FreeCinema

Follow us

Ο ΚΥΡΙΟΣ & ΤΟ ΟΠΛΟ (2018)

(THE OLD MAN & THE GUN)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα Παρανομίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντέιβιντ Λόουερι
  • ΚΑΣΤ: Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κέισι Άφλεκ, Σίσι Σπέισεκ, Ντάνι Γκλόβερ, Τομ Γουέιτς, Τίκα Σάμπτερ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Βετεράνος ληστής τραπεζών, σχεδόν μόνιμος τρόφιμος φυλακών που όμως γράφει αμέτρητες δραπετεύσεις στο ενεργητικό του, μετά την επιτυχημένη τελευταία απόπειρα απόδρασής του από το Σαν Κουεντίν επιδίδεται μετά μανίας στο αγαπημένο του sport. Αστυνομικός ντετέκτιβ του γίνεται στενός κορσές, θέτοντας ως στόχο καριέρας τη σύλληψή του. Θα αντέξει στην πίεση ή πάντα στο τέλος νικά η αστυνομία; Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

Δεύτερη φορά τα τελευταία χρόνια που ένας ρόλος για τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ λειτουργεί σαν υπενθύμιση της πρότερης φιλμογραφίας του. Μπορεί ο καπετάνιος τού «Όλα Χάθηκαν» (2012) να έφερνε κάπως αμυδρά σε έναν «Jeremiah Johnson» (1972) της θάλασσας, ο γηραιός όμως ληστής ονόματι Φόρεστ Τάκερ στέκει ως απευθείας κλείσιμο του ματιού στον Sundance Kid, τον ένα δηλαδή εκ των «Δύο Ληστών» (1969) που τον μετέτρεψαν τότε σε star πρώτου μεγέθους. Σε αμφότερες τις ταινίες αυτές, ο Ρέντφορντ υποδύεται έναν μυστακοφόρο παράνομο που αρέσκεται να βλέπει τη ζωή με έναν cool τρόπο, ο οποίος στη θέα και μόνο ενός τραπεζικού γκισέ (αντί για τα old-school τρένα…) παθαίνει κάτι σαν παράκρουση, καταφέρνοντας συγχρόνως να μην χάνει ποτέ την παροιμιώδη ευγένεια και το αφοπλιστικό χαμόγελό του.

Η κάρτα που πέφτει πριν τους τίτλους αρχής, η οποία αναφέρει πως η ιστορία που θα δούμε είναι «σχεδόν αληθινή», φέρνει κάπως στον νου την ανάλογα μπαγαπόντικη εισαγωγή της πρόσφατης «Αμερικάνικης Ληστείας», με την οποία μοιράζεται μία κοινή (συχνά ανεκδοτολογικού τύπου) αφήγηση, μιας και τα γεγονότα που διαδραματίζονται είναι τόσο απίστευτα που αδυνατεί κανείς να πιστέψει πως μπορεί όντως να έχουν συμβεί. Η δράση του Φόρεστ Τάκερ, όμως, ήταν πέρα για πέρα αληθινή, με το σενάριο τούτου του φιλμ να έχει βασιστεί σε άρθρο του περιοδικού New Yorker, το οποίο κατέγραφε το χρονικό του εκτός νόμου βίου του ήρωα.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Ντέιβιντ Λόουερι ασχολείται αποκλειστικά με το λυκόφως της καριέρας του Τάκερ, συστήνοντάς τον στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ντυμένος μονίμως σαν αληθινός gentleman, με σκούρο μπλε κοστούμι και καπέλο fedora, ξεκινά ένα ασταμάτητο σερί τραπεζικών ληστειών σε διάφορα μέρη της αμερικανικής επικράτειας, ακολουθώντας πάντα μια παρόμοια τακτική η οποία εκτός από παντελώς άκακη και αναίμακτη, αποδεικνύεται εξόχως αποτελεσματική. Αρκεί μόνο η επίδειξη του όπλου του στο εσωτερικό του σακακιού του (ή και όχι κάποιες φορές!) και οι χαρακτηριστικά αβροί του τρόποι, ώστε να πετύχει τον σκοπό του.

