FreeCinema

Follow us

ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΗ ΨΥΧΗ: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΛΕΙΔΙ (2018)

(INSIDIOUS: THE LAST KEY)

  • ΕΙΔΟΣ: Θρίλερ Τρόμου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Άνταμ Ρόμπιτελ
  • ΚΑΣΤ: Λιν Σέι, Λι Γουανέλ, Άνγκους Σάμσον, Κερκ Ασεβέντο
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 103'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Ο Σπεκς κι ο Τάκερ αγκαζάρουν το μέντιουμ Ελίζ σε νέα αποστολή που, μετά από τηλεφωνικό αίτημα βοήθειας, τη φέρνει στο πατρικό των εφιαλτικών παιδικών χρόνων που (ποτέ πραγματικά δεν) είχε αφήσει πίσω της. Τα φαντάσματα που οφείλει να αντιμετωπίσει αυτή τη φορά είναι (και) προσωπικά. Εκτός αυτού, θα ανακαλύψει (ότι πρέπει να παλέψει για να λυτρώσει) απροσδόκητες απτές υπάρξεις. Πώς θα (τα) βγ(άλ)ει απ’ τη φυλακή της;

Το trailer αυτού του sequel σε ένα prequel είναι σχεδόν wow, (αραχνιασμένες) σκάλες ανώτερο από την ταινία. Αλλά, εντάξει, τι να περιμένεις από την τρίτη μετενσάρκωση μιας οντότητας την οποία έχουν συγκαλέσει με τον ένα ή τον άλλον τρόπο η horror βιοτεχνία Blumhouse Productions, οι Τζέιμς Γουάν και Γουανέλ των «Σε Βλέπω», ο Τζον «Annabelle» Λεονέτι κι ο Όρεν «Μεταφυσική Δραστηριότητα» Πέλι; Μάλλον όχι, όπως και να ’χει, κάτι που ξεκινάει σαν «Το Πράσινο Μίλι» του Φρανκ Ντάραμποντ κι εξελίσσεται σαν το «Η Σιωπή των Αμνών» του Τζόναθαν Ντέμι, όπως θα τα έβλεπες από την κλειδαρότρυπα αν είχες σκύψει μπρος από «Το Δωμάτιο» έχοντας βγάλει απ’ αυτήν το «The Skeleton Key» (μείον το voodoo) του Ίεν Σόφτλι.

Το πρόβλημα (κι απ’ την άλλη δόλωμα για τους… αμετανόητους fans); Το κλου κι η κατάληξη είναι δεδομένα: η παραψυχολόγα και οι δύο Ghostbusters της θα τα βάλουν, ξανά, με κάτι σατανικά ανοίκειο που αλαλιάζει νοματαίους, τους οποίους πρέπει να αποσπάσουν από τα νύχια του διαολοστέλνοντάς το – και ως team θα επιβιώσουν. Ο τροχός που πρέπει να ξανανακαλύπτεται είναι (η μορφή παρά) η φύση της εκάστοτε μοχθηρής υπερφυσικής οπτασίας και τα ντεσού της μάχης ή των επί προσωπικού των δύο στρατοπέδων. Μπόρεσαν ο νεοφερμένος Ρόμπιτελ και ο Γουανέλ ξανά στο σενάριο να εισφέρουν προς την κατεύθυνση μιας με την καλή έννοια εξωσωματικής εμπειρίας για τον θεατή;

Ο πρώτος σε κάποιον βαθμό ναι. Δημιουργός του απρόβλητου στις εδώ αίθουσες «Μέσα στο Σώμα της Ντέμπορα Λόγκαν», mockumentary που ξεκινάει απ’ το ιδρυματικό Alzheimer και… το τραβάει ώς τον τελετουργικό κανιβαλισμό και τον εξορκισμό του, πιστώνεται καταρχήν την εισδοχή της ανώμαλα ονυχοφόρας χερούκλας και της μπλιαχόφατσας του Keyface στο πάνθεον της τυπολογίας των μοχθηρών. Έμπνευσή του, με το συμβολιστικό κλειδί να ανοίγει τα μυστικά της πινακοθήκης των προσώπων, μυστικά μπουντρουμιασμένα επιπλέον σε μια ειρκτή που αποδεικνύεται διττά ρεαλιστική, ο νέος keymaster τού Απώτερου (ο Ισπανός Χαβιέρ Μποτέτ, ο πιο σκληρά εργαζόμενος ηθοποιός στο genre, έχοντας περάσει, αγνώριστος φυσικά, από όλα τα «REC» και το «Mama» μέχρι το «Η Μούμια» και «Το Αυτό» – οι ενδιαφερόμενοι αναμείνατε το επόμενο κρούσμα του στο «Slender Man», στον φερώνυμο ρόλο) σαλεύει επιλεκτικά και σχεδόν πάντα όπως πρέπει, χάρη στους ελεγχόμενους ελιγμούς και τη ζωντανή φυσική παλέτα της φωτογραφίας του Τόμπι Όλιβερ («Τρέξε!») και τους αρχιτεκτονημένους όγκους του design της Μέλανι Παρίζις-Τζόουνς, που δεν θάβει σωρείτης FX ή πολυαίμακτα «σκηνικά».

