήταν η συνεργασία με τον Πίτερ Τζάκσον;

Είναι θαυμάσιος. Κατόρθωσε να διατηρήσει την αίσθηση του παιχνιδιού, με την καλύτερη δυνατή έννοια της λέξης, σε ό,τι κάναμε. Και αυτό είναι σημαντικό για κάθε καλλιτέχνη. Δεν έχασε από τα μάτια του την αρχική «εικόνα»: του γιατί ξεκίνησε να δημιουργήσει κάτι. Παρά τις παγίδες μιας παραγωγής που είναι τόσο μεγάλη. Για να καταφέρεις να την κάνεις ενδιαφέρουσα, τόσο για τους ανθρώπους που δουλεύουν γι’ αυτήν όσο και για το κοινό, ως σκηνοθέτης πρέπει να ηγείσαι. Ως άνθρωπος που είναι ενθουσιασμένος με το θέμα και επιχειρεί να δημιουργήσει ένα όραμα, που ο ίδιος θα ήθελε να βιώσει. Αυτό το πέτυχε. Και το κουβαλούσε μαζί του καθημερινά. Για εμάς που ήμασταν ηθοποιοί, ήταν κουραστικό. Αλλά γι’ αυτόν, η μέρα δεν τελείωνε όταν ολοκληρωνόταν το γύρισμα. Έβλεπε τι είχαμε γυρίσει όλη μέρα, έκανε μοντάζ ενώ εξακολουθούσαν τα γυρίσματα, αναλωνόταν σ’ αυτό το πράγμα. Και ήταν καταπληκτικό πόσο χαλαρός ήταν. Εγώ θα είχα βάλει τα κλάματα αν ήμουν στη θέση του! Τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον. Αυτός έκανε και εξαιρετικό χιούμορ! Κάτι που είναι πολύ σημαντικό σε μια τέτοια δουλειά, γιατί δημιουργείται μεγάλη πίεση σε όλους. Αλλά αυτός μας έκανε συνεχώς να γελάμε, κάτι που ήταν θαυμάσιο.

Είδες την τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» ως μέθοδο προετοιμασίας σου για το «Χόμπιτ»;

Μέχρις ενός σημείου, ναι. Δεν υπήρχαν χαρακτήρες σαν τον δικό μου εκεί, αν και προφανώς ο Γκίμλι είναι νάνος. Υπάρχουν είδη νάνων διαφορετικά απ’ τον Ντουάλιν αλλά, σε κάποιο βαθμό, το χρησιμοποιήσαμε ως μοντέλο για τον Ντουάλιν και το τι θα «γινόταν». Πρόκειται, όμως, για ένα διαφορετικό είδος γυρισμάτων αυτή τη φορά. Υπάρχει πολύ περισσότερη κωμωδία. Το σύμπαν, ο κόσμος είναι ο ίδιος. Τις προάλλες, είδα λίγο από την ταινία, την αρχή – και ήταν σα να μπαίνεις σε ένα υπέροχο ζεστό μπάνιο. Ξέρεις, λες: «Ναι, γύρισα στο σπίτι μου». Στον κόσμο εκείνο. Και είναι πολύ έξυπνο το πώς το έχει πετύχει ο Πίτερ.

Έχεις διαβάσει το πρωτότυπο, κλασικό βιβλίο του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν; Και αν ναι, πώς συνέβαλε στην προσέγγιση του ρόλου του Ντουάλιν εκ μέρους σου;

Ναι, πολλές φορές. Οι χαρακτήρες στο βιβλίο, σε ένα σημαντικό βαθμό, είναι πολύ αχνά σχεδιασμένοι. Και νομίζω ότι ο Πίτερ, η Φραν και η Φίλιπα θέλησαν να δημιουργήσουν ξεχωριστούς, δυνατούς χαρακτήρες για όλους τους νάνους. Έτσι, το βιβλίο μεγεθύνθηκε, ειδικά όσον αφορά τους χαρακτήρες των νάνων. Επομένως, ήταν καλό ως έμπνευση, για να επιστρέφεις νοητικά και να παραπέμπεις εκεί όταν, στο γύρισμα, βρίσκεσαι «μέσα» στην υψηλή τεχνολογία και στα κάθε λογής σύνεργα. Να θυμάσαι τους νάνους στο βιβλίο και τι ήταν αυτό που ήθελες να πετύχεις. Το χρησιμοποίησα εκτεταμένα.

