FreeCinema

Follow us

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ (2015)

  • ΕΙΔΟΣ: Κοινωνικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χριστόφορος Παπακαλιάτης
  • ΚΑΣΤ: Ταουφίκ Μπαρχόμ, Νίκη Βακάλη, Μηνάς Χατζησάββας, Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Αντρέα Οσβάρτ, Τζ. Κ. Σίμονς, Μαρία Καβογιάννη
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 114'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: VILLAGE FILMS

Ένας Σύριος πρόσφυγας ερωτεύεται μια νεαρή Ελληνίδα, κόρη φασίστα. Ένας Έλληνας, σύζυγος και πατέρας, ερωτεύεται μια Σουηδή που ήρθε να τον αξιολογήσει στην προς πώληση εταιρεία στην οποία εργάζεται. Ένας συνταξιούχος Γερμανός ερωτεύεται μια Ελληνίδα νοικοκυρά. Τους αξίζει αυτό που ζουν σε τούτη τη χώρα, εν έτει 2015; Και ποιοι θα έχουν μια δεύτερη ευκαιρία;

Εάν το μέλημα μιας ελληνικής ταινίας και του δημιουργού της είναι να μιλήσει στο κοινό για το σήμερα, να το φέρει αντιμέτωπο με καθημερινές αλήθειες, να το κάνει να αντιμετωπίσει τίμια την εποχή του, να μοιραστεί την αφήγηση σαν βιώματα δικά του ή του διπλανού του, να νιώσει τα συναισθήματα ενός ανθρώπου ή και ενός λαού ολόκληρου ακόμη, τότε ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης έχει υπογράψει το φιλμ που το ντόπιο σινεμά δεν μπόρεσε, δεν τόλμησε, ούτε καν είχε την ικανότητα να παραδώσει στους Έλληνες θεατές… εδώ και δεκαετίες!

Θα το πω ανοιχτά, όπως το δηλώνω εδώ και πολλά χρόνια. Από την εποχή του «Απ’ το Χιόνι» (1993) και του «Από την Άκρη της Πόλης» (1998) μέχρι τη «Διόρθωση» (2007) και το «Xenia» (2014), ο Έλληνας θεατής έμαθε να «ψυχογραφεί» καλύτερα τον μετανάστη ή τον πρόσφυγα, περαστικό ή όχι από τον τόπο του, παρά τον ίδιο του τον εαυτό κινηματογραφικά! Λες και όλοι εμείς, οι υπόλοιποι, σταματήσαμε να έχουμε ζωή σε τούτη τη χώρα, λες και δεν «αφορούμε» κανέναν, πια! Λες και δεν μας αξίζει να είμαστε θεατές του δικού μας βίου. Λες και τα λύσαμε τα προβλήματά μας…

Πόσο ειρωνικό (αν όχι ταπεινωτικό), να έρχεται μια «φιγούρα» του ελληνικού star system, κατάπτυστη από όλους τους άνωθεν «δημιουργούς» του «καλλιτεχνικού» κύκλου της εγχώριας κινηματογραφίας, να λέει «ΟΚ, είναι κι αυτό ένα κομμάτι της ζωής του νεοέλληνα, γιατί όχι; Εμείς που είμαστε, όμως;» και να θέλει να εντάξει μέσα στο «εμπορικό» φιλμικό του σύμπαν σχεδόν ό,τι μας απασχολεί ως χώρα σήμερα, πλαισιωμένο από ένα πολυπολιτισμικό κράμα χαρακτήρων που αντιπροσωπεύουν λαούς οι οποίοι έχουν ρόλο – κλειδί στο δικό μας αύριο. Και γράφει, λοιπόν, σχεδόν προ τριετίας, ένα σενάριο που στα τέλη του 2015 εμφανίζεται στη μεγάλη οθόνη σε μορφή ταινίας με τον τίτλο «Ένας Άλλος Κόσμος» και είναι… πιο σημερινό κι από αυτά που θα ακούς το βράδυ στα δελτία ειδήσεων της «ελεύθερης» τηλεόρασης!

