FreeCinema

Follow us

ΚΡΙΝΤ ΙΙ (2018)

(CREED II)

  • ΕΙΔΟΣ: Αθλητικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στίβεν Κέιπλ Τζούνιορ
  • ΚΑΣΤ: Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Σιλβέστερ Σταλόνε, Τέσα Τόμσον, Φλόριαν Μουντιάνου, Ντολφ Λούντγκρεν, Φιλίσια Ρασάντ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 130'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Το παρελθόν και η μοίρα καταδιώκουν διαρκώς τον Αντόνις Κριντ. Αυτή τη φορά, ο άνθρωπος που ευθύνεται για τον θάνατο του πατέρα του στο ring, τον φέρνει αντιμέτωπο με τον δικό του γιο, ο οποίος έρχεται από την Ουκρανία για να του πάρει τον τίτλο!

Αν το «Κριντ» (2015) ήταν το πιο τίμιο «restart» στην ιστορία του franchise του Ρόκι Μπαλμπόα, η φετινή του συνέχεια επιχειρεί να συνδυάσει ό,τι είδαμε προ τριετίας με τον πιο ατόφιο… λαϊκισμό των εμπορικών sequels της δεκαετίας του ’80, τότε που ο Σιλβέστερ Σταλόνε σήκωνε ιαχές πατριωτικής ηδονής στις αμερικανικές αίθουσες, χτυπώντας το σφυροδρέπανο του κομμουνισμού. Ειρωνικά, με την παρούσα επιστροφή στο ψυχροπολεμικό κλίμα ανάμεσα σε Δύση και Ρωσία, το «Κριντ ΙΙ» μας υπενθυμίζει (με μια δομική αρτιότητα αφήγησης) πόσος θεατρινισμός ανέκαθεν χωρούσε και χωράει ακόμη στα λεγόμενα «politics» των δύο πάλαι ποτέ υπερδυνάμεων.

Μετά την προβολή του «Κριντ ΙΙ», έβαλα να ξαναδώ στο σπίτι το «Rocky IV» (1985), την τρίτη συνέχεια της original σειράς, την οποία είχε σκηνοθετήσει ο ίδιος ο Σταλόνε. Επέζησα αποκλειστικά και μόνο επειδή διαρκεί 91 λεπτά! Αυτός ο πολιτισμικός οχετός, σήμερα, σχεδόν σοκάρει. Πρόκειται για μια αληθινά κακή ταινία, που περισσότερο σου πουλάει το… soundtrack της παρά μια ιστορία. Σε περίπτωση που δεν θυμάσαι πλήρως (και δεν θα σε αδικήσω γι’ αυτό), ο Απόλο Κριντ (Καρλ Γουέδερς) τα βάζει με τη ρωσική φονική μηχανή που ακούει στο όνομα Ιβάν Ντράγκο (Ντολφ Λούντγκρεν), και μετά το ring ξαπλώνουν τον πρώτο εν… τάφω χλοερώ. Ο Ρόκι θα ζητήσει ρεβάνς και ο Ντράγκο θα χάσει μέσα στην ίδια του την πατρίδα. Αλλά θα γίνει πατέρας και όλα αυτά τα χρόνια θα ανατρέφει το παιδί του με πηχτό και αδυσώπητο μίσος, ώστε κάποτε να συναντηθεί με τον (νόθο) γιό του Απόλο και να τον ξαπλώσει φαρδύ πλατύ, επιστρέφοντας σαν ήρωας στη Ρωσία, που είχε απαξιώσει και ταπεινώσει τον Ντράγκο.

