FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ (2012)

(WADJDA)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χαΐφαα Αλ-Μανσούρ
  • ΚΑΣΤ: Γουαάντ Μοχάμεντ, Ριμ Αμπντάλα, Αμπντουλραχμάν Αλ Γκοχάνι, Άχεντ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 98’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Στη Ριάντ καταφερτζίδικο αγοροκόριτσο 11 χρόνων, κόρη δασκάλας με συζυγικά προβλήματα, ζαχαρώνει ποδήλατο αλλά τα ριάλ είναι πολλά. Το χρηματικό βραβείο ενός σχολικού διαγωνισμού ανάγνωσης του Κορανίου, διόλου το φόρτε της, θα της επέτρεπε να το αποκτήσει – ή μήπως ούτε αυτό δε θα είναι αρκετό. (Πώς) το ΄χει;

Φαντάσου μια χώρα όπου α) Ένας πατέρας κοριτσιού ενθαρρύνεται νομικά και κοινωνικά στην πολυγαμία ώσπου να αποκτήσει αγόρι που θα διαιωνίσει το όνομά του β) Μία της έκτης δημοτικού παντρεύεται, όπως είναι κανονισμένο, έναν 20χρονο αλλά δεν μπορεί να δείξει στις συμμαθήτριές της ενσταντανέ από τη «χαρά» της – οι φωτογραφίες, όπως και τα λουλούδια, εκεί απαγορεύονται γ) Η οδήγηση οποιουδήποτε οχήματος επιτρέπεται μόνο στους άντρες. Αυτό που εσύ φαντάζεσαι, στη Σαουδική Αραβία πάνω από 10.000.000 γυναίκες το ζουν. Φαντάσου τώρα, αφού κατά τον Προφήτη «Η φωνή της γυναίκας είναι η γύμνια της», πόσο κουράγιο, ευτυχώς και επινοητικότητα, χρειάστηκε μία τους για να δείξει την αλήθεια τους, έστω όχι τσίτσιδη, see through. Ιχνηλατώντας, εννοείται, αφού βάζει να κάνουν πετάλι θηλυκά στην πρώτη γυρισμένη αποκλειστικά σε εδάφη του βασιλείου ταινία, με μπροστάρισσα ένα ξεπεταρούδι, τη Γουατζντά. Στο προαύλιο της εφηβείας και μακριά από την ενηλικίωση, τυχερή (υπό την καλύπτρα τού άγουρου της ηλικίας πολλά ακόμα της συγχωρούνται, και από σπίτι ελευθεροφρόνων) και άτυχη (με τον πατέρα αραιά και πού παρόντα, με μόνο στενό φίλο έναν… πιτσιρίκο, κακή μαθήτρια λόγω αδιαφορίας) ταυτόχρονα, αυτό το «κατσίκι» παλεύει μάταια με μπροστινή ρόδα την αυτενέργεια για το «θέλω» και την αυτοδιάθεσή του;

Ποσώς. Ο Σιντίκ Μπαρμάκ δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις τού «Οσάμα»; Το Ιράν φόρεσε φίμωτρο στη Μαρζιγέ Μεσκινί και τις filmer θυγατέρες της; Αυτό το σαν τρικάβαλο των «Συλλαβίζοντας το Όνειρο», «Τη Μέρα που Έγινα Γυναίκα» και «Στις 5 το Απόγευμα», θα σηκώσει το girl power πολιτικοουμανιστικό βάρος του(ς). «Στην καρδιά τους έχει φωλιάσει αρρώστια. Κι ο Αλλάχ την έχει μεγαλώσει», λέει σημαινόντως μία Σούρα (ένας ψαλμός του ιερού βιβλίου) στην οποία, καθόλου τυχαία, θα διαγωνιστεί για το έπαθλο η νουνούζα. Και άδηλα, περίπου όπως γύρισε και πολλά απ’ τα εξωτερικά τής… παρθενικής αυτής ταινίας της, καθοδηγώντας αθέατη το ανδρικό συνεργείο Γερμανών και ντόπιων με walkie-talkie μέσα από ένα van με φιμέ τζάμια (!), σε κρυφτό με τις Αρχές (φαντάζομαι τους λογοκριτές να χαμογελούν ικανοποιημένοι στη σκηνή του βιντεοπαιχνιδιού – quiz θρησκευτικών γνώσεων στο οποίο κάνει φροντιστήριο η Γουατζντά) και με τα διπλά νοήματα να αραβουργούν πίσω απ’ την πλοκή και τους διαλόγους (σε ένα δεύτερο μισό που δεείται στην παραβολή και κάνει την καρδιά τού, οδηγούμενου στην εκστατική μέθεξη πια, πιστού να χτυπά δυνατότερα), είναι εδώ που η Αλ-Μανσούρ ξεπροβάλλει όντως, χωρίς ποτέ να βγάζει τη μαύρη αμπάγια της, ως η νέα σουφραζέτα τού γουαχαμπιτικού Ισλάμ, που αρπάζει και ταυτόχρονα αναεκφράζει το 2010’s zeitgeist μιας ολάκερης γεωγραφίας / πλέγματος αξιών / κουλτούρας.