Προσόν προσμετρημένο για την πρόσληψή του στο project, η εμπειρία τού Ρόμπιτελ με το κινηματογραφικό θεματάκι της τρίτης ηλικίας έχει αποδώσει και στην καθοδήγηση της κατεξοχήν πια scream queen της. Δικός μας άνθρωπος, εν αντιθέσει προς το δίδυμο των Αντρών με τα Μαύρα – Άσπρα (θα δείτε πώς τα πρωτοβάζουν…) το αυτεπίγνωστα κρύο χιουμοράκι των οποίων εξακολουθεί απτόητα να δικαιολογεί αποτυχημένα η επιχείρηση «ταύτιση με τους σπασίκλες αρσενικούς του δημογραφικού», η από κάθε άποψη κοτσονάτη Σέι δυστυχώς καμπουριάζει. Όχι επειδή είναι 74 χρόνων αλλά υπό το βάρος αβαριών του σεναρίου τού – υποδυόμενου τον διοπτροφόρο γκατζετάκια – Γουανέλ ή του continuity, που την εκθέτουν. Δε φτάνει η… έκθεση των τραυματικών μικράτων της στα δύο δεξιά χέρια της σ’ ένα τραπέζι, τη διαδέχεται το χώσιμό τους στη νέα υπόθεση της μη δυσανασχετούσας παλαίμαχης, παρά τ’ ότι τους το έχει ξεκόψει αρνητικά, με βανάκι και cool λογότυπο στο πλάι που ανάθεμα κι αν καταλαβαίνεις για ποιον λόγο ή πότε πρόλαβαν και αγόρασαν.

Στα εγκεφαλικά σου κύτταρα θα πάει να και μ’ εκείνο το «Έβαλα τις οικονομίες της ζωής μου σ’ αυτό το σπίτι» (αχούρι μισού αιώνα), το χειρότερο μιας και η μόνη λογική που εκ των υστέρων αντιλαμβάνεσαι ότι μπορεί να διέπει την πρό(σ)κληση της Ελίζ από τον νέο «πελάτη» της στον τόπο του εγκλήματος είναι (η απολύτως εξαφανισμένη από το προφιλάρισμα) του κατά συρροή δράστη που κατά βάθος θέλει να πιαστεί. Και με τ’ ότι ο ριγμένος μάλλον στο μοντάζ, περαστικός Μπρους Ντέιβισον χρεώνεται το #WTF της ταινίας με το ξέσπασμα για μια σφυρίχτρα, κάτι σαν μισο-MacGuffin, για την οποία αδιαφορούσε επί δεκαετίες αλλά ξαφνικά πρέπει να πάρει πίσω. Και με το δεύτερο κρούσμα περιγραφικής επεξήγησης του τι έπαιξε με ένα από τα αρπαγμένα (πώς κι από ποιον, όμως, εδώ σε θέλω…) ατομάκια, ενώ θα σπας το κεφάλι σου πώς ένα άλλο βρέθηκε εκτός των δεσμών του στο μπάνιο. Και το με κορυφαίο: ο εξαποδώ, πανταχού παρών και τα πάντα μη πληρών δραματουργικά, πολεμάει την ίδια στιγμή σε δύο μέτωπα, και στο υπόγειο, όπου γίνεται η χοντρή φάση, και στο νοσοκομείο, όπου έχει στείλει μία κατάκοιτη. Θεός, έτσι;

Βασικά αυτά κοψοχολιάζουν, τη νοημοσύνη σου, ενώ το ίδιο με το γούστο κάνουν η υπέρ της αυτοδικίας θέση που σπρώχνεται ενοχλητικά σε μια τιμωρητική (εις βάρος ανθρώπου, όχι φαντάσματος, μην παρεξηγηθούμε;) έκβαση, οι πομπώδεις παραψυχολογικούρες που λεκτικά φοράει όπως πρέπει η Σέι βάσει και της αλαφροΐσκιωτης περσόνας της («There are demons in this world who are very much alive. And you stepped one of them!»), η τρίτη ή τέταρτη φέτος εκτοπλασματική εμφάνιση μιας standard θεματικής του φανταστικού («Φόβος και πόνος τούς τρέφει»). Ο Γουανέλ κατά τ’ άλλα ανασταίνει ικανά το παρανοϊκά γιάνκικο 50’s υπόβαθρο της πνευματίστριας την οποία θα πηγαινοφέρει όχι άτσαλα αλλά προσχεδιασμένα, αναμενόμενα και με τα σκιαχτικά ντου να μην το παραξεφτιλίζουν μεταξύ χθες και σήμερα, σαλονιού και κελαριού, ορατών και αοράτων, θνητών και μη αναπαμένων υπάρξεων – κλασικά σκάει για λίγο κι ένας μπάτσος. Με αξιοπρόσεκτα σποραδικά αισθητικά διακριτικά τη σέπια νυχτερινής όρασης και τη μικρή Έιβα Κόλκερ ως ανήλικη Ελίζ να φέρνει εμφανισιακά, προφανέστατα σκόπιμα, σε κορασίδα Βέρα Φαρμίγκα, την πρωταγωνίστρια του αδελφικού «Το Κάλεσμα».

