FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ (2018)

(RED SPARROW)

  • ΕΙΔΟΣ: Κατασκοπευτικό Θρίλερ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φράνσις Λόρενς
  • ΚΑΣΤ: Τζένιφερ Λόρενς, Τζόελ Έτζερτον, Ματίας Σχούναρτς, Σάρλοτ Ράμπλινγκ, Μέρι-Λουίζ Πάρκερ, Τζέρεμι Άιρονς, Κίραν Χάιντς
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 139'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Ταλαντούχα μπαλαρίνα των Μπολσόι στη σύγχρονη Μόσχα αναγκάζεται να βάλει στην άκρη τις αγαπημένες της pointe μετά από σοβαρό ατύχημα επί σκηνής. Για λόγους επιβίωσης, το γυρνάει στην… κατασκοπεία, έχοντας ως βασικό όπλο το κορμί της. Οι διπλές παρτίδες που ανοίγει με Αμερική και Ρωσία, όμως, μπορεί να είναι υπέρ το δέον επικίνδυνες για κάτι νεόκοπα κατασκοπευτικά «Σπουργίτια» σαν κι αυτήν.

Το στοιχείο της σεξουαλικότητας σχεδόν πάντα υπάρχει στις κατασκοπευτικές ιστορίες. Ακριβά ξενοδοχεία, προκλητικά ντυσίματα, άφθονο αλκοόλ, οτιδήποτε δηλαδή μπορεί να παγιδεύσει τον στόχο, με απώτερο σκοπό να γίνει η δουλειά. Από τον καιρό της πανίσχυρης KGB, υπήρχε η φήμη πως η Ρωσική Αντικατασκοπεία χρησιμοποιούσε συχνά όμορφες νεαρές γυναίκες, που με «όπλο» τους το σεξ προσπαθούσαν να πετύχουν αυτό που όλα τα πυρομαχικά του κόσμου ίσως να μην κατάφερναν, ρίχνοντας στο κρεβάτι τα ευκολόπιστα αθώα θύματά τους.

Σε αυτό το πλαίσιο περίπου κινείται η νέα συνεργασία της Τζένιφερ Λόρενς με τον σκηνοθέτη Φράνσις Λόρενς (του franchise «Hunger Games»), που μοιάζει με μια προσπάθεια της πρωταγωνίστριας να κάνει ρελάνς στο κοινό της, η πλειονότητα του οποίου ακόμη δεν πρέπει να έχει συνέλθει από το σοκ του… παραπλανητικού marketing του «Μητέρα!», αφετέρου (στα χαρτιά, τουλάχιστον) δείχνει να ακολουθεί τη φεμινιστικής τάσης κατασκοπεία του περυσινού «Atomic Blonde». Η σημαντικότατη διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο τελευταία δείγματα του genre, όμως, είναι ότι ενώ η Σαρλίζ Θέρον ως ξανθιά κατάσκοπος γαμούσε κι έδερνε στην κυριολεξία, η Τζένιφερ Λόρενς περιορίζεται μόνο στο πρώτο εκ των δύο, με το ξύλο να έχει ατυχώς αντικατασταθεί εδώ από… το μυαλό της. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό από μόνο του ως διαπίστωση, δεν λειτουργεί όμως με τον πλέον διασκεδαστικό τρόπο σε τούτη την περίπτωση, μιας και η αυθεντική κατασκοπευτική πλοκή τού σεναρίου ολισθαίνει σημαντικά.