Το ίδιο ευγενής και εκλεπτυσμένος δείχνει να είναι και στην προσωπική του ζωή (αυτή που κινείται εκτός των ταμείων των τραπεζικών ιδρυμάτων), καθώς η γνωριμία του με χήρα ιδιοκτήτρια ράντσου εξελίσσεται σταδιακά σε χαλαρό ειδύλλιο, με την Τζούελ μάλλον να κολακεύεται από τον άνετο και χιουμοριστικό τρόπο με τον οποίο την πλησιάζει ο Φόρεστ. Φαίνεται, όμως, πως δεν «τουμπάρονται» όλοι το ίδιο εύκολα από τη γοητεία του, αφού ο αστυνομικός Τζον Χαντ, λόγου χάρη, το φέρει βαρέως όταν ένα υποκατάστημα τραπέζης ληστεύεται από τον Τάκερ ενώ ο ίδιος βρίσκεται ως πελάτης μέσα σε αυτό, χωρίς μάλιστα να πάρει μυρωδιά για το τι συμβαίνει, λίγα μόλις μέτρα παραδίπλα του, γεγονός που τον κάνει να μην τρέφει αισθήματα θαυμασμού και λατρείας προς εκείνον. Θα ξεκινήσει μια προσωπική σταυροφορία για τη σύλληψή του, «ανοίγοντας» ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού, με το ποντίκι όμως στην προκειμένη όχι μόνο να μην έχει κανένα πρόβλημα με όποια φάκα κι αν στηθεί στο διάβα του, αλλά συχνά να τοποθετεί και το ίδιο τις δικές του!

«Ο Κύριος & το Όπλο» αποτελεί σίγουρα το πιο προσιτό φιλμ στη μικρή καριέρα του τριανταεπτάχρονου Λόουερι, στην οποία έχει καταφέρει να συνεργαστεί και με τους δύο πρωταγωνιστές αυτής της νέας δουλειάς του. Το «Ο Πιτ και ο Δράκος του» (2016), όπου ο Ρέντφορντ κρατούσε έναν βασικό ρόλο, ήταν μια περιπέτεια φαντασίας που απευθυνόταν σε παιδικό / εφηβικό κοινό, ενώ τα δύο που είχαν τον Άφλεκ ως πρωταγωνιστή αφορούσαν είτε ένα αμιγώς φεστιβαλικό κοινό (το λυρικό «Μείνε Δίπλα Μου» του 2013), είτε… κανέναν απολύτως (το ευτυχώς αδιανέμητο στη χώρα μας περσινό «A Ghost Story»). Εδώ βάζει στην άκρη τους καλλιτεχνικούς πειραματισμούς του, αφήνοντας τον Ρέντφορντ να αλωνίζει επί της οθόνης, μοιάζοντας κάπως έτσι να έχει απαλλαχθεί από οποιαδήποτε άλλη έγνοια. Ο ξανθομάλλης Φόρεστ Τάκερ καταφέρνει να είναι συγχρόνως αλαζόνας, γοητευτικός, δαιμόνιος και μελαγχολικός, στρέφοντας τα φώτα αποκλειστικά πάνω του, τόσο που δεν αφήνει ιδιαίτερο πεδίο δράσης για τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Το ρομάντζο του με την Τζουέλ της Σίσι Σπέισεκ είναι μεν πάντα εκεί, από την εναρκτήρια κιόλας σεκάνς, χωρίς όμως εκείνη να βρίσκεται στο επίκεντρο του σεναριακού ενδιαφέροντος. Ο Τζον Χαντ του Άφλεκ παρουσιάζεται με τον μανιερίστικα (πια) κατατονικό του τρόπο, κάτι όχι τόσο δικαιολογημένο εάν λάβουμε υπόψη πως πρόκειται για Τεξανό αστυνομικό ο οποίος είναι σύζυγος και πατέρας σε διαφυλετικό γάμο, μια παράμετρος που ουδέποτε αξιοποιείται. Τα ίδια ισχύουν και για τα δύο άλλα γηραιά μέλη της συμμορίας του Τάκερ, η εμφάνιση των οποίων φλερτάρει περισσότερο με… cameo appearance, αν και ο Τομ Γουέιτς προλαβαίνει να διηγηθεί με το γνωστό του γλαφυρό ύφος μια ιστορία από τα παιδικά του χρόνια που περισσότερο μοιάζει με ευχάριστο διάλειμμα. Το δε παράθυρο που ανοίγει στο οικογενειακό παρελθόν του γηραιού ληστή, κλείνει άρον άρον χωρίς περαιτέρω επέκταση.