Από πού να το πρωτοπιάσω; Ειλικρινά. Ο Παπακαλιάτης όχι μόνο νοιάζεται γι’ αυτό που έχει γράψει, αλλά ξέρει και να γράφει καλά. Πιάνει τρεις διαφορετικές ιστορίες, με ξεχωριστή σημειολογία ηρώων που ευθύνονται ως ξένοι ή και ως Έλληνες για τούτο το σκηνικό κρίσης που βιώνει η χώρα αυτή τη στιγμή, τους δουλεύει ξεχωριστά και ολόσωστα αναλυτικά κι έχει και το επιπλέον θράσος να σκαρφίζεται αφοπλιστικά ένα εύρημα το οποίο θα ενώσει όλους μαζί τους χαρακτήρες του σε μια κοινή αφήγηση, που για το μεγαλύτερο μέρος τής διάρκειας του φιλμ δεν περίμενες ότι μπορεί να λειτουργήσει ή και να φτάσει ως εκεί! Ακόμη κι αν το… γούστο σου «επιβάλλει» να έχεις διαφωνίες ή αντιρρήσεις, ακόμη κι αν υπάρχουν ένα κάρο στερεότυπα σε τούτες τις παράλληλης δράσης ιστορίες του Παπακαλιάτη, ανάτρεξε σε όποια άλλη ταινία που καταπιάστηκε με την ελληνική κρίση ή την κοινωνία τα τελευταία χρόνια και πες μου ότι είδες καλύτερη δουλειά σε ανάπτυξη χαρακτήρων, σενάριο δίχως «τρύπες» και, πάνω απ’ όλα (και γαμώτο, δηλαδή!), πότε άκουσες ξανά σε φιλμ εγχώριας παραγωγής τόση αλήθεια, τόσο σήμερα και τόσο ρεαλιστικό, απλό, ανθρώπινο ή και έξυπνο διάλογο (που χειρίζεται με σεναριακό τρόπο ακόμη και την πολυγλωσσία), εξομολογήσεις ανθρώπων, λόγια που μαρτυρούν κάτι τόσο ζωντανό; Με ένα σενάριο που ολοκληρώνει τον «μύθο» που είναι η ζωή, που τον παντρεύει με την αγάπη που αλλάζει τη ζωή, που πιάνει τρεις «άσχετες» ιστορίες για να τις οδηγήσει σε μια κοινή κορύφωση, υπέροχα φορτισμένη συγκινησιακά, η οποία εξιλεώνει εκείνους τους ήρωες που άξιζαν μια «δεύτερη ευκαιρία». Γιατί αγάπησαν, σεβάστηκαν και τίμησαν τον άνθρωπο που ο Έρως έφερε στον δρόμο τους, στη ζωή τους. Τι να λέμε τώρα; Πρωτόγνωρα πράγματα για το ελληνικό σινεμά!

Τι άλλο να πω για τον Παπακαλιάτη; Σαν σκηνοθέτης, σε σχέση με το «Αν…» (2012), έχει κάνει μια απίστευτα αλματώδη άνοδο, γιατί μπορεί και κουμαντάρει τόσο υλικό χωρίς να τα χάνει, γιατί τον ενδιαφέρει ο ρυθμός της αφήγησης, τον ενδιαφέρει ένα σύνολο δουλειάς που ο άνθρωπος ο οποίος θα σταθεί από την άλλη πλευρά της οθόνης το επέλεξε, πλήρωσε και κάθισε να δει μια ολοκληρωμένη ταινία ως μορφή διασκέδασης στο σινεμά. Και, ναι, είναι διασκέδαση, δεν είναι μιζέρια τυλιγμένη στη μούγκα μιας δήθεν «εσωτερικότητας». Βγάζει συγκίνηση (μέχρι και εγώ δάκρυσα σε τουλάχιστον δύο στιγμές του έργου), σου βγάζει ένα σφίξιμο μέσα σου, σου δίνει μια σπρωξιά γερή απέναντι σε πράγματα δυσάρεστα, σου κρατάει το βλέμμα εκεί, σε απογυμνώνει από taboo και πεποιθήσεις και σε απογειώνει σε κάτι ολότελα κινηματογραφικό, που δεν έχει πια ταυτότητα «ελληνική». Το «Ένας Άλλος Κόσμος», από ένα σημείο κι έπειτα, παύει να είναι ένα φιλμ για τις ελληνικές παθογένειες, τα ελαττώματα, τους «άσχημους» ανθρώπους, την κατάντια τη δική μας. Γίνεται μια ταινία (όλου) του κόσμου. Και σου ζητάει να βρεις τη θέση σου μέσα του, μαζί και το φταίξιμό σου.

