FreeCinema

Follow us

ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ, ΠΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ (2014)

(AIMER, BOIRE ET CHANTER)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραμεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αλέν Ρενέ
  • ΚΑΣΤ: Σαμπίν Αζεμά, Σαντρίν Κιμπερλέν, Καρολίν Σιόλ, Ιπολίτ Ζιραρντό, Αντρέ Ντισολιέ, Μισέλ Βιγερμόζ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 108’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: STRADA FILMS

Ένα καλοκαίρι στο Γιορκσάιρ της Μεγάλης Βρετανίας, ένας ερασιτεχνικός θεατρικός σύλλογος, ο οποίος αποτελείται από παλιούς φίλους και γνωστούς, προετοιμάζεται για την καινούργια του παράσταση. Η ακούσια αποκάλυψη, όμως, ότι ένας φίλος τους, ο Τζορτζ Ράιλι, έχει πλέον μετρημένες μέρες ζωής θα αλλάξει τις ισορροπίες των σχέσεών τους, θα φέρει παλιά μυστικά στην επιφάνεια, θα κινδυνέψει να εκτροχιάσει ολόκληρη την παράσταση και θα προκαλέσει γέλια, πάθος και δάκρυα. Και όμως, δεν είναι αυτό που περιμένεις.

Η τελευταία ταινία τού Αλέν Ρενέ έρχεται στους κινηματογράφους με την ταμπέλα τού «κύκνειου άσματος» για έναν σκηνοθέτη που αναμφισβήτητα άφησε το στίγμα του στην κινηματογραφική ιστορία και επαναπροσδιόρισε το ευρωπαϊκό σινεμά, είτε αυτό αφορούσε μια μέρα στη Χιροσίμα, είτε ένα Μαρίενμπαντ που υπήρξε ή δεν υπήρξε ποτέ, είτε έναν «Θείο από την Αμερική» που μιλούσε για την ψυχολογία τής κοινωνίας και του ίδιου του εαυτού μας. Για την ύστατη δουλειά του, ο Ρενέ βρέθηκε στη βρετανική επαρχία, εξακολουθώντας, όμως, να προσπαθεί να ανακαλύψει αυτές τις μικρές ισορροπίες ανάμεσα στους ανθρώπους και τις αδιόρατες δυνάμεις που ορίζουν τις αποφάσεις και τις ξαφνικές εναλλαγές τους. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι ανεξάρτητα από την τελική εντύπωση που αφήνει το φιλμ, ο Ρενέ αποδεικνύει ότι, παρά την ηλικία του, είχε ακόμα τη διάθεση να πειραματίζεται και να δοκιμάζει νέες φόρμες, χωρίς να καταφεύγει στη σίγουρη, ασφαλή οδό.

Για στο «Αγαπώντας, Πίνοντας και Τραγουδώντας», ο Ρενέ εξακολουθεί να καταπιάνεται με το θέατρο (οι θεατρικές επιρροές ήταν πολύ χαρακτηριστικές και στο αμέσως προηγούμενο χρονολογικά «Ακόμα δεν Έχετε Δει Τίποτα!»), όχι μόνο ως αρχική πηγή έμπνευσης (η ταινία βασίζεται στο θεατρικό «Life of Riley» του Άλαν Έικμπορν, συγγραφέα και του «Smoking / No Smoking» του auteur) αλλά και ως αφηγηματική φόρμα και ως αισθητική. Αφενός γιατί το σενάριο διατηρεί τη λογική των πράξεων ακριβώς όπως το πρωτότυπο κείμενο, ακολουθώντας την πορεία της ιστορίας αποσπασματικά σε τέσσερις μέρες κατά τη διάρκεια ενός επταμήνου, αφετέρου επειδή ακόμα και τα σκηνικά αποπνέουν θεατρικό σανίδι με το περιβάλλον να έχει αντικατασταθεί από πολύχρωμους ζωγραφιστούς μουσαμάδες που υποκαθιστούν τόσο τα κτήρια όσο και τη φύση! Σα να μην ήταν αρκετό αυτό, ανάμεσα στις μεταβάσεις από τοποθεσία σε τοποθεσία, ο Ρενέ παρεμβάλλει σκίτσα που υποδηλώνουν την εξωτερική μορφή των κτηρίων, ενόσω travelling shots μας ξεναγούν στο επαρχιακό, καταπράσινο Γιορκσάιρ. Το φιλμ είναι σαν να πατάει με το ένα πόδι στο σινεμά και με το άλλο στο θέατρο, γεγονός που του δίνει μια περίεργη αίσθηση… φρεσκάδας!