Αν και τοποθετημένη χρονικά κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80, η κινηματογράφηση του διευθυντή φωτογραφίας Τζο Άντερσον αναδίδει μια έντονη αίσθηση σεβεντίλας, καθώς η χρήση φιλμ 16mm και η εν γένει «χρωματική» απόδοση (ακόμη και η γραμματοσειρά των τίτλων που φέρνει κάπως σε blaxploitation movie) εκεί παραπέμπουν. Ίσως για να αποδοθεί έτσι ένας άτυπος φόρος τιμής στη χρονική εκείνη περίοδο κατά την οποία ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ έλαμψε στο κινηματογραφικό στερέωμα όσο ελάχιστοι άλλοι συνάδελφοί του. Όπως και να ‘χει, ο Λόουερι προς τιμήν του καταφέρνει να αποφύγει ένα ατέρμονο ταξίδι στη μνήμη και στα μεγαλεία του παρελθόντος (με την ένθεση clip από την «Καταδίωξη» του 1966 και τα νεανικά χρόνια του πρωταγωνιστή του να γίνεται με έναν πανέξυπνο τρόπο), παρουσιάζοντας ένα ψυχαγωγικό φιλμ που ουδέποτε παρεκκλίνει της πορείας του. Ακριβώς όπως έπραττε και ο Φόρεστ Τάκερ, δηλαδή, ο οποίος όποτε έβλεπε τράπεζα φορούσε το καλύτερό του χαμόγελο και μπούκαρε να τη ληστέψει, μένοντας αιώνια πιστός στο… hobby του. Έτσι, για το κέφι του.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ευχάριστο και ζεστό φιλμ. Εάν συγκαταλέγεσαι στους πολυάριθμους φίλους του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, έφυγες τρέχοντας. Με σωστές δόσεις χιούμορ και αναφορές στο φιλμικό παρελθόν του ηθοποιού, «Ο Κύριος & το Όπλο» προσφέρει μια ενίοτε παλιομοδίτικη ψυχαγωγία που σπανίζει ολοένα και περισσότερο. Οι νεότερες ηλικίες ας μην διστάσουν. Θα δουν κάτι με στρωτή αφήγηση, που μπορεί επιπροσθέτως να κινήσει το ενδιαφέρον ώστε να αναζητηθούν και μερικοί από τους παλαιότερους τίτλους του πρωταγωνιστή (ο οποίος, πάλι, δεν αποσύρεται για πάντα από το σινεμά, false alarm!). Κάτι τέτοιο μόνο σε καλό μπορεί να τους βγει.

MORE REVIEWS

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ ΣΤΟ ΕΛ ΡΟΑΓΙΑΛ

Τέλη του ’60, κάπου έξω από την Καλιφόρνια. Επτά άγνωστοι με ξεχωριστά μυστικά και σκοπό βρίσκονται για μια βραδιά σε ένα απομονωμένο motel. Ποιοι θα καταφέρουν να κάνουν check out;

LORO

Τον λένε Σίλβιο. Είναι ο «μεγάλος» της Ιταλίας. Αλλά κάθε αναφορά σε πραγματικά πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική…

ΚΤΗΝΟΣ

Νεαρή γυναίκα ερωτεύεται γοητευτικό απόκληρο και βασικό ύποπτο σειράς άγριων δολοφονιών που έχουν τρομοκρατήσει τη μικρή, απομονωμένη κοινότητα όπου ζει, μόνο για να έρθει τελικά αντιμέτωπη με το δικό της σκοτεινό παρελθόν.

PEPPERMINT

Χαροκαμένη γυναίκα βλέπει τους δολοφόνους συζύγου και κόρης να τη σκαπουλάρουν, καθώς επίορκοι δικαστές και διεφθαρμένοι αστυνομικοί καθαρίζουν για λογαριασμό τους. Εκείνη κάνει υπομονή, μένει στο παρασκήνιο και όταν κάποια χρόνια μετά νιώθει έτοιμη, αρπάζει τα όπλα γυρεύοντας εκδίκηση. Ο Νόμος τώρα είναι στα χέρια της...

ΠΟΘΟΣ

Πενηντάρης εργένης πληροφορείται από την πρώην σύντροφό του όχι μόνο πως όταν είχαν χωρίσει (είκοσι χρόνια πριν) εκείνη ήταν έγκυος, αλλά και πως ο γιος τους, Άνταμ, έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ο νεόκοπος πατέρας ακούει τα νέα βάζοντας σκοπό να γνωρίσει έστω μετά θάνατον τον γιο του, αφού εν ζωή αγνοούσε την ύπαρξή του.