Το «Κριντ ΙΙ» αποτελεί το απόλυτο déjà vu εκείνης της θρυλικής επιτυχίας (300.473.716 δολάρια είχε φέρει το παγκόσμιο box-office), αλλά τα πάντα αναπαράγονται με έναν σεβασμό και τόσο επαγγελματισμό που σε πείθει. Αισθάνεσαι (ή προβλέπεις) ότι ολόκληρη η αφήγηση μοιάζει περισσότερο με «remake» του φιλμ του ’85 παρά με sequel του πρόσφατου «Κριντ», όμως κάθεσαι και το απολαμβάνεις. Γιατί δεν είναι «αρπαχτή». Ο χαρακτήρας του Αντόνις σε είχε κάνει να νοιάζεσαι γι’ αυτόν προ ετών, ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν τον ερμηνεύει με σωστές διακυμάνσεις θυμού, ηρωισμού, αμηχανίας μπροστά στα εμπόδια που του βάζει η ζωή και δραματικών εντάσεων στις πιο προσωπικές του στιγμές. Και ο Ρόκι τού  σήμερα είναι μια ώριμη φιγούρα σχεδόν σεβάσμια, που δεν παριστάνει τον σοφό μέντορα, αλλά επιχειρεί να ανιχνεύσει στα εσώψυχά του ένα πατρικό νοιάξιμο το οποίο δεν ήταν ικανός να μεταδώσει στο δικό του παιδί.

Η υποπλοκή της πατρότητας δένει πιο γερά τους συναισθηματικούς «κόμπους» του δράματος εδώ και είναι το πιο ενδιαφέρον μέρος της ιστορίας, καθώς και ο Αντόνις αποκτά παιδί και σηκώνει έναν διαφορετικό σταυρό στην πλάτη (όχι spoilers!). Και ενώ όλα τα ευρήματα που αφορούν σε αυτό το μέρος στέκουν και δουλεύουν σεναριακά, το υπόλοιπο έργο (οι πυγμαχικές κόντρες, δηλαδή) διατηρεί τον ακατέργαστα πρωτόγονο και προβλέψιμο σχεδιασμό της ταινίας του ’85, λες και όλες οι καλές προθέσεις που αναγνωρίσαμε στο πρώτο «Κριντ» πρέπει να εξισωθούν με το πιο ανεγκέφαλο popcorn fun του παρελθόντος. Όλως περιέργως, ο (κυρίως τηλεοπτικής πείρας) Στίβεν Κέιπλ Τζούνιορ καταφέρνει να εξισορροπήσει την αφήγηση μεταξύ αυτών των δύο συγκρουόμενων φιλμικά μετώπων, σκηνοθετώντας με καλό ρυθμό δράσης που δεν σε κάνει να σκέφτεσαι τη μεγάλη διάρκεια του φιλμ.

Το μεγάλο άδικο με το «Κριντ ΙΙ» είναι το πόσο έχουν παραμεληθεί από το σενάριο (και σαν background αλλά και πρωτίστως σε ατάκες) ο Ιβάν και ο Βίκτορ Ντράγκο (Φλόριαν Μουντιάνου). Θυμόμαστε πως ο Ντράγκο του Λούντγκρεν δεν άνοιγε σχεδόν ποτέ το στόμα του και είναι σωστή η επιλογή της χρήσης της ρωσικής γλώσσας για τις σκηνές που αφορούν αυτούς τους χαρακτήρες. Αλλά με εξαίρεση τη σκηνή ενός επίσημου δείπνου με συμπατριώτες τους (η οποία «κρύβει» και μια σχετική έκπληξη που πρέπει να προκαλέσει επιφωνήματα γαλαρίας), οι Ντράγκο τούτου του sequel μοιάζουν λες και είναι βγαλμένοι από λαϊκό μελόδραμα της Κλακ Φιλμ, ψυχρά άτονοι ερμηνευτικά και (ειδικά στην περίπτωση του Βίκτορ) ανίκανοι να αρθρώσουν μια ουσιώδη πρόταση. Ως αποτέλεσμα, λειτουργούν σαν «τσόντα» της δραματικής πλοκής, ενώ η ιστορία μπορούσε να επιφυλάσσει γι’ αυτούς ανατροπές βαθιάς κακίας και ανθρώπινης οργής. Και αυτό είναι πρόβλημα σεναριακό.

