FreeCinema

Follow us

Ο ΜΙΚΡΟΠΟΔΑΡΟΣ (2018)

(SMALLFOOT)

  • ΕΙΔΟΣ: Animation
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κάρεϊ Κερκπάτρικ, Τζέισον Ρίσιγκ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 96'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Νεαρό γέτι ανακαλύπτει προς μεγάλη του έκπληξη πως η φυλή των ανθρώπων δεν είναι μύθος, αλλά υπάρχει στην πραγματικότητα. Ανακοινώνει το μεγάλο νέο σε όλους στο χωριό, όταν όμως δεν γίνεται πιστευτός από κανέναν, αντιλαμβάνεται πως η μόνη περίπτωση να τους πείσει για του λόγου το αληθές είναι να φέρει έναν μικροπόδαρο εκεί ψηλά στις χιονισμένες βουνοκορφές των Ιμαλαΐων!

Μετά τους πρωτότυπους και κάπως πιο ενήλικους «πειραματισμούς» με τις ταινίες «Lego Batman» και «Lego Ninjago», οι οποίες αμφότερες βγήκαν στις αίθουσες την περσινή χρονιά σημειώνοντας μάλιστα (ειδικά η πρώτη) σημαντικό σουξέ στα ταμεία, το studio της Warner βάζει εκ νέου στο στόχαστρό της το αμιγώς παιδικό κοινό, θυμίζοντάς μας πως την αμέσως προηγούμενη φορά που το επιχείρησε βγάλαμε το συμπέρασμα ότι τα μωρά τα φέρνουν οι… «Πελαργοί» (2016), σε ένα όχι ακριβώς και τόσο εμπνευσμένο animation. Τούτο δεν πουλάει τόσο αφελές και χοντρό παραμύθι, αλλά δανείζεται σε γενικές γραμμές την ιδέα της Disney από το «Μπαμπούλας Α.Ε.» (2001), προτάσσοντας τον (υποτιθέμενο) τρόμο τον οποίο οι μικρόσωμοι άνθρωποι μπορούν να προκαλέσουν σε γιγαντιαία πλάσματα (εκεί τέρατα, εδώ γέτι). Το αποτέλεσμα, όμως, δεν παύει να είναι απαγορευτικό για οποιονδήποτε κουβαλάει… διψήφιο αριθμό ηλικίας στην πλάτη.

Η βάση πάνω στην οποία στήνεται το στόρι (που έχει να κάνει με τους κανόνες λειτουργίας οι οποίοι διέπουν το απομονωμένο γετοχωριό) είναι ακατανόητα σουρεαλιστική, με τις σχετικές πληροφορίες να εκσφενδονίζονται με ρυθμό οπλοπολυβόλου μέσω ενός τρίλεπτου εισαγωγικού μονολόγου από νεαρό γέτι ονόματι Μίνγκο (ειλικρινά, είναι αδύνατο να συγκρατηθούν στο σύνολό τους από κάποιον ενήλικα, πόσω μάλλον από ένα μικρό παιδί). Πληροφορούμαστε, λοιπόν (και να με συγχωρέσετε εάν κάτι μου διαφύγει…), πως τα γέτι ζούνε για αιώνες τώρα σε ένα παγωμένο μέρος πολύ ψηλά στον ουρανό, το οποίο στηρίζεται στις πλάτες δύο τεράστιων μαμούθ (!), και κάτω από αυτά υπάρχει το χάος. Έχουν βρεθεί εκεί πέφτοντας από τον πισινό ενός ουράνιου (;) γιακ (δασύτριχο βοοειδές που συναντάται στην περιοχή των Ιμαλαΐων, για όσους τυχόν αναρωτιούνται), έχοντας σαν καθημερινή τους υποχρέωση (μεταξύ άλλων) να χτυπάνε με το κεφάλι τους μια συγκεκριμένη ώρα ένα τεράστιο gong, ο δυνατός ήχος του οποίου κάνει τον ήλιο να ανατέλλει, μιας και αυτός φέρνει βόλτες σαν σαλιγκάρι και κάπως πρέπει να ξυπνήσει (αλήθεια σας λέω!). Η δουλειά του… γκονγκοκρούστη είναι ύψιστος τίτλος τιμής που μεταλαμπαδεύεται από πατέρα σε γιο, με τον πολυλογά Μίνγκο να ετοιμάζεται να αναλάβει την πολύ σημαντική αυτή υποχρέωση. Όλα αυτά (και πάρα πολλά άλλα) δεν έχουν βγει ασφαλώς από το κεφάλι κάποιου έτσι στην τύχη, αλλά είναι λαξευμένα στους «θεμέλιους λίθους» των γέτι, ο λόγος των οποίων κρύβει τη μόνη αλήθεια, στο στυλ των Δέκα Εντολών του Μωυσή, άνευ βέβαια χλαμύδας και σανδαλιού, αλλά στο κάπως πιο παιχνιδιάρικο και τραγουδιστό.

