FreeCinema

Follow us

TOMB RAIDER: LARA CROFT (2018)

(TOMB RAIDER)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπέτεια Δράσης
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρούαρ Ούταγκ
  • ΚΑΣΤ: Αλίσια Βικάντερ, Ντόμινικ Γουεστ, Γουόλτον Γκόγκινς, Ντάνιελ Γου, Κριστίν Σκοτ Τόμας, Ντέρεκ Τζάκομπι, Νικ Φροστ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 118'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Μην μπορώντας να αποδεχθεί τον κατά τα φαινόμενα βέβαιο θάνατο του αρχαιολόγου πατέρα της, η Λάρα Κροφτ ταξιδεύει στο Χονγκ Κονγκ προκειμένου να ακολουθήσει τα τελευταία γνωστά του ίχνη. Αυτά θα την οδηγήσουν σε μυστηριώδες νησί, το οποίο κρύβει μυστικά μαγείας και μυστικιστικής παράδοσης που (μάλλον) για κάποιον πολύ σοβαρό λόγο έμεναν επί αιώνες καλά κρυμμένα…

Δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από τη δεύτερη και τελευταία φορά που η ατρόμητη εξερευνήτρια Λάρα Κροφτ απασχόλησε (εκτός από τις κονσόλες των video games, φυσικά) τις κινηματογραφικές αίθουσες. H Αντζελίνα Τζολί, το πιο καυτό γυναικείο όνομα του Χόλιγουντ τότε, ήταν αυτή που είχε επωμιστεί το βάρος να θέσει τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός franchise, μια στουντιακή επιθυμία που προφανώς δεν ευδοκίμησε όχι από δική της ευθύνη, καθώς η παρουσία της στον κεντρικό ρόλο ήταν ίσως το μόνο άξιο λόγου σημείο που υπήρχε στις δύο ταινίες, και σίγουρα το μοναδικό που έρχεται στο μυαλό του οποιουδήποτε θα προσπαθήσει (μάταια) τόσα χρόνια μετά να θυμηθεί κάποια λεπτομέρεια από την πλοκή εκείνων των φιλμ (με την υποσημείωση – για το ελληνικό κοινό και μόνο – των γυρισμάτων στη Σαντορίνη για τις ανάγκες του sequel του 2003, γεγονός που είχε αποτελέσει τη χαρά του τηλεοπτικού πρωινάδικου…).

Εισπρακτικά, η Κροφτ της Τζολί δεν στάθηκε μια παταγώδης αποτυχία (μάλλον το αντίθετο θα λέγαμε, ειδικά για την πρώτη ταινία της σειράς), επρόκειτο όμως για ολοκληρωτική αστοχία σε ό,τι αφορά την ψυχαγωγία και τη διασκέδαση του θεατή, μιας και το αποτέλεσμα που εισέπραττε δεν μπορούσε να σταθεί ούτε με βάση τα πιο χαλαρά εκ των μπλοκμπαστερικών κριτηρίων. Υπό αυτό το πρίσμα, το reboot τούτο έρχεται να βάλει (υποτίθεται) τα πράγματα στη θέση τους, δίνοντας ταυτόχρονα νέα πνοή στο εγχείρημα. Αυτό που προσφέρει, όμως, δεν είναι παρά η επιβεβαίωση (για νιοστή φορά) της φτώχειας ιδεών από την πλευρά της κινηματογραφικής βιομηχανίας, καθώς και την (πλην συγκλονιστικού απροόπτου) βεβαιότητα πως οι λέξεις «Λάρα Κροφτ» και «franchise» δεν κολλάνε μεταξύ τους ούτε με τη βοήθεια της πιο πανίσχυρης βιομηχανικής κόλλας (από εκείνες της παλιάς διαφήμισης που κολλούσαν μέχρι και αυτοκίνητα άμα λάχει…).

Η Λάρα Κροφτ είναι κληρονόμος αμύθητης περιουσίας, στην οποία όμως δεν μπορεί να βάλει χέρι αφού αρνείται να υπογράψει το πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα της, παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο εκείνος δεν έχει δώσει σημάδια ζωής. Έχει αναγκαστεί έτσι να δουλεύει σαν courier, ποδηλατώντας στους δρόμους του Λονδίνου ώστε να τα φέρει κάπως βόλτα. Υποκύπτει με τα πολλά στις προτροπές της γυναίκας που εκτός από την άτυπη κηδεμονία της έχει αναλάβει να «τρέχει» τις οικογενειακές επιχειρήσεις όλα αυτά τα χρόνια, βάζοντας τη σχετική υπογραφή, γεγονός που της δίνει πρόσβαση στο πατρικό αρχείο. Ανακαλύπτει ένα μήνυμα που απευθυνόταν μόνο σε αυτήν, και όντας πλέον πεπεισμένη πως ο καλός της μπαμπάς χαίρει άκρας υγείας, ξεκινάει να τον βρει, έστω με τα ελάχιστα στοιχεία που έχει στα χέρια της, τα οποία την οδηγούν σε νησάκι στη Θάλασσα του Διαβόλου, στα ανοιχτά της Ιαπωνίας. Εκεί κατά τα φαινόμενα κρύβεται το μυστικό που κυνηγούσε με πάθος να αποκαλύψει ο εξερευνητής πατήρ Κροφτ, το οποίο έχει να κάνει με έναν τάφο που θρυλείται πως κρύβει τόση δύναμη μέσα του, ώστε πολλοί θα ήθελαν να την είχαν με το μέρος τους.

