FreeCinema

Follow us

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ (1973)

(FILM D'AMORE E D'ANARCHIA)

  • ΕΙΔΟΣ: Πολιτική Δραμεντί Εποχής
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λίνα Βερτμίλερ
  • ΚΑΣΤ: Μαριάντζελα Μελάτο, Τζανκάρλο Τζανίνι, Λίνα Πολίτο, Έρος Πάνι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 120'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21 / SEVEN FILMS

Ρώμη, 1930s: τσαούσα ιερόδουλη, αστέρι σε casa σινιόρας, σπιτώνει αγροτόπαιδο. Αμφότεροι σημαδεμένοι από τους λεβέντες του Μουσολίνι, απεργάζονται κινηματικά τη δολοφονία του, χρησιμοποιώντας (εν τη αγνοία του) αρχιασφαλίτη τακτικό της. Ώσπου ο μουσαφίρης και κοκότα μπουμπούκι θα αλληλοκαψουρευτούν. Κάποιος θα χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο…

Αν υπήρξε μια Ιταλίδα δημιουργός που, μπροστά απ’ την εποχή της, πετούσε συνεχώς molotov στο σύστημα που την εξέτρεφε και την περιέβαλε, αυτή ήταν η Λίνα Βερτμίλερ. Διωγμένη από 14 σχολεία ως ανήλικη, αρνήτρια των προνομίων της αριστοκρατικής ελβετικής οικογένειάς της, μπουλουκτζού με κουκλοθέατρο ανά τας Ευρώπας στην πρώτη της δουλειά, υπογράφουσα την τρίτη (ένα μιούζικαλ) και την πέμπτη (ένα σπαγγέτι γουέστερν με… πρωταγωνίστρια την Έλσα Μαρτινέλι) ταινία της με ανδρικά ψευδώνυμα, πρώτη υποψήφια για Όσκαρ σκηνοθέτις, πίσω από την κάμερα έως προ τριετίας στα 86 της – ζωή να ‘χει. Με τον τρόπο της σύντροφος των Βισκόντι («Το Λυκόφως των Θεών»), Μπερτολούτσι («Ο Κονφορμίστας», «Η Στρατηγική της Αράχνης») και Μπελόκιο («Εις το Όνομα του Πατρός») στα πρώιμα 70s, άτυπα μαζί τους στο κόμμα της λοξής (απ’ τ’ αριστερά) (ανα)θεώρησης του ανώμαλου δεσμού μεταξύ των θεσμών εξουσίας και της (απο)πλανημένης μονάδας κατά τα φασιστικά χρόνια της χώρας, ήταν εκείνη που ενέγραψε σ’ αυτό την πολιτική (της σεξουαλικότητας) του σώματος μέσα από το πρίσμα της σχεδόν καρικατουρίστικης κωμικής υπερβολής των περσόνων και της υποκριτικής, πιθανό κληροδότημα της σύντομης θητείας της πλάι στον Φελίνι (βοηθός του στο «8 ½»).

