FreeCinema

Follow us

LOGAN LUCKY (2017)

  • ΕΙΔΟΣ: Κομεντί Παρανομίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στίβεν Σόντερμπεργκ
  • ΚΑΣΤ: Τσάνινγκ Τέιτουμ, Άνταμ Ντράιβερ, Ντάνιελ Κρεγκ, Ράιλι Κίου, Σεθ ΜακΦάρλεϊν, Τζακ Κουέιντ, Μπράιαν Γκλίσον, Χίλαρι Σουάνκ, Φάρα Μακένζι, Κέιτι Χολμς, Ντέιβιντ Ντένμαν, Ντουάιτ Γιόκαμ, Σεμπάστιαν Σταν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 119'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Πάλαι ποτέ καμάρι του λαού της Βιρτζίνια, άρτι σχολασμένο και με κοριτσάκι από διαλυμένο γάμο, χρειάζεται dollars και, έχοντας υπολογίσει τα πάντα έως την τελευταία λεπτομέρεια, την πέφτει σε ράλι – moneymaker. Επικεφαλής συρφετού και προκαλώντας την ονομαστή γκίνια της φαμίλιας του, το ‘χει ή όχι;

«Πιστεύεις ότι είναι η μοίρα μας να επαναλαμβάνουμε το παρελθόν;». Η ύστατη (από τις αρκετές) φράση εν είδει ρητού clin d’oeil που ακούγεται στην πολυαναμενόμενη επιστροφή του στην παλιοδουλειά για τη μεγάλη οθόνη σφραγίζει τη χάρη που αιτείται και παίρνει σχετικά άνετα ο αετονύχης Στίβεν Σόντερμπεργκ παρότι έγδυσε (#diplhs) κατά πρώτον τον… εαυτό του. Με τι διαφεύγει; Με κάτι σαν παρακολούθημα της τριπλέτας του «Η Συμμορία των…», ένα «Η Συμμορία των 7-Eleven» όπως στον υπέρτατο βαθμό του αυτοαναφορικού σαρκασμού σταμπάρεται από μια άλλη ατάκα. Αλλά με εργαλεία «σηκωμένα» από τους αφούς Κοέν και το «Ο Ατσίδας και το Λαγωνικό» (1977) ταυτόχρονα και, υποδόρια, πιο στρατευμένα. Και, αυτό είναι το πιο επικίνδυνο, αισθητά σε διπλό ταμπλό, «παίζοντας» κι αφήνοντας θύματα μεταξύ εκείνων που έχει πρώτα χρησιμοποιήσει, ακόμη κι ως συνεργούς. Να την πατάει η ταινία – πήγε για τη μεγάλη μπάζα κι έβγαλε λιγότερα. Να την πατάμε εμείς – τον είχαμε πιστέψει όταν είχε δηλώσει πως δεν ξανασκηνοθετεί στο σινεμά και μας ξεγέλασε. Αλλά, προτού φυσικά ξεγλιστρήσουμε συλλήβδην, να την πατάνε περισσότερο απ’ όλους οι αξίες κι η… πραγματικότητα των νοματαίων στα red states στα οποία κι ο ίδιος μεγάλωσε; Πώς έκατσε η οφθαλμοφανέστατη στραβή μα και η όχι ευκαταφρόνητη αρπαχτή;

Το κυριολεκτικό πισωγύρισμα λαμβάνει χώρα σε ακόμα περισσότερα επίπεδα για τη… Ρεμπέκα Μπλαντ, το πρωτόφαντο τρίτο (πλάι στα δύο ακόμη που συστηματικά χρησιμοποιεί ως αντίστοιχα dp και μοντέρ) ψευδώνυμο του μετά από δεκαετία+ επανακάμψαντος κι ως σεναρίστας γεννήματος θρέμματος της Τζόρτζια, η οποία ντουμπλάρει την κοντινή δυτική Βιρτζίνια, τον κατά το ήμισυ χώρο δράσης και πατρίδα τού εγκεφάλου και των φυσικών αυτουργών της βούτας. «Country roads, take me home / To the place, where I belong», λέει ο pastorale ύμνος στη συγκεκριμένη πολιτεία pop country «ύμνος» του Τζον Ντένβερ, στο soundtrack και στη στιχομυθία τού χωρισμένου μεροκαματιάρη με τη σπίρτο κορούλα του στην εισαγωγή, επιφορτισμένος εκτός από ένα ακόμα διπλό μήνυμα του κονδυλοφόρου, της παλιννόστησης του Σόντερμπεργκ κινηματογραφικά και γεωγραφικά, και τον μπελά της αμφιθυμίας τού δημιουργού (και του «Schizopolis», αν αυτό λέει και κάτι άλλο…) καθώς στέκεται επίσης όχι πάντα μπεσαλίδικα απέναντι στον simple (σε βαθμό simpleton) man στα νοτιοανατολικά των ΗΠΑ, στα μέρη του.