Φαίνεται πως όσοι ασχολήθηκαν με το εν λόγω project είναι λες και βαλθήκανε να επαναλάβουν όλα τα… λάθη των προηγούμενων ταινιών, δείχνοντας πως δεν πήραν κανένα μάθημα από τους προκατόχους τους. Ένα άνευρο (στην καλύτερη) σενάριο, με παιδαριώδη πλοκή, που ναι μεν έχει στα μείον του το ότι βασίζεται σε video game (οπότε μια αφέλεια την περιμένεις ούτως ή άλλως), σου δίνει όμως την εντύπωση πως οι γραφιάδες του ασχολήθηκαν από ελάχιστα έως καθόλου με δαύτο. Αδυνατούν να γράψουν μια ατάκα της προκοπής ή να διανθίσουν την ιστορία τους με λίγο χιούμορ (πλην της σκηνής του ενεχυροδανειστηρίου και την ολιγόλεπτη εμφάνιση του πάντα καλοδεχούμενου Νικ Φροστ) που θα ελάφρυνε το κλίμα, δίνοντας παράλληλα μια κάπως fun αύρα. Τα ίδια ισχύουν και σε ό,τι αφορά την action πλευρά, με τον Νορβηγό σκηνοθέτη Ρούαρ Ούταγκ (ο οποίος πήρε αναίτια διαβατήριο για το Χόλιγουντ μετά το μετριότατο blockbuster – για τα δεδομένα της πατρίδας του αποκλειστικά – «Το Κύμα» του 2015) να μην μπορεί να στήσει ούτε μια σεκάνς της προκοπής, πλην αυτής της πτώσης στο ορμητικό ποτάμι και της επακόλουθης παγίδευσης της Λάρα Κροφτ στο κουφάρι ενός καταρρέοντος αεροπλάνου. Αφήνει για αρκετή ώρα την ηρωίδα του να βολοδέρνει στο Λονδίνο «χτίζοντας» τον χαρακτήρα της (γέλια στο βάθος), καθώς τη βλέπουμε στην καθημερινότητά της η οποία μας χαρίζει συν τοις άλλοις μια παντελώς αχρείαστη ποδηλατική κούρσα στους δρόμους της πόλης, που ίσως δικαιολογείται μονάχα για να μας δείξει την (και καλά) αλήτικη πλευρά της. Το φοβερό, πάντως, είναι πως άπαξ της μεταφοράς της δράσης στην Άπω Ανατολή, κάπου εύχεσαι αυτή να είχε παραμείνει στην αγγλική πρωτεύουσα για… πάντα, αφού εκεί τουλάχιστον είχαμε την ευκαιρία να βλέπουμε έξοχους Βρετανούς ηθοποιούς (Σκοτ Τόμας, Τζάκομπι) να… χαραμίζονται σε ρόλους της πλάκας.

Η εύλογη σύγκριση της νεόκοπης στον ρόλο Αλίσια Βικάντερ με την πρώτη διδάξασα Αντζελίνα Τζολί γέρνει σαφώς τη ζυγαριά υπέρ της δεύτερης. Πιθανότατα η Βικάντερ να είναι καλύτερη ηθοποιός, επιδεικνύει εδώ τσαγανό και τσαμπουκά όταν πλακώνεται στο ξύλο ή όταν πετάει βέλη με το τόξο της τρέχοντας στη ζούγκλα, δεν έχει όμως το παράστημα που χρειάζεται για action hero, καταλήγοντας να μοιάζει με κοριτσάκι που χάθηκε στο δάσος. Η Τζολί, με το sex appeal της και το σταριλίκι της, έδωσε υπόσταση σε έναν χάρτινο χαρακτήρα και ταυτίστηκε μαζί του (ό,τι και να σημαίνει αυτό), ενώ η Βικάντερ δεν δίνει σχεδόν τίποτα, πέφτοντας μάλιστα θύμα του καλπάζοντος εσχάτως νεοπουριτανισμού, αφού πέρα απ’ όλα τα υπόλοιπα είναι ντυμένη όσο δεν πάει (ξεχάστε τα σορτσάκια και τα εφαρμοστά t- shirt!). Αυτά, όμως, είναι ανώδυνα πταίσματα μπροστά στην ανυπαρξία ενός αληθινά μοχθηρού κακού, ο οποίος θα μπορούσε ίσως να προσφέρει μια κάποια σανίδα σωτηρίας στο φιλμ. Ο Γουόλτον Κόγκινς μοιάζει να είναι γεννημένος για κάτι τέτοιο, ο χαρακτήρας του όμως είναι καταδικασμένος να περιφέρεται με ένα δορυφορικό τηλέφωνο ανά χείρας περιμένοντας οδηγίες από κάποιους, κάπου, κάποτε, έχοντας ξοδέψει επτά χρόνια της ζωής του σε εκείνο το ρημαδονήσι, με παρέα του κάτι δύσμοιρους σκλάβους οι οποίοι σκάβουν ολημερίς γυρεύοντας έναν μυθικό τάφο, που ανάθεμα κι αν καταλάβει κάποιος τι το καταπληκτικό κρύβει μέσα του ώστε να τραβά τους πάντες σαν μαγνήτης.