Ο ίδιος ο Παπακαλιάτης δεν είναι ένας καλός ηθοποιός (και σίγουρα το γνωρίζει αυτό). Είναι, όμως, το «πακέτο». Έχει το star appeal, είναι έξυπνος, είναι κωλόφαρδος, είναι δουλευταράς. Ακόμη κι αν δεν είχε το ταλέντο, το κυνήγησε, το γράπωσε και… του έδωσε να καταλάβει με πείσμα. Τούτη τη φορά, ακόμη και υποκριτικά, δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Πιο χαμηλότονα από τους υπόλοιπους ηθοποιούς, οι οποίοι φαίνεται πως έχουν μελετηθεί από την ώρα που έγινε το κάστινγκ και έχουν καθοδηγηθεί τόσο σωστά, χωρίς ο καθένας να κάνει ό,τι του γουστάρει. Υπάρχει χημεία και υπάρχουν πράγματα στις ερμηνείες του φιλμ που θα ξαφνιάσουν. Η «σατανική» τύχη τού να έχεις για συνεργάτη έναν σπουδαίο καρατερίστα, τον Τζ. Κ. Σίμονς, αμέσως μετά το Όσκαρ δεύτερου ανδρικού ρόλου για το «Χωρίς Μέτρο», ενισχύει την «αύρα» της ταινίας σε παγκόσμια κλίμακα. Το νεαρό ζευγάρι της πρώτης ιστορίας, ο Ταουφίκ Μπαρχόμ και η Νίκη Βακάλη, βγάζει μια απαίδευτη αθωότητα και αυτή την καθαρότητα του έρωτα που μοιράζονται σχεδόν αδιέξοδα. Ο Μηνάς Χατζησάββας, στην τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση, θυμίζει για άλλη μια φορά γιατί απέκτησε τη φήμη που είχε και θα έχει. Η Αντρέα Οσβάρτ, από σκέτο… κορμί, αφήνει σταδιακά το στίγμα της ως παρουσία ανθρώπινη στη δεύτερη ιστορία. Αλλά, στο τέλος, υπάρχει… η Μαρία Καβογιάννη. Αυτή η γυναίκα που το εγχώριο typecasting την έχει «καταδικάσει» να παριστάνει πάντα τον γελωτοποιό, με τα trademark τραβήγματα της φωνής της και τις κωμικές της μούτες, φτιάχνει εδώ μια ηρωίδα «χαμένη στη μετάφραση», στα όρια του κλαυσίγελου και της γραφικούρας μιας χαραμισμένης, λαϊκής νοικοκυράς, και μετατρέπει τον ρόλο της σε οργισμένο ξέσπασμα δακρυϊκών αδένων που σπάνια έχουμε ξαναβιώσει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου! Είναι κρίμα που το «Ένας Άλλος Κόσμος» αποτελεί μια «μικρή» παραγωγή από μια ακόμη πιο μικρή κινηματογραφία στον παγκόσμιο πλανήτη του σινεμά. Υπό άλλες συνθήκες, η Καβογιάννη θα συζητιόταν μέχρι και για τις οσκαρικές υποψηφιότητες, στην κατηγορία του δεύτερου γυναικείου ρόλου.