Το «Σπουργίτι» του τίτλου είναι η μπαλαρίνα Ντομινίκα Εγκόροβα, η οποία βλέποντας το μέλλον της στον χορό να καθίσταται ανύπαρκτο, εξαιτίας μιας άτυχης στιγμής αλλά και δίχως ρούβλι στην τσέπη, μιας και τα Μπολσόι τη συντηρούσαν ουσιαστικά, δέχεται τη «φιλότιμη» πρόταση ενός θείου της, υψηλόβαθμου στελέχους της ρωσικής υπηρεσίας πληροφοριών, για μια δύσκολη, μια κι έξω δουλειά που υπόσχεται μεγάλο κέρδος. Η φαινομενική της επιτυχία τη στέλνει σε περίφημη σχολή εκμάθησης των μυστικών τής κατασκοπείας, οι σπουδαστές της οποίας αποκαλούνται Σπουργίτια. Εκεί, υπό τις ενίοτε σαδιστικές μεθόδους της υπεύθυνης διδασκαλίας, εκπαιδεύεται να γίνει κάτι μεταξύ κατασκόπου και πόρνης. Όταν αποφοιτά με άριστα, στέλνεται κατευθείαν στο πεδίο της δράσης, έχοντας βάλει σαν στόχο έναν Αμερικάνο πράκτορα της CIA, ο οποίος μετά την αποτυχία μιας αποστολής του στη Μόσχα προσπαθεί να διορθώσει τα πράγματα για την υπηρεσία του από τη Βουδαπέστη, όπου έχει πια μετεγκατασταθεί. Η Ντομινίκα τον τυλίγει στο λεπτό χρησιμοποιώντας όλα τα κόλπα που έμαθε στη σχολή, και είναι τόσο πειστική σε ό,τι κάνει, ώστε καταλήγει να κινεί υποψίες πίσω στην πατρίδα, πως πούλησε τη μαμά Ρωσία για τα μάτια της άτιμης Δύσης.

Η πονηριά στους δύσβατους δρόμους του κατασκοπευτικού επαγγέλματος είναι ασφαλώς απαραίτητη, πλην όμως δεν είναι όλες οι ανάλογες ιστορίες επιπέδου Τζον λε Καρέ, με αποτέλεσμα η διασκευή του ομότιτλου της ταινίας μυθιστορήματος του πρώην πράκτορα της CIA και νυν συγγραφέα Τζον Μάθιους, να στέκει ως το μεγαλύτερό της πρόβλημα, αφού το ατέλειωτο μπέρδεμα που προκύπτει από την ανατροπή της… ανατροπής που συμβαίνει εδώ χαλάει κατά πολύ τις προοπτικές που υπήρχαν. Αναλογιζόμενοι δε πως ο Μάθιους ήταν ένας αληθινός κατάσκοπος, τα όσα διαδραματίζονται στο φιλμ, παραδόξως, δεν είναι και τόσο πειστικά! Τόσο οι αμερικάνικες όσο και οι ρώσικες υπηρεσίες είναι αρκούντως ανόητες ώστε να γίνονται παιχνιδάκι στα χέρια μιας πρωτάρας του χώρου και δη πρώην μπαλαρίνας, ενώ μόνο θυμηδία μπορεί να προκαλέσει το γεγονός ότι φαίνεται να χρησιμοποιούν (εν έτει 2018) τα αγνώστου ταυτότητος (για τους σημερινούς εικοσάρηδες) αντικείμενα των… floppy discs 3½ (!) για την αποθήκευση απόρρητων σημαντικών εγγράφων (τα USB flash drives δεν έχουν φτάσει ακόμη στα αυτιά των δύο υπερδυνάμεων). Όλα αυτά, μάλιστα, σε μια καθοριστικότατη για την εξέλιξη της υπόθεσης σεκάνς, με τα εν λόγω δισκάκια να δίνουν μια σχεδόν σουρεάλ διάσταση στο προσδοκώμενο σασπένς.