Μιας κουλτούρας σεξισμού, όπου θεωρείται φυσικό για έναν οικοδόμο να παρενοχλήσει λεκτικά μια παιδούλα αλλά όχι γι’ αυτήν να ανέβει σε σέλα για να μην κινδυνεύσει η αγνότητά της (άντε μετά να βρει γαμπρό!). Μιας κουλτούρας επίφασης τυπολατρίας και σεβασμού, όπου προδεσποινάρια κολλάνε στην ανύπαντρη διευθύντρια (η Γουατζντά τής το τρίβει στα μούτρα σε μια δόση) του σχολείου τους τη ρετσινιά μιας σπιτικής συνεύρεσης με έναν «παράνομο» αγαπητικό, που η αστυνομία περνάει στο βιβλίο συμβάντων της ως «απόπειρα κλοπής». Μιας κουλτούρας νοσηρού πουριτανισμού, όπου δύο έφηβες στιγματίζονται παραδειγματικά απ’ το σχολείο τους ως ύποπτες λεσβιασμού (και, βεβαίως, η Γουατζντά τις πλευρίζει – έχοντας λειτουργήσει ως μεσάζων ενός ραντεβού τής μιας – προτού την ανακαλέσουν στην… τάξη, πρώτη σειρά) επειδή έκρυβαν χέρι με χέρι ένα μανό. Μιας κουλτούρας θεοκρατίας, όπου μια μαθήτρια που «έχει τα ρούχα της» δεν κάνει να ακουμπήσει καν το Κοράνι. Μιας κουλτούρας προσαρμογής στο ζην επικινδύνως εκτός του οπισθοδρομισμού, όπου ένα αθώο παιδί μαθαίνει να ξεγλιστράει σύμφωνα με (και από) τα σαθρά ήθη των μεγάλων – ακούγοντας «σατανική» pop κατ’ οίκον και πουλώντας στη ζούλα diy μακραμέ βραχιολάκια στις άλλες, για να μαζέψει φασούλι το φασούλι τα λεφτά για το ποδήλατο που έβαλε στο μάτι και δε βγαίνει απ’ το μυαλό της.

Θα τα καταφέρει η, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ηρωίδα; Πώς όχι όταν η κηδεμονεύουσα auteur τής βάζει βοηθητικές ρόδες (παράλληλα με αυτές που η κορασίδα βγάζει απ’ το ποδήλατο που της δανείζει το γειτονόπουλο, φωνάζοντάς του «Θα σε νικήσω!») την απαρτία των χαρακτήρων, θαυμαστών τού τσαγανού της, ακόμα και κόντρα: τη μαμά, την αρχιεκπαιδευτικό («Μου θυμίζεις εμένα όταν ήμουν στην ηλικία σου» – να μία που το σύστημα κατάπιε), τον αγορίνα («Θα σε παντρευτώ!» – ένα διαφορετικό αρσενικό για ένα καλύτερο αύριο;), τον παιχνιδοπώλη, τον φευγάτο μπαμπά της. Θα έκανε άνετα και χωρίς αυτές (και την – πάντα θελκτικά, πάντως – σαπουνοπερική σχολή υποκριτικής τής Ριμ Αμπντάλα ως γονέα) η χαμογελαστή τσαούσα Γουαάντ Μοχάμεντ, ένα απ’ τα πιο natural 0-12 exotica ταλέντα απ’ την… περίοδο της Κίσα Κασλ Χιουζ και «Το Σημάδι της Φάλαινας». Αλλά όχι δίχως την πάντα στη θέση της και γρασαρισμένη αλυσίδα φωτογραφίας και μοντάζ, και αφού η Αλ-Μανσούρ τολμήσει να βάλει πανούργα (και ξανά αναγνώσιμα διττά, παραπλανητικά εθνοπατριωτικά) το εν γένει μεσανατολικό πρόβλημα στο καλάθι του σεναρίου μέσω μιας όψιμης ανατροπής τής υπόθεσης, τραβώντας το χαλί κάτω απ΄ τα πόδια του λιλιπούτειου alter ego της. Για να το ξανατραβήξει αμέσως μετά κάτω απ’ τα πόδια και τού θεατή άλλες δύο φορές, τη μία εκ νέου εις βάρος και την έτερη υπέρ της μικρής.

