FreeCinema

Follow us

ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ: Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΛΑΖΑΡ (2017)

(PIRATES OF THE CARIBBEAN: DEAD MEN TELL NO TALES)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπετειώδης Φαντασία Εποχής
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιόαχιμ Ρόνινγκ, Έσπεν Σάντμπεργκ
  • ΚΑΣΤ: Τζόνι Ντεπ, Τζέφρι Ρας, Χαβιέρ Μπαρδέμ, Μπρέντον Θουέιτς, Κάγια Σκοντελάριο, Κέβιν ΜακΝάλι, Ντέιβιντ Γουέναμ, Στίβεν Γκρέιαμ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 129'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Η αναζήτηση της τρίαινας του Ποσειδώνα είναι το καινούργιο στοίχημα του Τζακ Σπάροου, που διώκεται ανελέητα από πειρατές… ζωντανούς και νεκρούς, έως και τον πανταχού παρόντα και ανταγωνιστικό βρετανικό στόλο.

Μ’ ένα Σπάροου… τρεις υποπλοκές; Κάνει αυτό μια ταινία (πιο) χορταστική, όμως; Το ερώτημα γίνεται λίγο βασανιστικότερο όταν μιλάμε για sequel επιτυχημένου κινηματογραφικού franchise. Και καταλήγει να γίνεται πραγματικά σοβαρό όταν… δεν θυμάσαι ποιο μέρος της σειράς των «Πειρατών της Καραϊβικής» είναι τούτο (μερικές φορές τα νούμερα δεν είναι και τόσο κακά σαν ιδέα…)!

Ειλικρινά το λέω! Το κοίταξα στο Google. Και είναι το πέμπτο. Το τέταρτο δεν άντεξα να το δω, το εξομολογούμαι. Και τα τρία προηγούμενα αυτού μάλλον αχνά τα θυμάμαι. Δηλαδή, θυμάμαι ότι υπάρχει ο Τζακ Σπάροου, κάτι πειρατές και παίζουν και αρκετά φαντάσματα / ζόμπι που συνήθως κουβαλάνε κάποια κατάρα ή έρχονται από τον «άλλο κόσμο» για κάτι με το οποίο εμπλέκεται πάντα… ο Τζακ Σπάροου. Τώρα, αν υπάρχει αναγνώστης που θυμάται ακριβώς τι συνέβαινε σε κάθε κεφάλαιο των «Πειρατών της Καραϊβικής», μάλλον του αξίζει ταξίδι – δώρο σε ένα theme park της Disney. Όχι ότι η πρώτη ταινία (του 2003) δεν ήταν διασκεδαστική. Απλά, η μετατροπή της σε δολαριοεισπρακτική φόρμουλα οδήγησε σε ένα ανέμπνευστο κατασκεύασμα, του οποίου η πλοκή δεν έδινε και πολλές ευκαιρίες για το όποιο «refresh». Με άλλα λόγια, το κάθε επόμενο sequel άρχισε να μοιάζει με μια υποχρέωση του studio που εξυπηρετούσε περισσότερο τα «παρελκόμενα» του merchandising ή των resorts της ονομαστής εταιρείας παρά την κινηματογραφική απόλαυση.

Όταν το «Σε Άγνωστα Νερά» (2011) έφτασε να κάνει χαμηλότερη είσπραξη από το πρώτο μέρος στις ΗΠΑ (με το international market να λειτουργεί ως «σωσίβιο» για το franchise), προφανώς η Disney κατάλαβε ότι πρέπει να πατήσει ένα «pause», ουχί όμως και να αφήσει για πάντα έξω από το παιχνίδι των κινηματογραφικών αιθουσών την κλασική, πλέον, φιγούρα την οποία έπλασε ο Τζόνι Ντεπ. Τόσο κλασική, που ακόμη και οι συνάδελφοί του δεν μπόρεσαν να τον αγνοήσουν το 2004, χαρίζοντάς του την πρώτη του (επιτέλους) υποψηφιότητα για Όσκαρ. Βέβαια, η επανάληψη αυτού του ρόλου κατάντησε λίγο γραφική ύστερα από τόσες ταινίες, αλλά η διακοπή μερικών ετών λειτουργεί υπέρ του Ντεπ στην «Εκδίκηση του Σαλαζάρ», που επαναφέρει τον Τζακ Σπάροου στην ενεργό δράση, αν και σε κάπως δεύτερη μοίρα, καθώς το σενάριο επικεντρώνει στη σύσταση μερικών νέων χαρακτήρων. Απόφαση ελαφρώς αλλοπρόσαλλη, όσο και η αναποφασιστικότητα του studio που λανσάρει το sequel ως «Dead Men Tell No Tales» στην αμερικανική αγορά, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο μας ζητά να το θυμόμαστε με τον συνοδευτικό τίτλο «Salazar’s Revenge»!