Η αρχή είχε γίνει πιο κομμουνιστικά, μοντέρνα, ένα έτος νωρίτερα με το «Μίμης ο Σιδεράς», αλλά η έμφυτη αναρχία της γυνής και κάτι απ’ τον Φεντερίκο δυναμιτίζουν πολύ επαναστατικότερα έμφυλα και ιστοριοαναδρομικά διατεταγμένα αυτό το μούλικο του «Οι Νύχτες της Καμπίρια», το πρώτο συχνά οπερατικό… ανέβασμά της (προτού συν τω χρόνω κάνει και opera στο θέατρο, σπάζοντας ένα ακόμα αρσενικό άβατο), ακόμη κι αν η αγαπημένη μου δουλειά της θα παραμείνει εσαεί με διαφορά το κατακεραυνωμένο από τις φεμινίστριες, υπέροχο «Η Κυρία και ο Ναύτης». Εδώ είναι κάπως μπουρδέλο, αλλά και σαν στο μπουρδέλο η φάση: ακόμη κι όταν γίνεται της εκδιδομένης ή είσαι με το πουλί στο χέρι, δεν αποστρέφεις το βλέμμα σου απ’ το προσφερόμενο θέαμα. Κατ’ αρχήν η Σαλώμη (τα σχόλια περιττεύουν) είναι, ακόμη και μέσα στη μικροθολούρα τού υποβάθρου της, μάλλον η απόλυτη girl power ηρωίδα τής μείζονος φιλμογραφίας τής γιαγιάς: μια Τζιν Χάρλοου μαινάδα, η Ωραία Καβγατζού κι «αφέντρα» του maison, επίδοξη εκδικήτρια της σκαιής ανθρωποκτονίας ομοϊδεάτη amore απ’ τους μελανοχίτωνες, οικοδεσπότρια / μάνα / ερωτική μυσταγωγός του άβγαλτου συντρόφου που θα γίνει ο φυσικός αυτουργός, με το κορμί δίκην όπλου στο προσχέδιο του ψαρέματος του πρωτοπαλίκαρου του Ντούτσε πελάτη της. Δύσκολο να… καταπιείς το περί βγαλσίματος στο κλαρί από γινάτι και για τον αγώνα ή το ζόρικο σύστριγγλο στο οποίο υποχρεώνεται η Μελάτο επικεφαλής του παρανατουραλιστικά ξέκωλου θιάσου που υπηρετεί την καυστική φαντασίωση της τσατσάς Λίνα. Όταν, όμως, η πουτάνα με τ’ αρχίδια καταλήξει ηττημένη και αναπόδραστη έγκλειστη της φαλλοκρατικής ειρκτής, μην έχοντας αλλάξει ούτε την κοινωνία ούτε τη θέση της σ’ αυτήν, θα νιώσεις το τσίμπημα.

Έχει προηγηθεί η δραστική αλλαγή της ατμόσφαιρας, των διαθέσεων, του… σκοπού (να ξεγυμνωθεί το μοιραίο της τύφλωσης του εξτρεμισμού, το τραγικά ματαιόπονο του απελπισμένου ατομικού αγώνα, ο ανθρώπινος χαμός με άδωρο αντίδωρο το άγιασμα που συνεπάγονται τα δύο). Σ’ ένα δυνατά τραχιά συνοπτικών διαδικασιών κι απροσδόκητα άπελπι εξαγόμενο, με φορέα τον Τζανίνι όπως δεν τον έχεις ξαναδεί ποτέ (γι’ αυτό και άρπαξε τον Φοίνικα ηθοποιού στο Φεστιβάλ Καννών): ένας δασύτριχος ginger Μπάστερ Κίτον, βλάχος από τα βόρεια, που μιλάει από μέσα του και… χαζεύει αποσβολωμένος το γυναικομάνι, με φακίδες χάρη στο συνολικά έξοχα αδράττον το chic περιόδου μακιγιάζ (με επιδράσεις εμφανείς στο «Μπορντέλο» του Νίκου Κούνδουρου). Πουλώντας το παρατρέχον issue της ταυτότητας που πραγματεύεται η ταινία, ο Τουνίν (πώς) θα φανεί άντρας πιέζοντας για πρώτη φορά εναντίον πραγματικού στόχου τη σκανδάλη; Η Πολίτο, που δεν είχε την καριέρα που άξιζε βάσει αυτού του εντυπωσιακού ξεπαρθενιάσματός της στο πανί, ζωντανεύει ιδανικά τη φαταλιστική Μπουκλίτσα, την Τριπολίνα, πιο λεπταίσθητη τρίτη πλευρά του τριγώνου, τον πιο άδολο (σε καταστροφικό σημείο) έρωτα, οξύμωρα όμορφα (αν και επίσης καλλιτεχνική αδεία εκ του σεναρίου) ως η πεταλουδίτσα που μπορεί να τον νιώσει εν αντιθέσει προς τα ελεύθερα ήθη που θα έπρεπε να δικαιούται μα δεν μπορεί να διανοηθεί για το ελευθέριο επάγγελμα και το ανελεύθερο φύλο της.