Οι όποιες αντιρρήσεις, βέβαια, σχεδόν ξεχνιούνται όταν πλησιάζει η ώρα για την τελική μονομαχία στο ring, με την όλη σεκάνς να πατά επάνω στην παράδοση του franchise, δίχως σκηνοθετικές φιγούρες και «χορογραφημένα» πλάνα. Η δραματική ένταση είναι το ζητούμενο εδώ και το «Κριντ ΙΙ» παραδίδει αυτό που περιμένεις να δεις, με μια μικρή… audio «πινελιά» η οποία θα σου υπενθυμίσει ότι παρακολουθείς ένα κομμάτι από έναν κινηματογραφικό θρύλο που πολλοί αμφισβήτησαν, η μνήμη όμως αρνείται να προδώσει…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Θα πας με μια δόση νοσταλγίας, αλλά με εξαίρεση την προβλεψιμότητα της έκβασης των αγώνων, το κλίμα δεν είναι ακριβώς «παλιακό», όπως και το πρώτο «Κριντ» δεν ήταν αυτό το… χάλι που χαρακτήριζε τις συνέχειες των «άθλων» του Ρόκι Μπαλμπόα. Προφανώς, το έργο μιλάει καλύτερα στις γενιές που γνωρίζουν τη μυθολογία του όλου franchise, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το teenage κοινό δεν θα βρει υλικό ταύτισης εδώ. Απλά, αν ακούς το όνομα Ιβάν Ντράγκο και αυτομάτως σου έρχεται να τραγουδήσεις Survivor, είσαι (πιο) έτοιμος για να κάνεις… «ντου» στην αίθουσα!

MORE REVIEWS

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Αμερικανός συγγραφέας καταφθάνει στη μεταπολεμική Βιέννη σε αναζήτηση παιδικού φίλου που του είχε προτείνει δουλειά εκεί. Θα τον βρει… στην κηδεία του, και η παραμονή του στην πόλη θα έχει πια σκοπό να αναζητηθούν τα μυστηριώδη αίτια του θανάτου του.

ΜΙΑ ΒΡΟΧΕΡΗ ΜΕΡΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Ένα ανέμελο weekend στη Νέα Υόρκη επιφυλάσσει πολλές «συννεφιές» για το νεαρό ζευγάρι δύο κολεγιόπαιδων με διαφορετικές καταβολές και… IQ.

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ... ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ

Στο Λος Άντζελες του 1969, ένας τηλεοπτικός αστέρας σειράς γουέστερν του ’50 αγωνίζεται να κρατήσει την καριέρα του στα όρια του αξιοπρεπούς, φροντίζοντας παράλληλα να βρίσκει δουλειά στον stuntman κολλητό του. Λεπτομέρεια: έχει για γείτονες τη Σάρον Τέιτ και τον Ρομάν Πολάσκι.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ

Έπειτα από επτά χρόνια απόστασης, η διάσημη πιανίστα Σάρλοτ επισκέπτεται την κόρη της, που ζει σε ένα εξοχικό σπίτι με τον ιερέα σύζυγό της και την ανάπηρη αδελφή της. Οι ημέρες που θα ακολουθήσουν θα είναι γεμάτες από πικρία και αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε μητέρα και κόρη.

ΜΕΣΟΚΑΛΟΚΑΙΡΟ

Μετά από μία οικογενειακή τραγωδία, η Ντάνι ακολουθεί τον αγαπημένο της και την παρέα του σε ένα ταξίδι μυσταγωγίας στη Σουηδία, παρακολουθώντας ένα ντόπιο, σχεδόν παγανιστικό πανηγύρι που αρχικά δείχνει ειδυλλιακό, μα κρύβει κάτι το αναπάντεχα απειλητικό.