Περίεργη επειδή, παρά το γεγονός ότι το τελικό αποτέλεσμα καταντά επαναλαμβανόμενο κατά στιγμές, ο Ρενέ στο φιλμ δείχνει αναμφισβήτητα μια παιχνιδιάρικη διάθεση, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη σαφώς πιο… μεσήλικη θεματική του! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το «Αγαπώντας, Πίνοντας και Τραγουδώντας» απευθύνεται σε ένα μεγαλύτερο κοινό που εκτιμά την ανάλαφρη αφήγηση, την ανθρωποκεντρική θεματική και την εμφανώς διαλεκτική προσέγγιση έναντι της δράσης και, όμως, ανάμεσά τους διαφαίνονται μερικές… pop εκλάμψεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν με χαμόγελο ως οι ύστατες προσπάθειες ενός σκηνοθέτη να παραμένει επίκαιρος αλλά και συνεπής με τον εαυτό του. Εξάλλου, οι πολύχρωμες απεικονίσεις των κτηρίων και οι σύντομες αποδράσεις στους δρόμους του Γιορκσάιρ είναι οι μοναδικές ευκαιρίες που έχουμε ως θεατές να ξεφύγουμε από την αυστηρή χωροταξία του φιλμ, που διαδραματίζεται αποκλειστικά (πριν ελαχίστων εξαιρέσεων προς το τέλος του, οι οποίες, όμως, και πάλι ακολουθούν τις ίδιες θεατρικές σκηνικές οδηγίες) στους εξωτερικούς χώρους μπροστά από τις κατοικίες των πρωταγωνιστών, όσο η οικιακή τους ζωή αποδομείται από την καταλυτική δράση του Τζορτζ Ράιλι.

Διότι από την αρχή μέχρι το τέλος, ο Ράιλι παραμένει μια αόρατη κινητήριος δύναμη, πάντα παρών στις εξελίξεις ή φορέας των ανατροπών τους, χωρίς να εμφανίζεται ποτέ μπροστά από την κάμερα, ακριβώς όπως οι κρυφές επιθυμίες των πρωταγωνιστών του. Εξάλλου, η ιστορία τόσο είναι για αυτόν όσο και δεν είναι, καθώς μέσω της θανάσιμης κατάστασής του ουσιαστικά επαναπροσδιορίζεται η ζωή των φίλων του, ενώ προσωπικές εκκρεμότητες (που δεν γνώριζαν ότι είχαν) μπαίνουν επιτέλους σε τάξη και τα πραγματικά κίνητρα του καθενός αποκτούν μια σαφή, εμφανή θέση, επιδιορθώνοντας τις αθέατες ρωγμές της καθημερινότητάς τους.

Αναμενόμενα, ένα φιλμ που αντλεί τις μεγαλύτερες αρετές του από τη θεατρική προσέγγιση χρωστάει στην ίδια πηγή και τις μεγαλύτερες αδυναμίες του. Δυστυχώς, παρά τις καλλιτεχνικές προσθήκες τού Ρενέ, η αφήγηση καταντάει στατική με αποτέλεσμα η θεατρικότητα να αποδεικνύεται κουραστική από τη μέση της ταινίας και μετά. Παράλληλα, η τονισμένη εκφορά τού λόγου και οι υπερβολικές ερμηνείες, αν και παραμένουν συνεπείς με την ατμόσφαιρα του project, καταλήγουν να φαίνονται ξένες προς το κινηματογραφικό μέσο και χωρίς ουσιαστική δύναμη. Ο εμφανής ακαδημαϊσμός τής ταινίας δύσκολα πρόκειται να κάνει έστω και την παραμικρή εντύπωση σε ένα νεότερο κοινό, το οποίο δεν θα έχει απαραίτητα πρόβλημα με την ηλικιακή διαφορά των προβληματισμών των πρωταγωνιστών, όμως σίγουρα θα αντιδράσει στην περισσότερο κλασική, έως και παλιομοδίτικη, θεατρική αντίληψη. Ενδεχομένως, το μεγαλύτερο πρόβλημα τελικά να μην είναι το γεγονός ότι ο Ρενέ ακολούθησε τόσο πιστά το μοντέλο τού θεάτρου αλλά το ότι πειθάρχησε στις ντιρεκτίβες μιας κλασικής σκηνικής πράξης, μακριά από τις σύγχρονες, περισσότερο απελευθερωτικές τάσεις του.