Υπεράνω του βρίσκονται, χαρακτηριστικά, οι τρεις Λόγκαν. Θνησιγενές λόγω τραυματισμού γυμνασιακό αστέρι του ποδοσφαίρου, ο λάτρης του άσματος μεγαλύτερος θα πάρει πόδι ως οδηγός εκσκαφέα σε έργα επιχωμάτωσης υπογείως πίστας αγώνων στη γειτονική Βόρεια Καρολίνα όταν ανακαλυφθεί ότι κουτσαίνει, ενώ η ξαναπαντρεμένη με επεκτεινόμενο κι εκεί έμπορο αυτοκινήτων πρώην τού γνωστοποιεί την πρόθεσή της να μετακομίσει με τη μικρή τους. Για να πιάσει στα χέρια του χρήμα και να κινηθεί δικαστικά εναντίον της (μια από τις 2-3 δραματουργικές εκκρεμότητες που εκ των υστέρων εκτίθενται ως πειστήρια παραπτωμάτων της πλοκής), θα αξιοποιήσει: assets στο εργοτάξιο που επικοινωνεί με το σύστημα μεταφοράς χρημάτων απ’ τα ταμεία του γηπέδου, μια λίστα με τα πρέπει / δεν πρέπει μιας πετυχημένης βούτας, τους δικούς του ή όχι τόσο ανθρώπους. Η πολυθρύλητη γκαντεμιά, που περισσότερο απ’ όλη την πόλη ο ίδιος ο δεξιοτέχνης barman (αν και μονόχειρας μετά από… κουλό συμβάν στο τέρμινο της θητείας του στο Ιράκ) αδελφός του πιστεύει ότι βαραίνει την οικογένεια, θα τους χαλάσει τα σχέδια εις βάρος και της μόνης απρόσβλητης του σογιού, της κομμώτριας και… «Baby Driver» sister τους; Ή θα (ανα)τινάξουν τη γρουσουζιά από πάνω τους με ένα ασύλληπτο (και για κάποιους απ’ τους συμμετέχοντες) κόλπο η ειδοποιός διαφορά και συστατικά άλλοθι του οποίου είναι ότι πρέπει κάποιοι εξ αυτών να μπουν, να βγουν, να ξαναμπούν και να ξαναβγούν, οριστικά κι αθωωτικά για όλους, απ’ τη στενή;

Προτού σε βάλει στην κλίκα και καίτοι εκ παραλλήλου μιλώντας συνωμοτικά για την ταξική πόρτα ασφαλείας του θησαυροφυλακίου του American dream και της κουλτούρας που αυτό κρύβει μέσα του κι εξαργυρώνει μια… ζωή, μια μουλωχτή σταθερά της ύστερης φιλμογραφίας του, ο Σόντερμπεργκ είναι σαν να μπουκάρει από το παράθυρο α λα «The Dukes» στη σκονισμένη παλιο-Chevrolet του «Πάση Θυσία» για μια βόλτα στο πόδι. Είναι άβολο και του βγάζει mugshot ως Ασγκάρ Φαρχάντι των ΗΠΑ, που συνάμα γλείφει και «χώνει». Ο Ιρανός τουλάχιστον πλευρίζει και ξαφρίζει τη λογοκρισία. Ο Γιάνκης θέλει οι Λόγκαν να χτυπήσουν και να διαφύγουν ως η ψιθυριστά έξυπνη φωνή της συνείδησης του χωριατάκου στο βαθύ κράτος της αστερόεσσας, ενώ αδειοδοτημένος για γυρίσματα από το εθνικό πρωτάθλημα των γκαζιάρηδων με χορηγό την Coca-Cola, από τη Λι Αν Ράιμς που επευφημείται από την κερκίδα τους όταν… εκτελεί το «America the Beautiful», από τα «Little Miss Whatever» καλλιστεία τους (μόνο πραγματικό σωφρονιστικό ίδρυμα δεν βρήκε, γι’ αυτό ίσως και οι σχετικές σκηνές είναι οι λιγότερο πειστικές, κι ας επιχειρούν να βάλουν στην agenda του φιλμ τη βία και τον ρατσισμό πίσω από τα σίδερα, με παράπλευρες απώλειες όπως τον Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν!) τους ζωντανεύει συμπαθών όλους σε γνήσιο μέσα στην πλάνη του μικρόκοσμο ως σπλάχνο τους και τους μέμφεται στις συμπαραδηλώσεις του(ς). Γομώνει καλά σε πολλαπλό MacGuffin την ξακουστή «περηφάνια της Βιρτζίνια» και τη βιτρίνα της, κρυφό καταλύτη της επιτυχίας ή μη της παράνομης αποκοτιάς; Απολύτως. Αλλά μία ακόμα ατάκα ενός απ’ τους πιο βλάχους χαρακτήρες μοιάζει να τον πιάνει απ’ τον σβέρκο: «Βλάπτεις την Αμερική. Το Nascar είναι η Αμερική!».