Τι θα απαντούσες σε όσους υποστηρίζουν πως σε σύγκριση με την τριλογία του «Άρχοντα» το «Χομπιτ» είναι λίγο – πολύ παιδική υπόθεση;

Προσωπικά, πιστεύω ότι η φαντασία των παιδιών και το τι αυτά βρίσκουν συναρπαστικό είναι εξίσου, αν όχι πιο ενδιαφέρον υλικό από εκείνο πολλών ενηλίκων. Αλλά ενώ το «Χόμπιτ» είναι μια «παιδική υπόθεση», όπως το έθεσες, είναι μια πολύ περισσότερο γραμμικά περιπετειώδης ιστορία απ’ ότι «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών». Και αυτό είναι που πρωταρχικά τα διαφοροποιεί. Ειδικά με τον τρόπο που το κάναμε εμείς. Ενώ στον «Άρχοντα» υπάρχουν κάποια μονοπάτια που εφάπτονται, αυτό το πρώτο «Χόμπιτ» είναι μια, σε πολύ πιο ευθεία γραμμή, βόλτα με το τρενάκι του luna park για τον καθένα. Για μένα αυτό είναι που τα ξεχωρίζει. Αλλά όταν παρακολουθήσεις το «Χόμπιτ», δε θα σκεφτείς ότι είναι κάτι αναγκαστικά μόνο για παιδιά. Είναι ιδιαίτερα σκοτεινό σε κάποια σημεία του.

Όταν τον περασμένο Απρίλιο, ο Τζάκσον έφερε στον κόσμο 10 λεπτά από το «Χόμπιτ» σε High Frame Rate (κατά το οποίο πέφτουν διπλάσια, 48 καρέ ανά δευτερόλεπτο, και όχι 24 όπως είχαμε συνηθίσει μέχρι τώρα) 3D προβολή, ξεσήκωσε πολλά παράπονα για έλλειψη «ατμοσφαιρικής υφής». Πολλοί είπαν πως το φιλμικό απόσπασμα έμοιαζε «μη ρεαλιστικό», «επιτηδευμένο» και με «προφανές, κινηματογραφικό πλατό». Έχεις άποψη για το συγκεκριμένο θέμα;

Δεν έχω δει καθόλου από το υλικό των 48 καρέ. Αυτό για το οποίο μπορώ να σας διαβεβαιώσω, έχοντας δουλέψει με τον Πίτερ όσο έχω δουλέψει, είναι ότι ποτέ δε θα επιτρέψει να βγει στα σινεμά ως ταινία κάτι που δε θα είναι άριστης ποιότητας, στην ευθύνη που του αναλογεί. Και πιστεύω ότι θα πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι στις κρίσεις μας όσον αφορά τη συγκεκριμένη τεχνολογική μέθοδο. Νομίζω ότι το κοινό θα μεταφερθεί σε έναν κόσμο που δε θα έχει ξαναδεί ποτέ των ποτών. Κάποιοι θα βρουν κάτι τέτοιο, πιθανώς, αρχικά ενοχλητικό σε σύγκριση με ό,τι έχουν συνηθίσει. Αλλά νομίζω ότι σε λίγα χρόνια θα ανατρέχουμε σ’ αυτή την ταινία και θα λέμε: «Θεέ μου, γιατί δεν το κάναμε τόσον καιρό;».

Πώς αισθάνεσαι με την επιλογή του Τζάκσον να διασκευάσει το «Χόμπιτ» σε τριλογία;

Δεν μπορώ να μιλήσω για τις άλλες δύο ταινίες αλλά όσον αφορά την επιλογή της τριλογίας, θα πω ξανά ότι ο Πίτερ παίρνει αποφάσεις με βάση το τι θέλει να πετύχει ως καλλιτέχνης. Και το τι πιστεύει ότι θα απολαύσει το κοινό. Κι απ’ αυτή την άποψη, το ότι γυρίστηκαν τρεις ταινίες ήταν μια πολύ, πολύ σωστή απόφαση.