Οι επιρροές από τον Ιντιάνα Τζόουνς είναι σαφείς στον χαρακτήρα της Λάρα Κροφτ, αλλά και στο όλο πλαίσιο που κινούνται οι περιπέτειές της, με τη σεκάνς της «απελευθέρωσης» του μυστικού του τάφου να κλείνει το μάτι στην αντίστοιχη των «Κυνηγών της Χαμένης Κιβωτού» (1981), αλλά με έναν τρόπο που θυμίζει περισσότερο τον… Άλαν Κουότερμαν του Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν, κάνοντας τούτη τη Λάρα Κροφτ να μοιάζει περισσότερο με δική του, «πανάξια» διάδοχο και ουχί του Ίντι (όπως σίγουρα θα επιθυμούσε).

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το reboot της Λάρα Κροφτ μοιάζει με πείραμα όπου επαναλαμβάνεται… το ίδιο μοτίβο, έχοντας ταυτοχρόνως την ελπίδα πως για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο θα προκύψει ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Αμ δε! Το εγχείρημα αποτυγχάνει σε όλους τους τομείς, με πρώτον εκείνον της διασκέδασης. Οι νεαρότεροι που ίσως εξακολουθούν να παίζουν το video game με την κεντρική ηρωίδα έχουν λόγους να σπεύσουν και να… απογοητευτούν, ενώ δεν νομίζω να υπάρχουν δα και τόσοι φανατικοί των πρώτων ταινιών ανάμεσα στους κάπως μεγαλύτερους, οι οποίοι περίμεναν πώς και πώς όλα αυτά τα χρόνια την επιστροφή της Λάρα Κροφτ στη μεγάλη οθόνη. Ο τάφος, που με μανία γυρεύουν όλοι εδώ πέρα, κρύβει μάλλον ένα μήνυμα πολλαπλών αναγνώσεων για το μέλλον του franchise…

MORE REVIEWS

ΜΠΛΕ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Η Μπλε Βασίλισσα, «ένα από τα πολυτιμότερα διαμάντια του κόσμου», πέφτει στα χέρια συμμορίας κατόπιν κλοπής, αλλά σχεδόν όσοι συμμετείχαν σε αυτήν έχουν κι από ένα διαφορετικό σχέδιο για το πού θα καταλήξει αυτή η περιζήτητη λεία…

THELMA

Κόντρα στις επιθυμίες των σφόδρα θρησκόληπτων χριστιανών γονιών της, η ντροπαλή, ήσυχη και εσωστρεφής Τέλμα ακολουθεί το όνειρο των σπουδών βιολογίας μακριά τους, στο Πανεπιστήμιο του Όσλο. Όπου γνωρίζει και ερωτεύεται τη συμφοιτήτριά της Άνια, κι αρχίζει να εκδηλώνει ακραίες ψυχοσωματικές (ίσως και μεταφυσικές) κρίσεις.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

Ένας κυνικός, σκεπτικιστής καθηγητής και τηλεοπτικός ερευνητής κάλπικων ιστοριών φαντασμάτων καλείται να εξιχνιάσει την αλήθεια πίσω από τρία παράξενα συμβάντα με αμφίβολη λογική εξήγηση.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΣ ΦΙΛΟΣ

Ως «καρπός» ενός τυχαίου one night stand, ο Ματιέ δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του. Όταν μια μέρα λάβει ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα που τον ενημερώνει πως ο πατέρας του πέθανε, θα ταξιδέψει μέχρι τον Καναδά προκειμένου να γνωρίσει από κοντά μια οικογένεια η οποία αγνοεί ολοκληρωτικά την ύπαρξή του.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ, Ο ΠΙΟ ΓΛΥΚΟΣ ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΟΣ

Τι μέρος του λόγου ήταν ο Χάιντεγκερ του ρωμέικου τύπου και Τύπου και των οίκων των γραμμάτων μας; Συμμετέχουν «Ζώντες και Τεθνεώτες» κι εκπορεύονται «Μυστικά της Συμπάθειας». Προκύπτει «Ο Εαυτός» του; Και κατά πόσο in memoriam;