Μπροστά σ’ αυτό το μικροκακούργημα, το ότι η επιδιωκόμενη χαριτωμενιά των ιδιορρυθμιών στις καρικατούρες δεν αποζημιώνει πάντα με fun (το σκιτσάρισμα των δύο μικρόνοων αδελφών του βομβιστή της σπείρας κι η ασόβαρη ίντριγκα εισδοχής τους σ’ αυτήν – μέσω της οποίας χλευάζεται η κολυμβήθρα του Σιλωάμ της θρησκείας), το ότι οι φαρσικές τσίλιες στους Τζόελ & Ίθαν (το chic μπουζούς κι απόδρασης του «Ω, Αδελφέ, Πού Είσαι;», το πατιρντί ασφάλτου του «Arizona Junior», η κρύβε λόγια υπεξαίρεση του «Η Συμμορία των Πέντε», οι US θεσμοί ή malaises κι οι γαμομπελάδες του «Καυτό Απόρρητο») δεν διαβρώνουν τα κάγκελα με λίμα αμοραλισμού, το ότι η αλλαγή ταχυτήτων στην αφήγηση (ρελαντί-2η-4η-ρελαντί-2η-ρελαντί) δεν εξασφαλίζει ίσο μερτικό απ’ το παραδάκι του ενδιαφέροντος ανά πάσα στιγμή και για κάθε θεατή, είναι πλημμελήματα. Και όταν η μυθοπλασία αρχίζει να ενώνει τα τελευταία κομμάτια του εγκληματικού μηχανισμού, όταν αυτός μετράει τον χρόνο ανάποδα on the job, όταν εξαιτίας ενός απροόπτου επαπειλείται «πακέτο», όταν άκρες της καλωδίωσης αποκαλύπτονται με στρατηγική πανουργία στην πορεία, αυτό το νέο rififi στο είδος σε αφήνει αιχμάλωτο της διάνοιας και των μπράτσων του αρχηγού.

Γιατί δεν βγαίνει «Εκτός Ελέγχου» ο παγαπόντης τού συνονόματου ελάσσονος classic από το 1998; Δεν έτυχε, πέτυχε. Η σύλληψη / η εξιστορητική μοιρασιά του πρακτέου / η επιλεκτικά εστιαστική μετανάλυση του heist αποτιμώνται μεν ως επιτήδευμα στην… πένα, ευάλωτο σε ψείρισμα κι αμφισβήτηση του εκ προοιμίου αλάθητου του παντογνώστη (κι αλτρουιστή και μη πλεονέκτη από πάνω στο… τερμάτισμα της φάσης) chief ήρωα, γίνονται χάζι ως τιμαλφές παρ’ όλ’ αυτά. Ρεμπέκα (δηλ. Στίβεν), ντάξει, έγραψες. Τελειοποιώντας το μη φλύαρο και σταθερό στυλ οδήγησης της κάμερας με κοψίματα του τιμονιού σήματα κατατεθέντα (η ξαφνική στροφή του φακού κατά 90 μοίρες δεξιά, τα contre-plongée) στο οποίο μοιάζει να έχει περάσει χειροπέδες από το «Συνοδός Πολυτελείας» (2007) κι εντεύθεν, ο Πίτερ Άντριους (πάλι ο Σόντερμπεργκ) φυλακίζει τα πλάνα στα οποία το timer κι ο κόφτης της Μέρι Αν Μπέρναρντ (ο Σόντερμπεργκ ξανά, για τελευταία φορά, promise…) πάνε αέρα όταν κάποιο γκαγκ μπορεί να σε αφήσει σέκο (συναγερμός: ο πυροσβεστήρας είναι riot…) αλλά και τολμούν να επιτρέπουν ανοίγματα οσάκις η δυναμική των κουμασιών αποδεικνύεται απροσδόκητα αυτενεργός.