Οι κάμποσες υποπλοκές του «Σαλαζάρ» συνοδεύουν την αναζήτηση της τρίαινας του Ποσειδώνα από τον Τζακ Σπάροου, ο οποίος καταδιώκεται από τον ομώνυμο ήρωα του Χαβιέρ Μπαρδέμ που λειτουργεί ως ο κακός εδώ, διότι η κατάρα που τον μετέτρεψε σε «ζωντανό νεκρό» μπορεί να σπάσει μονάχα αν εξολοθρεύσει τον Σπάροου (ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων…), ενώ από πίσω ακολουθεί ο γνωστός χαρακτήρας του καπετάνιου Μπαρμπόσα (Τζέφρι Ρας) και ένα κάποιο μπούγιο από νέα και παλιά πρόσωπα που υπηρετούν τον νόμο ή ονειρεύονται από ένα σεβαστό μερίδιο της λείας η οποία σίγουρα θα προκύψει στο φινάλε.

Δεν είναι (εξαρχής) ενοχλητικό που όλα αυτά μοιάζουν να κατοικούν ήδη στο βάθος της μνήμης σου με το που θα ξεκινήσει τούτη η ταινία, όμως σταδιακά τα πάντα δείχνουν πραγματικά προβλέψιμα και υποχρεωμένα να οδηγήσουν σε μια κορύφωση σύγκρουσης που ενώνει όλο το καστ μαζί, μέχρι να γίνει… ό,τι ακριβώς είχες φανταστεί ή περίμενες (ακόμη και μια cameo εμφάνιση χαρακτήρα από τα παλιά μάντεψα, αναφωνώντας με τέλειο timing πριν από τα end credits!). Το déjà-vu συνοδεύει ακόμη και την πιο θεαματική σκηνή του έργου, που βρίσκεται στην αρχή και τίποτε δεν την ξεπερνά ώς το τέλος της «Εκδίκησης του Σαλαζάρ»: η κλοπή ενός θησαυροφυλακίου που σέρνει ξοπίσω του και ολόκληρο (!) το κτήριο της τραπέζης, κάπου θυμίζει την αντίστοιχη σεκάνς από το πέμπτο μέρος του «The Fast and the Furious» (με τη ληστεία στο Ρίο), ενώ οι αναπόφευκτες κατεδαφίσεις έχουν μια στιλιστική δόση από «Spectre» (το opening στο Μεξικό). Για να δεις κάτι παρόμοια εντυπωσιακό μέχρι το τέλος του φιλμ, πρέπει να προσευχηθείς… στον Μωυσή!