Φυσικά, υπάρχουν και ψεγάδια στο φιλμ. Βρήκα το μοντάζ ελαφρώς… εξαναγκασμένο, χωρίς σωστές «ανάσες» σε αρκετά πλάνα, χωρίς μια αίσθηση καλού «φινιρίσματος» επάνω σε ένα υλικό που φαίνεται πως υπήρχε και ίσως μπορούσε να αξιοποιηθεί καλύτερα. Οι τραγουδιστικές επιλογές κραυγάζουν μια τυπική «ευκολία» και αδικούν το επίπεδο της σύνθεσης που συνοδεύει λειτουργικά το έργο (ο Κώστας Χρηστίδης, ο οποίος υπογράφει με σοβαρότητα το score, ατασθαλεί θορυβωδώς σε μια-δύο σκηνές έντασης, αλλά υπάρχουν μελωδίες που συγχωρούν τα πάντα εδώ). Και ο ίδιος ο Παπακαλιάτης, έχει τις ιδέες, αλλά κάπου του λείπει και λίγο από μέτρο μπροστά στην εμμονή τού υπερ-φιλόδοξου. Η ιδέα του παντρέματος του montage των απολυμένων ή φοβισμένων και εξουθενωμένων ψυχολογικά υπαλλήλων της εταιρείας με πλάνα από το… «Metropolis» (1927) του Φριτς Λανγκ θα κάνει τους γνώστες της ιστορίας του κινηματογράφου να μειδιάσουν (αρκετά χαιρέκακα), αλλά θα αφήσει τους υπόλοιπους αδιάφορους. Δεν χρειάζεται ο Παπακαλιάτης του σήμερα να τους έχει όλους στο πλευρό του. Ας συνεχίσει να κρατάει τους θεατές… σούζα, ας θυμίζει στον κόσμο τι πρέπει να αποκαλούμε σινεμά, ας προκαλεί ατελείωτες ουρές, ας πλαντάζουν (δικαίως) εντός αιθούσης στο κλάμα οι άνθρωποι που φτάσανε ώς εκεί (και ουχί για τα χρήματα που πέταξαν, όπως σε άλλες περιπτώσεις…) κι όλα τα άλλα έπονται. Είπαμε, η βελτίωση από τη μια ταινία στην άλλη είναι ήδη αλματώδης.

Τελικά, αισθάνομαι πως ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης βρίσκεται σε ένα περίεργο μονοπάτι, στο οποίο ίσως θα πρέπει να επιλέξει ποια θα είναι η συνέχεια της καριέρας του. Ναι, μπορεί να εξακολουθεί να είναι ένας star, αλλά αυτό έχει και μια κάποια ημερομηνία λήξης. Ενώ το να στέκεσαι πίσω από την κάμερα; Είναι μια προοπτική πραγματικά δελεαστική, πια. Που ίσως θέσει και σε ρίσκο το δικό του σταριλίκι (πόσο αστείο να τα λέω αυτά, σε μια χώρα από την οποία αν εξαιρέσεις το όνομά του, σχεδόν παύει κάθε νόημα στη χρήση του όρου «star system»!)… Μετά το «Ένας Άλλος Κόσμος», όμως, όλα τα δεδομένα για τον Παπακαλιάτη αλλάζουν. Αυτό το φιλμ, ακόμη κι αν ξεπεραστεί από το όποιο «καλλιτεχνικό» βλέμμα στο μέλλον, δεν θα πάψει να αποτελεί ένα σημείο – τομή για το ελληνικό σινεμά, μια ταινία που περιγράφει με σχεδόν ρεπορταζιακή πιστότητα και αληθοφάνεια τούτη την εποχή.