Τι άλλο θα χρειαστεί ώστε η Γουατζντά να πατήσει αυτή τη συνωμοσία των μη; Ένα με αγάπη σπρώξιμο πιο κοντά στη σχάρα απ’ το «αίμα» που τη βύζαξε (προτού η τεκνοποιία του θηλυκού θέσει εν αμφιβόλω κληρονομικά, ατομικά, κοινωνικά τον ανδρισμό τού σπορέα της, έχει εν προκειμένω αφήσει στέρφα εφεξής τη μαμά), κι ας ανήκει αυτό στη, συνειδητοποιημένα πια, φυλακισμένη προηγούμενη γενιά. Που, όμως, δίνοντας το τιμόνι στην επόμενη, σιγοντάρει το ξύπνημα του φύλου της και προσβλέπει στη θεσμική χειραφέτησή του. Αυτό το μανιφέστο της γυναικείας Αραβικής Άνοιξης ροβολάει καρφί προς τα εκεί (και προς τη βραχεία λίστα του ξενόγλωσσου Όσκαρ, ακόμα ένα «πέσιμο» της ντόπιας διανομής η πρόωρη έξοδός του στις αίθουσες), συναντώντας στο ετάπ των 35 mm και στο καλντερίμι τού κάθε είδους «αγώνα» τα μεγάλα δίκυκλα: το «Κλέφτης Ποδηλάτων» του Ντε Σίκα, το «Ο Ποδηλάτης» του Μοσέν Μαχμαλμπάφ, το «Ο Ποδηλάτης του Πεκίνου» του Γουάνγκ Σιάο Σουάι. Πώς να αγνοήσεις το «ντριν» απ’ το κουδουνάκι; Πώς, όταν το χτυπάει ακαταπόνητα, πριν ξεχυθεί στη λεωφόρο της ελευθερίας, ένα τόσο θαρραλέο κοριτσάκι; Jalla jalla…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η Γενική Γραμματεία Ισότητας απλώς το λατρεύει. Θα σου βγει αβίαστα το «Χαμπίμπντι», αν είσαι χρωμοσωμικά τού XX ή / και του τριτοκοσμικού ή / και του ποιοτικού οποιασδήποτε ηλικίας. Περνιέσαι για του εμπορικού και του τηλεοπτικού; Κι εσύ το υιοθετείς. Ο εμίρης (φαλλοκράτης) κι ο κακομοίρης (μουλτιπλεξάκιας κάγκουρας) ας πάνε για καμιά γουρουνιά, ξέρουν αυτοί. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι μετράνε ακόμα ένα πλήγμα, πολιτιστικό αυτή τη φορά.


MORE REVIEWS

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Διαρρήκτης φάντασμα ρημάζει τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία των Καννών. Οι Αρχές παρακολουθούν στενά τον συνήθη ύποπτο Τζον Ρόμπι, ο οποίος έχει αποσυρθεί από το «άθλημα», προτιμώντας να φλερτάρει με βαθύπλουτες Αμερικανίδες παραθερίστριες.

ΟΙ 12 ΕΝΟΡΚΟΙ

Ένας νεαρός αντιμέτωπος με την ηλεκτρική καρέκλα. Δώδεκα άνδρες που καλούνται να πάρουν την τελική απόφαση για την οριστική αθώωση ή την αμετάκλητη καταδίκη του. Ένα κλασικό δικαστικό δράμα για γερά νεύρα.

Ο ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΚΟΠΕΡΦΙΛΝΤ

Η ζωή στο Λονδίνο του 19ου αιώνα είναι για τον Ντέιβιντ Κόπερφιλντ μία διαρκής εναλλαγή ευτυχίας και τραγωδίας. Χάρη στην επιμονή και τη φιλοδοξία του, καθώς και μέσω της συναναστροφής του με κάθε λογής «παράξενους» τύπους, θα προσπαθήσει να βρει αυτό που από μικρός ονειρεύεται, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζει από πάντα τι είναι αυτό.

ΝΕΟΙ ΕΙΣΤΕ ΚΑΙ ΦΑΙΝΕΣΘΕ

Τρεις αχώριστοι κι αγαπημένοι παιδικοί φίλοι, ο Εμίλ, ο Πιερό και ο Αντουάν, ξανασμίγουν στη γενέτειρά τους, στα 70 τους πλέον, με αφορμή την κηδεία της γυναίκας του τελευταίου. Όταν ένα γράμμα της εκλιπούσας βλέπει το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά, με καθυστέρηση δεκαετιών, ο Αντουάν είναι αποφασισμένος ν’ αλλάξει μέχρι και χώρα, ώστε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον άνθρωπο που είχε μπλέξει μαζί της. Μοναδική ελπίδα να αποτραπεί το μοιραίο; Οι δύο γερασμένοι αλλά θεότρελοι φίλοι του.

ΟΤΑΝ ΑΝΘΙΖΕΙ Η ΝΙΟΤΗ

Πόσο μπορεί ν’ αντέξει μια φιλία; Ο Τζούλιο, ο Πάολο, ο Ρικάρντο και η Τζέμα μεγαλώνουν, ερωτεύονται, χωρίζουν τους δρόμους τους, μισιούνται, αγαπιούνται ξανά, μοιράζονται τις επιτυχίες και τις ήττες τους, μέσα σ’ ένα διάστημα βίου σαράντα ετών.