FreeCinema

Follow us

OUIJA: Η ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ (2016)

(OUIJA: ORIGIN OF EVIL)

  • ΕΙΔΟΣ: Θρίλερ Τρόμου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάικ Φλάναγκαν
  • ΚΑΣΤ: Χένρι Τόμας, Ελίζαμπεθ Ρίζερ, Νταγκ Τζόουνς, Πάρκερ Μακ, Σαμ Άντερσον
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 99'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: UIP

Μια χήρα με τα δυο κορίτσια της πραγματοποιούν συνεδρίες επίκλησης πνευμάτων, προσφέροντας δήθεν παρηγοριά στα ευκολόπιστα θύματά τους. Όταν, όμως, χρησιμοποιούν σε αυτές έναν πίνακα Ouija, το κακό ξυπνά και η αθώα εξαπάτηση γίνεται αληθινός εφιάλτης.

Όποιος πίστεψε έστω για μια στιγμή ότι η Universal δεν θα έδινε συνέχεια στο προ διετίας θριλεράκι τρόμου «Ouija: Πίνακας Πνευμάτων», πλανήθηκε πλάνην οικτράν. Πώς, άλλωστε, να μην γίνει κάτι τέτοιο όταν η εταιρεία είδε την τάξεως των πέντε εκατομμυρίων δολαρίων επένδυσή της τότε, να αποφέρει εισπράξεις άνω των εκατό από τη μία, ενώ η δίψα του νεανικού κοινού γι’ αυτό ακριβώς το στιλ… πανεύκολου τρόμου μοιάζει να είναι άσβεστη από την άλλη; Στη συγκεκριμένη περίπτωση, βέβαια, η λέξη «τρόμος» αποκτά μια πιο ευρεία διάσταση, αφού η τρομάρα που θα πάρει όποιος θαρραλέος τολμήσει να ανακαλύψει την «Πηγή του Κακού» σε αυτό το prequel θα είναι τέτοια, που θα το σκεφτεί πολύ σοβαρά να ξανατολμήσει να δει κάποιο από τα νεοθρίλερ του σωρού. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα σε αυτό το υποτιθέμενο φιλμ τρόμου που να δικαιολογεί την ύπαρξή του, δυστυχώς όμως το είδος έχει μπει εδώ και καιρό στη λογική τού «λίγα (δολάρια) βάζεις, πολλά παίρνεις», άρα κάνε τον ίδιο παραλληλισμό και για το περιεχόμενο αυτής της ταινίας…

Το ξεκίνημα, πάντως, δεν προδιαθέτει για το… κακό που έρχεται, αφού η μεταφορά της δράσης στο ηλιόλουστο και πολύχρωμο (ένεκα του καλοκαιριού της αγάπης) Λος Άντζελες του 1967, λειτουργεί ικανοποιητικά, φτιάχνοντας μια ατμόσφαιρα αθώας αναμονής εν όψει των όσων τρομακτικών υποτίθεται ότι θα ακολουθήσουν. Φευ, όμως, το χτίσιμο της υπόθεσης τραβάει σε μάκρος αφήνοντας τον θεατή να αναρωτιέται εάν αυτό που παρακολουθεί είναι θρίλερ τρόμου ή ιστορία ενηλικίωσης δύο μικρών κοριτσιών, ενώ όταν πλέον γίνεται φανερό πως το πρώτο έχει κατά νου ο σκηνοθέτης Μάικ Φλάναγκαν, εύχεσαι να είχε επιλέξει το δεύτερο. Από τη στιγμή που πέφτει στα χέρια της οικογένειας Ζάντερ το επιτραπέζιο παιχνίδι Ouija και τα πράγματα παίρνουν τον αναπόφευκτο δρόμο τους, εξαιτίας της χρήσης του ενάντια στους κανόνες του, αυτός αποδεικνύεται χαρακτηριστικά… κακοτράχαλος.

Το πρόβλημα δεν είναι πως όλα ανεξαιρέτως τα κλισέ του είδους παρελαύνουν με γεωμετρική ακρίβεια από την οθόνη, αλλά ότι δεν έχει γίνει η παραμικρή προσπάθεια προκειμένου έστω αυτά τα τυπικά «μπου!» που κατακλύζουν την πλειοψηφία των θρίλερ τρόμου της νέας γενιάς, να αποκτήσουν το ελάχιστο στοιχείο έκπληξης και συνοχής. Από τη μικρή αθώα πιτσιρίκα που ανακαλύπτει πως μπορεί να επικοινωνεί με τον νεκρό πατέρα της, μέχρι τον ιερέα – διευθυντή του σχολείου της, που σπεύδει προς βοήθεια όταν αντιλαμβάνεται πως τα κακά πνεύματα έχουν καταλάβει την Ντόρις, τα πάντα κινούνται στην ασφάλεια του τρόμου για δωδεκάχρονα, τα οποία θα τρομάξουν… γελώντας με αυτά που διαδραματίζονται. Οι συνεχείς αναφορές της μικρής στον καινούργιο αόρατο φίλο της αγνοούνται επιδεικτικά από την οικογένειά της, αλλά και από τον Φλάναγκαν, αφού δεν δείχνει να ενδιαφέρεται σοβαρά για το θέμα της κατοχής της ψυχής από δαίμονες, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με το σενάριό του. Το μόνο για το οποίο φαίνεται να νοιάζεται, είναι το να τραβήξει μερικά όσο το δυνατόν πιο κλειστοφοβικά κοντινά πλάνα των χώρων του σπιτιού στο οποίο εξελίσσεται το δράμα, έτσι ώστε με τη συνοδεία της αυξανόμενης έντασης του score, το κοινό να πεταχτεί την προβλεπόμενη στιγμή από το κάθισμα και να αναφωνήσει ανακουφισμένο: «Μωρέ, μια λαχτάρα που την πήρα».