Αντί υστερόγραφου, θα ήθελα να πω τα εξής. Ας δουν οι Έλληνες κινηματογραφιστές αυτή την ταινία. Κι ας αποδεχτούν την ανικανότητά τους, την έλλειψη της όποιας στοιχειώδους γνώσης να αφηγηθούν κινηματογραφικά μια ιστορία, πίσω από το αναθεματισμένο «άλλοθι» του «δημιουργού», που είναι χειρότερο και από όλα μαζί τα στερεότυπα για τα οποία έχει κατηγορηθεί ο Παπακαλιάτης στο παρελθόν, επί σειρά ετών τηλεοπτικώς (δεν είναι ο τομέας μου, δεν έχω παρακολουθήσει τις σειρές του και δεν δύναμαι να τις κρίνω) και σαφώς άδικα για το – με τα όποια ελαττώματα – σκηνοθετικό του ντεμπούτο στη μεγάλου μήκους το 2012. Δείτε το «Ένας Άλλος Κόσμος». Και αν νιώσετε πως κάτι τέτοιο δεν θα μπορέσετε να γυρίσετε ποτέ στην καριέρα σας, διότι περιμένετε μονάχα την επόμενη πρόσκληση για το «τρέχα γύρευε» φεστιβάλ της αλλοδαπής και δεν σας «αγγίζει» αυτού του «είδους» το σινεμά ή η πραγματικότητα είναι πολύ «λίγη» για τα φιλμικά σας οράματα, τότε… αλλάξτε επάγγελμα, επιτέλους!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η καλύτερη ελληνική ταινία του 2015 (και πιθανότατα και τούτης της κινηματογραφικής σεζόν που διανύουμε). Εμπορικός οδοστρωτήρας, σινεμά για τις μάζες (χωρίς να απαξιώνει κανέναν αυτό), συγκίνηση που λυτρώνει τον θεατή. Φτιαγμένο για το σήμερα. Βγαίνεις έξω με το στόμα ανοιχτό, αφού έχεις μπήξει το κλάμα της χρονιάς εντός αιθούσης. Θα αισθανθείς μια ικανοποίηση που σπάνια σου έδωσε το σινεμά αυτής της χώρας. Μπορεί να ακούγονται φοβερά και τρομερά όλα αυτά, ίσως και να «παραφουσκώνουν» τις προσδοκίες σου, αλλά το «Ένας Άλλος Κόσμος» σε… «παραμυθιάζει» με τρόπο αληθινό, σου ζητάει να αγαπήσεις ξανά τον κινηματογράφο, να καταλάβεις πως σου είναι απαραίτητος, κυρίως σε εποχές κρίσης όπως η σημερινή. Αν διαφωνείς με όλα αυτά, μείνε στο χιουμοράκι του τηλεοπτικού Παπακαλιάτη που πηδάει μανάδες. Θυμήσου μόνο να ξεσκονίζεις τον ελιτισμό σου πού και πού…

MORE REVIEWS

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΕΜΠΙΝΓΚ, ΣΤΟ ΜΙΖΟΥΡΙ

Μητέρα κοπέλας που έπεσε θύμα βιασμού και δολοφονήθηκε, αναστατώνει τους κατοίκους μιας μικρής πόλης του Μιζούρι, όταν μισθώνει διαφημιστική και τοποθετεί ένα θυμωμένο μήνυμα προς τον Σερίφη της περιοχής σε τρία τεράστια billboards του επαρχιακού δρόμου, ελπίζοντας να υπάρξει ξανά κάποια κινητικότητα στις έρευνες για τον επί σειρά μηνών ασύλληπτο ένοχο.

12 ΔΥΝΑΤΟΙ

Αμέσως μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στη Νέα Υόρκη, ο αμερικανικός στρατός οργανώνει την πρώτη απόρρητη αποστολή αντεπίθεσης. Επίλεκτη ομάδα δώδεκα ανδρών των Ειδικών Δυνάμεων προσγειώνεται σε ορεινή περιοχή του Αφγανιστάν, ζητώντας τη βοήθεια τοπικού πολέμαρχου, ώστε να καταλάβουν πόλη - σημαντικό προπύργιο των Ταλιμπάν.

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

Συμμορία κακοποιών που ειδικεύεται στις ληστείες τραπεζών, ετοιμάζει χτύπημα που όμοιό του δεν έχει γίνει ποτέ. Τα παλικάρια του Αστυνομικού Τμήματος του Λος Άντζελες επαγρυπνούν. Οι κακοί δεν δείχνουν να πτοούνται. Θα προλάβουν να κάνουν τη μεγάλη μπάζα ή πάντα στο τέλος νικά η αστυνομία;

ZAMA

Ο Δον Ντιέγκο ντε Ζάμα, αξιωματούχος του Ισπανικού Στέμματος που υπηρετεί σε απομονωμένη έκταση της Νοτίου Αμερικής του 17ου αιώνα, περιμένει εναγωνίως τη μετάθεσή του στο Μπουένος Άιρες. Την ίδια ώρα, η αόρατη απειλή ενός κακοποιού που λυμαίνεται την περιοχή, τρομοκρατεί τους λιγοστούς ντόπιους.

MOUNTAIN

Μια οπτικοακουστική οδύσσεια στις ψηλότερες κορυφές του πλανήτη, στο δέος και την έλξη που προκαλούν, στους θριάμβους και τις τραγωδίες που στεγάζουν.