Η «προκατασκευασμένη» λογική τού «Σαλαζάρ» βρίσκει την αποθέωσή της στην ολιγόλεπτη εμφάνιση του Πολ ΜακΚάρτνεϊ, η οποία δεν έχει καν τη χρησιμότητα ή το χιούμορ του παλαιότερου casting του Κιθ Ρίτσαρντς σε τούτο το franchise. Αν το καλοσκεφτείς, θα έρθει στο μυαλό σου η εικόνα ενός executive meeting στο Χόλιγουντ, όπου ένας γραβατωμένος θα φωνασκεί το όνομα του «Σκαθαριού» ως αναλαμπή – απάντηση στη χρήση του… «απέθαντου» μέλους των Rolling Stones. Εάν αυτό μεταφράζεται σε εξυπνάδα για εσάς και είχατε περάσει χάρμα και στα τέσσερα προηγούμενα φιλμ της σειράς, ας σαλπάρετε και τούτη τη φορά. Βεβαιωθείτε, όμως, ότι γνωρίζετε τον τρόπο να εκπέμψετε «SOS» από το σινεμά όπου θα βρεθείτε…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ο Τζόνι Ντεπ… στα ίδια. Η πλοκή σαν ένα «mash-up» που ανακυκλώνει όλες τις προηγούμενες ταινίες του franchise μαζί. Το προφανές και μάλλον… ίδιο θέαμα. Και η κατάληξη που θα σε κάνει να νομίζεις ότι έχεις… την ενόραση! Δεν είναι ένα πραγματικό κινηματογραφικό ναυάγιο η «Εκδίκηση του Σαλαζάρ». Απλά, το έχεις «ξαναδεί». Και ειδικά σε 3D (σκέτη φλαταδούρα προοπτικής στο κάδρο) δεν επιθυμείς να το βιώσεις, θα είναι σα να πέφτει το πορτοφόλι σου θύμα πειρατών! Οι fans της πρώτης ταινίας του 2003 θα απορήσουν ουσιαστικότερα από την ελαφρότητα του όλου εγχειρήματος που δεν ωρίμασε καθόλου τόσα χρόνια. Το σεντούκι να γεμίζει…

MORE REVIEWS

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ HEDI

O Χέντι, ένας χαμηλότονος 25χρονος, ετοιμάζεται να παντρευτεί και δουλεύει σε μια βαρετή, «κουστουμάτη» δουλειά. Καταπιεσμένος από την αυταρχική μητέρα του, ο νεαρός οδεύει σε μια ζωή που δεν θέλει, όμως η γνωριμία του με την ανεξάρτητη Ριμ τα αλλάζει όλα.

ANNABELLE: CREATION

Ο κατασκευαστής της πρωτότυπης κούκλας… του κακού χάνει τη μικρή του κόρη σε τροχαίο. Δώδεκα χρόνια αργότερα, εκείνος και η σύζυγός του θα φιλοξενήσουν στην καλιφορνέζικη φάρμα τους μια καλόγρια και έξι ορφανά κορίτσια, μεταξύ των οποίων και η βασανισμένη από πολιομυελίτιδα Τζάνις, που θα κάνει το λάθος να μπει στο δωμάτιο της εκλιπούσας Άναμπελ.

ΠΙΚΑΔΕΡΟ

Αυτός είναι 20φεύγα πρακτικάριος σε φάμπρικα. Αυτή συνομήλική του άνεργη ιστορικός τέχνης. Μένουν με τους δικούς τους, δεν έχουν αμάξι, δεν έχουν λεφτά, δεν τους χωράει ο τόπος (η επαρχία στη Χώρα των Βάσκων) ούτε για να παρθούν. Μαζί μπορούν ή θα αυτονομηθούν προτού, εν πάση περιπτώσει, τον δρόμο τους βρουν;

ΕΝΑ ΚΑΠΟΙΟ ΤΕΛΟΣ

Ένας μοναχικός, ηλικιωμένος άνδρας θα αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του, όταν κάποια μέρα λάβει ένα γράμμα που τον πληροφορεί πως είναι ο αποδέκτης ενός αντικειμένου που σχετίζεται με την περίοδο των πανεπιστημιακών του σπουδών και τα χρόνια των πρώτων ερωτικών του σκιρτημάτων.

ΓΥΑΛΙΝΟ ΚΑΣΤΡΟ

Μέθυσος πατέρας και ελαφρόμυαλη μητέρα αναγκάζουν τα τέσσερα παιδιά τους να ζουν σαν νομάδες, περιπλανώμενοι εδώ κι εκεί, εξαιτίας μιας δικής τους ιδιαίτερης θεώρησης των πραγμάτων. Η μία τους κόρη θα καταφέρει να γίνει επιτυχημένη δημοσιογράφος, χωρίς όμως να έχει μπορέσει να «θάψει» εντελώς το παρελθόν. Βασισμένο σε αληθινή ιστορία.