Το ακόμα χειρότερο είναι πως όλα αυτά τα φτηνά PG-13 jump scares, μοιάζουν «πεταμένα» μέσα στην ταινία εδώ κι εκεί (σαν να ακολουθείται κάποιο άτυπο ωρολόγιο πρόγραμμα κραυγής αγωνίας), αφού ο σεναριακός αχταρμάς καθώς και οι όποιες προσπάθειες εξήγησης των όσων συμβαίνουν μόνο ως παρωδία μπορούν να εκληφθούν και όχι ως πλοκή για θρίλερ τρόμου. Το λανθάνον «αισθηματικό» ραντεβού του συντηρητικού καθολικού ιερέα (ο πιο άχρωμος κληρικός που έχει εμφανιστεί ποτέ σε ανάλογο φιλμ), με τη μοντέρνα μητέρα των κοριτσιών, την οποία ξαφνικά πιάνουν οι τύψεις για τη mini φούστα που φοράει, απλά… έγραψε. Η δε προσπάθεια να παρουσιαστεί τούτο το prequel ως επιστροφή στα παλιά καλά φιλμ του είδους, μέσω της χρήσης του logo της Universal από τα 70’s και του μοντάζ με το «καμένο» φιλμ σε στυλ Β-movie, σηκώνει ένα ελαφρύ χτύπημα στην πλάτη μαζί με ένα συγκαταβατικό «δεν πειράζει».

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Εάν σας έτρωγε η αγωνία και σας βασάνιζαν αϋπνίες όλον αυτόν τον καιρό, επειδή δεν γνωρίζατε την πηγή του κακού τού πρώτου «Ouija: Πίνακας Πνευμάτων», ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για να σας λυθούν οι απορίες. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθείτε. Παίξτε μια Monopoly!


MORE REVIEWS

ΠΟΛΥΔΡΟΣΟ

Μάνα και κόρη, αναμνήσεις μιας αγαπημένης γειτονιάς, γεμάτης φαντάσματα της μνήμης, σαν ξεφύλλισμα ενός album φωτογραφιών από περασμένες δεκαετίες, τυπωμένων σε χαρτί Kodak, με τον χρόνο να «θαμπώνει» τη νοσταλγική τετραχρωμία τους.

ΚΛΕΙΔΩΣΕΣ; - ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ

«Αφού χαλάσει το αυτοκίνητό τους σε μια μικρή πόλη, ένα νεαρό ζευγάρι αναγκάζεται να περάσει τη νύχτα σε μια απομακρυσμένη καμπίνα. Αρχίζουν, όμως, να τρομοκρατούνται από τρεις μασκοφόρους αγνώστους χωρίς κίνητρο», μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου.

Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ

Δίδυμο πληρώματος ασθενοφόρου, αποτελούμενο από έμπειρο διασώστη που «τα έχει δει όλα» και από νεοσύλλεκτο που δεν έχει δει τίποτα ακόμα, βιώνει στο πετσί του τη σκληρή Νέα Υόρκη της νύχτας, με τα δεκάδες μακάβρια περιστατικά της.

Η ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ

«Ένας ντετέκτιβ της Αστυνομίας του Σικάγου λαμβάνει μια κλήση ότι ένας κατά συρροή δολοφόνος εμφανίστηκε στη Σκωτία κι έτσι ξεκινά μια προσωπική αποστολή για να λύσει την υπόθεση που τον διέλυσε, πιάνοντας τον υπεύθυνο, ενώ τίποτα δεν είναι ποτέ όπως φαίνεται», μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου.

ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Παρέα πέντε εφήβων από τους δρόμους του Μεντεγίν ξεκινά ταξίδι προς την κολομβιανή ενδοχώρα, όταν ένας εξ αυτών κατοχυρώνει ιδιοκτησιακό δικαίωμα σε χωράφι που παρανόμως είχε αφαιρεθεί από τη γιαγιά του.