Ο χορός και το τραγούδι, βλέπετε, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη για τα συμπαθή πλάσματα, μιας και ανά τακτά διαστήματα το φιλμ γίνεται κανονικό μιούζικαλ, όχι φυσικά τόσο ευφάνταστο όσο το «Τραγούδα!» (2016), παρά το γεγονός πως έχει επιστρατευτεί μέχρι και το «Under Pressure» των Queen και του Ντέιβιντ Μπόουι (με διαφοροποιημένους στίχους, που κάνουν το ανάλογο «Ice Ice Baby» του Βανίλα Άις να μοιάζει με το κορυφαίο μουσικό δάνειο όλων των εποχών), για να δώσει αληθινή ζωντάνια στο παγωμένο κατά τα άλλα κέφι. Η σπίθα που βάζει μπρος τη μηχανή της πλοκής, πάντως, δεν ανάβει μέσω του πενταγράμμου, αλλά μέσω ατυχήματος του Μίνγκο εν ώρα εκμάθησης περί της κεφαλοκρούσης των gong, όταν βρίσκεται να πέφτει στο υποτιθέμενο κενό, ερχόμενος έτσι σε απρόσμενο face to face με άνθρωπο, ο οποίος σύμφωνα με τους αλάθητους θεμέλιους λίθους αποτελεί πλάσμα της φαντασίας και μόνον. Ο γηραιός σοφός Λιθοφύλακας δίνει μια α λα Πυθία απάντηση στο ερώτημα που του θέτει ο κατά τας γραφάς φαντασιόπληκτος Μίνγκο σχετικά με την ύπαρξη των μικροπόδαρων, μην αφήνοντάς του περιθώριο, παρά να κινήσει μαζί με την παρέα του προς την ανθρώπινη περιπέτεια, ώστε να γνωρίσει τη δικαίωση για τα όσα απίστευτα ισχυρίζεται.

Η αναζήτηση της αλήθειας γίνεται κάπως έτσι θέμα οπτικής για την κοινότητα των γέτι (ο Λιθοφύλακας δείχνει πως είναι άσσος στην ντρίμπλα όταν μιλάει, μιας και λέγοντας πολλά δεν λέει επί της ουσίας τίποτα), με το πράγμα να περιπλέκεται όταν ο προς… σύλληψη και δειγματισμό μικροπόδαρος αποδεικνύεται πως είναι ένας κάποτε τρανός reporter με καριέρα σε ελεύθερη πτώση πλέον, ο οποίος βλέπει στο πρόσωπο του Μίνγκο το λαβράκι που θα του σώσει την παρτίδα. Αρχικά τρέμει μπροστά στη θέα ενός γέτι, γρήγορα όμως προσαρμόζεται, με το ίδιο περίπου να συμβαίνει και στον Μίνγκο, ο οποίος αντιλαμβάνεται πως ο τρόμος που οι άνθρωποι προξενούν στη φυλή του (ώστε οποιαδήποτε ιδέα επικοινωνίας μαζί τους να είναι απαγορευμένη) μπορεί εύκολα να λειτουργήσει και αντίστροφα. Η ιδέα της αδυναμίας συνεννόησης (καθώς η γλώσσα των ανθρώπων και των γέτι διαφέρει) είναι έξυπνη, όχι όμως και η κλιμάκωση του φινάλε, όπου επιστρατεύεται μέχρι και η αστυνομία προκειμένου να δώσει τις λύσεις στο πρόβλημα της εμφάνισης των άγριων θηρίων στον κόσμο των ανθρώπων, σε ένα εντελώς άστοχο και εκτός χαρωπού κλίματος twist, που έχει σαν σκοπό να κάνει ένα σχόλιο του τύπου «αγάπα τον πλησίον σου», χρησιμοποιώντας όμως αδικαιολόγητη βία για να το επιτύχει.