Φυσικά, αυτή είναι η ταυτότητα του έργου και οι διαμαρτυρίες σχετικά με τους θεατρικούς περιορισμούς του είναι ίσως περιττοί. Σίγουρα θα βρεθεί το κοινό που θα το εκτιμήσει και θα θεωρήσει τον κόσμο του ταιριαστό στις ανησυχίες του. Για όλους τους υπόλοιπους, θα υπάρχει πάντα η υπόλοιπη φιλμογραφία του Ρενέ, ενός μεγάλου δημιουργού που δεν χρειαζόταν την τελευταία του ταινία για να επιβεβαιώσει τη σημασία του. Τα υπόλοιπα, είναι μάλλον… λεπτομέρειες.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Θυμάσαι με αγάπη το «Θέατρο της Δευτέρας»; Αγαπάς την πολυλογία και την υπερανάλυση του γαλλικού κινηματογράφου; Πίνεις νερό στο όνομα του Ρενέ; Επιδιώκεις να βλέπεις μία τουλάχιστον δραμεντί τον μήνα; Είσαι άνω των 50; Αν απάντησες τουλάχιστον τέσσερις φορές «ναι» στις προηγούμενες ερωτήσεις, τότε η ταινία είναι για σένα. Σε κάθε άλλη περίπτωση, πλησιάζεις με προσοχή. Θα ήταν, όμως, πιο σοφό να ανατρέξεις στις παλιές, αριστουργηματικές δουλειές του Ρενέ. Αν αυτό το φιλμ γίνει η αφορμή για κάτι τέτοιο, τότε θα έχει κάνει την καλύτερη δουλειά που θα μπορούσε.


MORE REVIEWS

Η ΧΑΜΕΝΗ ΚΟΡΗ

Αγγλίδα μόνη, σε διακοπές στις Σπέτσες, παρατηρεί φασαριόζικη οικογένεια λουόμενων και, συνειρμικά, ο νους της «σκαλίζει» διαρκώς τραύματα του δικού της νεανικού παρελθόντος, λάθη μητρότητας κι επιλογές μιας ζωής που… έχασε.

ΟΥΠΣ 2! Ο ΝΩΕ ΞΑΝΑ ΕΦΥΓΕ...

Οι περιπέτειες του Φίνι και της Λία συνεχίζονται, αυτή τη φορά εκτός κιβωτού, όταν μετά από ένα απρόσμενο συμβάν καταλήγουν στον ωκεανό. Τώρα θα πρέπει να βάλουν τα δυνατά τους προκειμένου να επανενωθούν με την οικογένειά τους πριν να είναι αργά!

ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ

Τρεις οικογένειες, οι οποίες διαμένουν σε τριώροφο κτήριο στα προάστια της Ρώμης, αντιμετωπίζουν σωρεία προβλημάτων στις εσωτερικές σχέσεις τους, που δεν λένε να λυθούν όσα χρόνια κι αν περάσουν.

ΜΑΪΣΑΜΠΕΛ

Χήρα δολοφονημένου Βάσκου πολιτικού λαμβάνει επιστολή από τον φυλακισμένο, πλέον, εκτελεστή του συζύγου της, ο οποίος εκφράζει την επιθυμία να τη συναντήσει. Τα έντεκα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, άραγε, μπορούν να έχουν γιατρέψει τις πληγές;

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ

Ο Μπεν φτάνει στο Λας Βέγκας με σκοπό να πεθάνει από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Η Σέρα είναι μια πόρνη που θα σταθεί δίπλα του στην πορεία, τηρώντας μια αμοιβαία συμφωνία: κανείς δεν θα ζητήσει από τον άλλον ν’ αλλάξει κάτι από τα «θέλω» του. Μέχρι τέλους.