Στα αρχικά τρία τέταρτα της ώρας, πάντως, το «Κόκκινο Σπουργίτι» δείχνει πως θα κελαηδήσει τουλάχιστον ευχάριστα. Είναι σε αυτό του το κομμάτι που βγάζει μια trash αύρα ένοχης απόλαυσης, έστω, με αίμα, γυμνό και σκέτες καρικατούρες κακών, σε μια α λα Πολ Φερχούφεν προσέγγιση του θέματος. Η Σάρλοτ Ράμπλινγκ έχει μπει στο πετσί του ρόλου του σαδιστικά κακού δεσμοφύλακα, διοικώντας με πολύ μαστίγιο και… λίγο καρότο τη σχολή των εκκολαπτόμενων κατασκόπων, ερχόμενη σε άμεση αντίθεση με τον Τζόελ Έτζερτον, ο οποίος όχι μόνο δεν πείθει καθόλου σαν Αμερικανός πράκτορας, αλλά επιπλέον βγάζει ελάχιστη χημεία με τη Λόρενς στις πολλές σκηνές που μοιράζεται μαζί της, κάτι που αποτελεί και τεράστιο μείον για το φιλμ. Όταν, δε, λίγο πριν συμπληρωθεί η πρώτη ώρα, αρχίζουν τα απανωτά σοβαρά twists (γέλια από το βάθος), που περισσότερο προσπαθούν να εντυπωσιάσουν εν είδει βεγγαλικών καταστρέφοντας εν πολλοίς τη χαλαρή fun ατμόσφαιρα της αρχής, γίνεται κατανοητό πως ο μεγαλύτερος ορατός κίνδυνος που αντιμετωπίζει η γλυκιά Ντομινίκα είναι… να χαθεί σε κάποιον από τους δαιδαλώδεις διαδρόμους της πλοκής του φιλμ.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Δεν είναι κακή ταινία το «Κόκκινο Σπουργίτι», αδυνατεί όμως να προσφέρει απόλυτα αυτά που υπόσχεται. Φοβερά μπερδεμένο σενάριο από ένα σημείο κι έπειτα, απουσία σταθερής κατεύθυνσης η οποία γέρνει σταδιακά προς το σοβαροφανές, καθώς και ελάχιστο σασπένς, απόρροια των άπειρων ανατροπών και της αδικαιολόγητα μεγάλης διάρκειας. Η Τζένιφερ Λόρενς από τη άλλη είναι super star και μπορεί να τραβήξει τον νεαρόκοσμο από μόνη της, με τα ώριμα ονόματα των δεύτερων ρόλων αλλά και το ψυχροπολεμικό κατασκοπευτικό κλίμα να μπορούν να κάνουν το ίδιο για τους μεγαλύτερους σε ηλικία θεατές. Οι πιο συντηρητικοί εξ αυτών μπορεί και να νιώσουν άβολα στον έντονο (συχνά ωμό) ερωτισμό που υπάρχει εδώ, αντίθετα με τους πιτσιρικάδες που θα στήσουν κανονικό γλέντι.

MORE REVIEWS

COLETTE

Νεαρή Γαλλίδα από την επαρχία παντρεύεται μεγαλύτερό της διάσημο συγγραφέα και μετακομίζει μαζί του στο Παρίσι της Belle Époque, όπου ανακαλύπτει αρχικά το λογοτεχνικό της ταλέντο και εν συνεχεία την ελευθεριότητα των ερωτικών ηθών. Ο σύζυγος δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα με το δεύτερο, θέλει όμως να ελέγχει το πρώτο. Η γυναίκα του από την άλλη τα θέλει όλα δικά της. Μαζί μπορούν ή #MeToo;

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ

Επαναστατημένη έφηβη θα βρεθεί έγκλειστη σε οικοτροφείο παρέα με άλλες «προβληματικές» κορασίδες, με απώτερο σκοπό την καλλιτεχνικώς προσανατολισμένη συμμόρφωσή τους. Αντ’ αυτού θα καταλήξουν μάρτυρες δράσης περίεργων σκοτεινών δυνάμεων και μεταφυσικών φαινομένων.

ΑΔΕΛΦΙΚΟΙ ΕΧΘΡΟΙ

Στο Παρίσι δεύτερης γενιάς εμιγκρέδες gangster και μπάτσος, από μακριά κι αγαπημένοι, βλέπουν συμφέροντα και συναισθήματα να μπλέκουν άσχημα όταν «δουλειά» με «σκόνη» αφήνει τέζα το τρίτο παλικάρι της παιδιόθεν δεμένης παρέας τους. Γυρεύοντας εκδίκηση (αλλά από ποιον;), μαζί μπορούν;

ΜΕ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΤΗ ΓΟΗΤΕΙΑ

Ο Ισμαήλ έχει φύγει από το Ιράν και ψάχνει μια καλύτερη τύχη στη Δανία. Του ανακοινώνουν, όμως, ότι σύντομα μπορεί να απελαθεί, γι’ αυτό ψάχνει να βρει τρόπο να μείνει στη χώρα, προσπαθώντας να αποκτήσει μόνιμη σχέση με μια Δανή.

ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΔΕΝ ΚΛΑΙΝΕ

Σε ένα απομονωμένο ξενοδοχείο εκτός σεζόν, στα βουνά της Σερβίας, μία ειρηνευτική οργάνωση μαζεύει βετεράνους των γιουγκοσλαβικών πολέμων για ένα «σεμινάριο συμφιλίωσης». Σε αυτόν τον καμβά, έχθρες και κατάλοιπα του πολέμου θα βγουν στην επιφάνεια, σε ένα εκρηκτικό μείγμα.