«The ghosts of their past will soon be our present», ακούγεται βαρύγδουπα το άλλοτε ψυχροπολεμικό αντικομμουνιστικό σήμαντρο, για πολλοστή φορά αμφισήμαντα σε κάποιο προχωρημένο σημείο των ακατονόμαστων αλλά εύκολων να τα φανταστείς επισυμβαινομένων. Υπάρχει φως στο βάθος του τούνελ, θα πάει ακόμα μακριά η βαλίτσα; Δε νομίζω, η ζωή εδώ τελειώνει, σβήνει το καντήλι (κι η ψυχή σαν χελιδόνι φεύγει απ’ τα χείλη κ.ο.κ.) του franchise. Ο επίλογος πιάνει καλά ξανά το νήμα των προ 7ετίας απαρχών της μυθολογίας με το τηλεφώνημα που έβαλε τη στη ζωή των Λάμπερτ κατά παράκλησή τους την κυριούλα με το χάρισμα. Η παρούσα séance μοιάζει να αποτελεί την ταφόπλακά της. Είναι η κατάλληλη στιγμή για μια όχι αναξιοπρεπή αποδημία ενός στοιχειωμένου πια κεφαλαίου (#diplhs) του βιβλίου της ριγηλής μεγάλης οθόνης. Εις μνήμην (που λέει ο λόγος). Εκτός κι αν γίνει ταμειακή ζημιά και την κάνουν πάλι γυριστή: η ανιψιά έχει κληρονομήσει τις ικανότητες της θείας κι είναι eye candy. (Να μην υλοποιηθεί κι άλλη συνέχεια) αν το καταραστώ, θα εισακουστώ;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μπορεί να ‘ναι λιγάκι καλύτερο απ’ το προηγούμενο, αλλά δεν αρκεί για να αναζωογονήσει το εξαρχής μισοάρρωστο κύτταρο της… σειράς. Τους εξοικειωμένους με τα τρία παλιά δεν τους βλέπω να παραμιλάνε, νέοι πέστε θύματα μόνο αν σας έλκει το μυστήριο light τερορισμού και δεν βρίσκετε αντιθέλγητρο τη σταφιδιασμένη στο επίκεντρο (κάποιοι το βλέπουμε μόνο γι’ αυτήν, η γιαγιά είναι cult). Χαρντκοράδες, ούτε εδώ μην περιμένετε χοντρά νούμερα, ένα φούρκισμα με καλώδιο κι ένα έπιπλο κατακέφαλα είναι φευγαλέα οι εξαιρέσεις στα «μπου!» των αερικών, απλώς ο ιθύνων τους «γράφει» και το μοτίβο τού «κατειλημμένου» δύσμοιρου τη βλέπει (και) πιο ρεαλιστικά. Αν με τ’ ανατριχιάρικα (που ειλικρινά δεν είναι) σου λύνονται τα γόνατα, μένεις στην απέξω.

MORE REVIEWS

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ ΣΤΟ ΕΛ ΡΟΑΓΙΑΛ

Τέλη του ’60, κάπου έξω από την Καλιφόρνια. Επτά άγνωστοι με ξεχωριστά μυστικά και σκοπό βρίσκονται για μια βραδιά σε ένα απομονωμένο motel. Ποιοι θα καταφέρουν να κάνουν check out;

LORO

Τον λένε Σίλβιο. Είναι ο «μεγάλος» της Ιταλίας. Αλλά κάθε αναφορά σε πραγματικά πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική…

ΚΤΗΝΟΣ

Νεαρή γυναίκα ερωτεύεται γοητευτικό απόκληρο και βασικό ύποπτο σειράς άγριων δολοφονιών που έχουν τρομοκρατήσει τη μικρή, απομονωμένη κοινότητα όπου ζει, μόνο για να έρθει τελικά αντιμέτωπη με το δικό της σκοτεινό παρελθόν.

PEPPERMINT

Χαροκαμένη γυναίκα βλέπει τους δολοφόνους συζύγου και κόρης να τη σκαπουλάρουν, καθώς επίορκοι δικαστές και διεφθαρμένοι αστυνομικοί καθαρίζουν για λογαριασμό τους. Εκείνη κάνει υπομονή, μένει στο παρασκήνιο και όταν κάποια χρόνια μετά νιώθει έτοιμη, αρπάζει τα όπλα γυρεύοντας εκδίκηση. Ο Νόμος τώρα είναι στα χέρια της...

ΠΟΘΟΣ

Πενηντάρης εργένης πληροφορείται από την πρώην σύντροφό του όχι μόνο πως όταν είχαν χωρίσει (είκοσι χρόνια πριν) εκείνη ήταν έγκυος, αλλά και πως ο γιος τους, Άνταμ, έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ο νεόκοπος πατέρας ακούει τα νέα βάζοντας σκοπό να γνωρίσει έστω μετά θάνατον τον γιο του, αφού εν ζωή αγνοούσε την ύπαρξή του.