Αν δεν κάνω λάθος, γυρίσατε και τις τρεις ταινίες μαζί. Πόσο διαφορετική είναι αυτή η διαδικασία από εκείνη του γυρίσματος μόνο ενός φιλμ;

Γυρίσαμε όλες τις ταινίες σε εξωτερικές τοποθεσίες, πηγαίνοντας από τη μία στην άλλη. Έτσι, ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να διατηρείς την «αψίδα» του χαρακτήρα σου. Γιατί ενώ η ταινία (αν θέλεις να τη δεις ως ένα) είναι διαιρεμένη στα τρία, αποτελεί μια συνεχή ιστορία. Και υπ’ αυτή την έννοια, είναι όπως όλες οι υπόλοιπες ταινίες, απλώς μεγαλύτερης διάρκειας. Έτσι, «πλέκεις» το χαρακτήρα σου αναλόγως. Όταν π.χ. βρίσκεσαι στο τρίτο μέρος, σκέφτεσαι: «Τι μου έχει συμβεί παλιότερα;». Όταν βρίσκεσαι στο πρώτο, είναι διαφορετική η αίσθηση που έχεις. Κάπως έτσι πάει το πράγμα.

Έχεις αποκτήσει ένα είδος cult status χάρη στη δουλειά σου σε video games και το φιλμ κινουμένων σχεδίων «Dante’s Inferno», στα οποία δανείζεις τη φωνή σου στον Ντάντε Αλιγκιέρι. Πώς σχολιάζεις αυτό το γεγονός;

Είναι ένας πολύ ωραίος τομέας της δουλειάς μας, και νομίζω ότι ο Άντι θα συμφωνούσε. Ειδικά η εργασία στο motion capture που έκανα. Νομίζω ότι υπάρχει σπουδαίο μέλλον για όποιο είδος σινεμά «μπλέκει» με το motion capture. Εγώ βρίσκω απίστευτα συναρπαστικό το να δουλεύω στα video games. Δεν ξέρω να τα παίζω, είμαι χάλιας, αλλά ενόσω συμμετείχα στη δημιουργία τους, ήταν καταπληκτικό.


MORE INTERVIEWS

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.

Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!

Σοφία Κόπολα. Eat cake!

Το 2006, ακόμη αιχμάλωτη του ονόματός της, η Σοφία Κόπολα πήγε στις Κάννες σαν μικρή πριγκίπισσα προσφέροντας... παντεσπάνι και βγάζοντας γλώσσα απέναντι στην Ιστορία. Πρόλαβα να της μιλήσω, προτού της πάρουν το κεφάλι! Για τη «Marie Antoinette», φυσικά.

Μπέντζαμιν Ρι: Μια ζωγράφος, ένας κλέφτης κι ένας σκηνοθέτης.

Ο νεαρός Νορβηγός ντοκιμαντερίστας και πρώην δημοσιογράφος Μπέντζαμιν Ρι δημιούργησε ένα από τα πιο πολυβραβευμένα και δημοφιλή φιλμ της χρονιάς, το «The Painter and the Thief», θριαμβεύοντας στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό Sundance και πιο πρόσφατα στο Φεστιβάλ Λονδίνου, όπου κέρδισε το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ. Η Κατερίνα Ανδρεάκου μίλησε μαζί του λίγο πριν την επάξια νίκη του.

Γιάννης Οικονομίδης: Κουβέντα για μια «Μπαλάντα».

Κάθε φορά που μιλάω μαζί του, αισθάνομαι πως και οι δύο μαθαίνουμε κάτι, ο ένας για τον άλλον. Και ο Γιάννης Οικονομίδης δεν είναι ένας εύκολος άνθρωπος, που ανοίγεται. Ή δέχεται. Μοιάζουμε σε αυτό. Και το διασκεδάζω απίστευτα! Είχαμε να κουβεντιάσουμε έτσι, on camera, από το 2014. Ο σαματάς κρατάει ακόμη στο YouTube, από τότε! You have been warned…