Το χιούμορ γενικά δεν είναι το γερό χαρτί του «Μικροπόδαρου», με εξαίρεση ίσως τη χαριτωμένη πτώση μετ’ εμποδίων του Μίνγκο από την κορυφή των Ιμαλαΐων, με το σχετικά πιο εύστοχο μέρος του να είναι αυτό που αφορά το κυνήγι της επιτυχίας με κάθε αθέμιτο τρόπο από πλευράς σύγχρονης δημοσιογραφίας, δηλαδή ακριβώς αυτό που… δεν ενδιαφέρει καθόλου το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Εκείνο το (ανήλικο) κοινό κάπως θα κουνηθεί στο κάθισμά του με τα πολλά pop τραγούδια που ακούγονται, θα χαχανίσει με τα κουρέματα των γέτι, θα χάσει (πιθανότερα) την μπάλα με τις θρησκευτικές παραβολές των λίθων και θα μείνει παγερά αδιάφορο με οτιδήποτε έχει να κάνει με τους ανθρώπινους χαρακτήρες του φιλμ, οι οποίοι προεξάρχοντος του και καλά δαιμόνιου reporter Πέρσι, δίνουν recital ανοησίας. Οι συνοδοί, συν τοις άλλοις, θα πρέπει να υποστούν και την ελληνική μεταγλώττιση που αφαιρεί τους επιπλέον πόντους ενός ταλαντούχου αγγλόφωνου καστ, ενώ εάν δεν μπορείτε να αποφύγετε την ασφυκτική πίεση του βλασταριού που θα θέλει να δει πάση θυσία τον «Μικροπόδαρο», τουλάχιστον μην προτιμήσετε τη 3D προβολή, καθώς δεν προσφέρει απολύτως τίποτα το εντυπωσιακό.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Δύσκολες ώρες προβλέπονται για τους ενήλικους… μικροπόδαρους, καθώς ναι μεν ένα στουντιακό animation και δη της Warner προσφέρει εγγύηση σε ό,τι αφορά την ποιότητα παραγωγής, αυτό όμως είναι και το μόνο προτέρημα στην προκειμένη. Από την άλλη, άβυσσος η ψυχή του οκτάχρονου μικροπόδαρου…

MORE REVIEWS

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ ΣΤΟ ΕΛ ΡΟΑΓΙΑΛ

Τέλη του ’60, κάπου έξω από την Καλιφόρνια. Επτά άγνωστοι με ξεχωριστά μυστικά και σκοπό βρίσκονται για μια βραδιά σε ένα απομονωμένο motel. Ποιοι θα καταφέρουν να κάνουν check out;

LORO

Τον λένε Σίλβιο. Είναι ο «μεγάλος» της Ιταλίας. Αλλά κάθε αναφορά σε πραγματικά πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική…

ΚΤΗΝΟΣ

Νεαρή γυναίκα ερωτεύεται γοητευτικό απόκληρο και βασικό ύποπτο σειράς άγριων δολοφονιών που έχουν τρομοκρατήσει τη μικρή, απομονωμένη κοινότητα όπου ζει, μόνο για να έρθει τελικά αντιμέτωπη με το δικό της σκοτεινό παρελθόν.

PEPPERMINT

Χαροκαμένη γυναίκα βλέπει τους δολοφόνους συζύγου και κόρης να τη σκαπουλάρουν, καθώς επίορκοι δικαστές και διεφθαρμένοι αστυνομικοί καθαρίζουν για λογαριασμό τους. Εκείνη κάνει υπομονή, μένει στο παρασκήνιο και όταν κάποια χρόνια μετά νιώθει έτοιμη, αρπάζει τα όπλα γυρεύοντας εκδίκηση. Ο Νόμος τώρα είναι στα χέρια της...

ΠΟΘΟΣ

Πενηντάρης εργένης πληροφορείται από την πρώην σύντροφό του όχι μόνο πως όταν είχαν χωρίσει (είκοσι χρόνια πριν) εκείνη ήταν έγκυος, αλλά και πως ο γιος τους, Άνταμ, έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ο νεόκοπος πατέρας ακούει τα νέα βάζοντας σκοπό να γνωρίσει έστω μετά θάνατον τον γιο του, αφού εν ζωή αγνοούσε την ύπαρξή του.