Το μαλλιοτράβηγμα (όχι για το τσουτσούνι) που ως αποτέλεσμα του θηλυκού διπόλου θα υπάρξει κρίσιμα μεταξύ των δύο… κοριτσιών και θα επιταχύνει δραματικά για όλους τα γεγονότα, μισοστέκει σαρκαστικά ως ίντριγκα, καλύτερα πάντως από τα πρώιμα απανωτά γραφικά (πρέπει να είσαι πολύ μακαρονάς κινηματογραφόφιλος για να μπεις στο κλίμα, και τότε ακόμα μπορεί να έχεις déjà vu, ωστόσο) αλλά απαραίτητα (η πορνεία αστυνομεύεται από το κράτος μέσω χώρων εκτόνωσης του ανδρισμού των εκτραπέντων επιβητόρων του, λέει πλαγίως η Βερτμίλερ) sketch λαϊκού μικροκόσμου στο θαυμάσιας καλλιτεχνικής διεύθυνσης και ντεκόρ «σπίτι». Η auteur αγκαζέ με τον Τζουζέπε Ροτούνο σε κάθε περίπτωση ξέρουν πώς να (μην) τραβήξουν (μαλακία) πλάνα: η Σαλώμη κοιτάζει αφ’ υψηλού απ’ το κεφαλόσκαλο τους σιελορροούντες πελάτες αλλά στον… χαμό τού τέλους είναι κι αυτή χαμένη ανάμεσα στο πλήθος, ενώ κάποιες εναλλακτικές στάσεις τής φωτογραφίας στο ύπαιθρο (η εκδρομούλα του ζεύγους μες στα μέλια, η κούρσα με τη μοτοσικλέτα), δίνουν το φιλί της ζωής αν όχι στο στόρι, στην αφήγηση. Αξέχαστη fluffer, η θρυλική και στην Ελλάδα μουσική επένδυση του Νίνο Ρότα (με χιτάρα το «Canzone Arrabbiata»), ass to mouth από την ταραντέλα στο εμβατήριο. Στην ψηφιακή κόπια που έχει διατηρήσει επιθυμητά τη φυσική επιδερμίδα τού φιλμ, καθαρίζοντας και τους πόρους τής μονοφωνικής μπάντας ήχου. Και τελειώνω: μία ταινία που της έχει βγει εν πολλοίς δίκαια το όνομα, φωνακλού και γριά αλλά παστρικιά.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η σελιλοζική Γαβριέλα Ουσάκοβα των βετεράνων arthouseάδων και των απανταχού ανταρτών πόλης. Αρκετοί μπορεί να την πάρουν μάτι ως χαρακτηριστικά παλιακιά ή τσακλοκούδουνη σάρκα. Οι multiplexάδες που γουστάρουν Τζαλόνε να μην μπερδευτούν με την εθνικότητα, δεν θα τους κάνει τα γούστα.


MORE REVIEWS

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Η μεσόκοπη Τζουλιέτα υποψιάζεται πως ο σύζυγός της ερωτοτροπεί με άλλες γυναίκες και στρέφεται μέχρι και στον μυστικισμό για να ξεπεράσει τα υπαρξιακά της προβλήματα. Πού θα βρει τη λύτρωσή της; Στο «μαζί» ή στο «μόνη»;

GREENLAND: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Κομμάτια ενός κομήτη πλησιάζουν απειλητικά τη Γη. Πολιτικός μηχανικός που βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του, λαμβάνει κυβερνητικό μήνυμα στο κινητό του, το οποίο τον καλεί να πάρει την οικογένειά του και να κατευθυνθούν προς καταφύγιο για… λίγους και εκλεκτούς. Θα φτάσουν ποτέ;

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Στο πέρας έξι ετών, η Αγγελική Αντωνίου καταγράφει με την κάμερά της τους άγνωστους κατοίκους της Αθήνας, τα αδέσποτά της, δίνοντας «φωνή» στην παρουσία, τους χαρακτήρες, τις ιδιαιτερότητες, αλλά και την… αδέσποτη ομορφιά τους.

ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΟΣ

Επικοινωνιολόγος των Δημοκρατικών, που δεν διάγει λαμπρές ημέρες εξαιτίας της ήττας του κόμματος στις προεδρικές εκλογές, ανακαλύπτει χρυσάφι σε χωριό του Γουισκόνσιν, στο πρόσωπο βετεράνου στρατιωτικού. Τον πείθει να κατέβει για Δήμαρχος στις τοπικές εκλογές προσδοκώντας σε μεγάλα κομματικά οφέλη από πιθανή του νίκη, όμως οι αντίπαλοι Ρεπουμπλικάνοι δεν πρόκειται να κάτσουν με σταυρωμένα χέρια.

ΟΙ ΖΩΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ

Κατάκοιτος πατέρας, χαμένος στον μπερδεμένο κόσμο της άνοιας, αναπολεί στιγμές του παρελθόντος του. Η κόρη του είναι εκεί για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Θα βρει τη ζωή που (δεν) ζει;