Κάπως έτσι η natural λιλιπούτεια Μακένζι κλέβει καρδιές και σκηνές από τον… Magic Mike, που άπιαστο αλλού δεν τον λες αλλά εδώ ξεγλιστράει χαλαρά. Tο παρεμφερές υφάκι του ο «Paterson» το παίζει στα δάχτυλα. Η Κίου κι ο Γιόκαμ βαράνε διάνα σε νευραλγικούς τύπους. Στη φάκα των εκ του περισσού στην υπόθεση προσώπων η μεν Γουότερστον απεγκλωβίζεται ο δε Σταν όχι. Κι ως εξαντρίκ (σα να ‘μεινε έξω από το «Talladega Nights: The Ballad of Ricky Bobby» ένα πράμα) καρφί ο αγνώριστος ΜακΦάρλεϊν σολάρει αλλά κλεισμένος στην απομόνωση της αποκλειστικής γνήσια αντιπαθητικής μούρης της ομήγυρης. Ο Κρεγκ έχει τον δυσκολότερο ρόλο απ’ όλους: ως μόνος Άγγλος πρέπει να υιοθετήσει το southeastern αξάν κι ως Τζέιμς Μποντ να… κλάσει την εικόνα του. Αποτυγχάνει συχνά και στα δύο, αλλά η λεία που αποφέρει το αντισεσημασμένο τού εγχειρήματος είναι ευπρόσδεκτη και παντελονιάζεται άνετα. Με δεδομένη και την digger καβάτζα της μουσικής επιμελήτριας Σίζον Κεντ, που ξεθάβει διαμάντια της fuzzy funk (Groundhogs, Lord Sutch, The Monks) για το απαστράπτον διάδημα της ηχητικής μπάντας, φτιάχτηκες. Το «Nobody was robbed in the making of this movie. Except you» σημείωμα που αφήνουν γι’ αντίο στους τίτλους τέλους δεν είναι, βέβαια, ειλικρινές, αλλά ως parole officer προτίθεμαι να κάνω τα στραβά μάτια. Η Χίλαρι Σουάνκ είναι στο κατόπι τους. Αν τους κυνηγήσει σε ένα sequel, εμείς οι δυο θα τα ξαναπούμε…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Οι θιασώτες του genre θα του παραδοθούν σχεδόν αμαχητί. Οι πολύ μουλτιπλεξάδες ανά σημεία θα πιαστούν στον ύπνο από την αλλαγή σχέσεων στον λεβιέ του ρυθμού και τη φαινομενική αφλογιστία καταστάσεων. Όσοι υπεραναλύσουν το procedural θα σηκώσουν τα χέρια ψηλά, όσοι ανακρίνουν την ηθική τού stakeout στον βιοδιάκοσμο θα καλέσουν το 100. Οι μιλημένοι του oeuvre του Σόντερμπεργκ και το fan club του 007 είναι μέσα, εννοείται.

MORE REVIEWS

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΝΕΓΡΟΣ ΣΟΥ

Μέσα από κείμενα του συγγραφέα Τζέιμς Μπόλντουιν, τούτο το ντοκιμαντέρ αναλύει την αμερικανική Ιστορία σε συσχετισμό με το ρατσιστικό συναίσθημα και τη βία κατά των μαύρων πολιτών, με άξονες την αντιμετώπιση του φυλετικού ζητήματος από το σινεμά του Χόλιγουντ και τρεις περιπτώσεις δολοφονημένων ηγετικών μορφών της πάλης για ίσα δικαιώματα στις ΗΠΑ.

LINES

Ελλάδα. Μια νύχτα κρίσης. Επτά άτομα, λυγίζοντας, καταφεύγουν στην ίδια hotline βοήθειας - αλλά δεν τους συνδέει μόνο αυτό. Μιλάτε, (δε) σας ακούμε...

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΨΑΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

Ένας μικρός καρχαρίας «μπαμπού» θα κάνει τα πάντα προκειμένου να προστατέψει μια ντουζίνα καρχαριάκια από τα χέρια δυο ανήλικων λαθροκυνηγών, επιστρατεύοντας τη βοήθεια των πιστών του φίλων.

HAPPY END

Μεγαλοαστική οικογένεια της Βόρειας Γαλλίας έχει βυθιστεί στην απαθή εσωστρέφεια του πλούσιου βίου της. Αυτοκτονικός παππούς, εργασιομανής κόρη, άπιστος γιος, ανεπρόκοπος εγγονός, ένοχη εγγονή. Happy end; Last year.

ΑΡΔΕΝΝΕΣ

Δύο αδέλφια κακοποιοί χωρίζονται όταν μια ληστεία πάει στραβά και ο ένας καταλήγει στη φυλακή. Μερικά χρόνια μετά, ο άλλος έχει ακολουθήσει έναν «καθαρό» δρόμο, προφανώς και όχι το μοναδικό πράγμα το οποίο θα τους φέρει σε σύγκρουση.