FreeCinema

Follow us

Η ΜΑΙΡΗ ΠΟΠΙΝΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ (2018)

(MARY POPPINS RETURNS)

  • ΕΙΔΟΣ: Οικογενειακό Μιούζικαλ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρομπ Μάρσαλ
  • ΚΑΣΤ: Έμιλι Μπλαντ, Λιν-Μανουέλ Μιράντα, Μπεν Γουίσο, Έμιλι Μόρτιμερ, Τζούλι Γουόλτερς, Κόλιν Φερθ, Πίξι Ντέιβις, Ναθάνιελ Σάλεχ, Τζόελ Ντόσον, Μέριλ Στριπ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 130'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Η Μαίρη Πόπινς επιστρέφει. Αλλά δεν τη ζήτησε κανείς. Κυριολεκτικά.

Στη μέχρι σήμερα απόπειρα της Disney να εκμεταλλευτεί το back catalogue της, είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε remake μεγάλων και σεβαστά κλασικών τίτλων της. Σε τούτη την περίπτωση, το studio επίλεξε να αποκαλέσει το «Η Μαίρη Πόπινς Επιστρέφει»… sequel. Γιατί τόση κοροϊδία κατάμουτρα; Ακόμη και το σύνολο της ιστορίας μοιάζει λες και ένας στούρνος του σήμερα αντιγράφει διδακτέα ύλη από το 1964!

Τα πάντα είναι λάθος σε τούτη την ταινία. Και εκείνα που δεν είναι λάθος, είναι γερασμένα και ανυπόφορα! Από πού να πρωτοξεκινήσω; Το σενάριο. Προσπερνώντας το ανεκδιήγητο της (επαν)εμφάνισης της Μαίρη Πόπινς άνευ λόγου και αιτίας, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ιστορία στην οποία τα ενήλικα (πλέον) παιδιά της οικογένειας Μπανκς αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, με το στόρι να φαντάζει σαν κακή «κόπια» του καταστασιακού της δεκαετίας του ’60. Από το σημείο που ο θεατής θα αντιληφθεί τις προφανείς ομοιότητες (ακόμη και σε μουσικοχορευτικά νούμερα!), θα εκλιπαρεί να φτάσει αυτό το βασανιστήριο στο τέλος του, περιμένοντας ένα φινάλε που έχει φανταστεί σαν «déjà vu» από πολύ νωρίς στην ταινία (θέλει ελάχιστη φαντασία και μια στοιχειώδη παρατηρητικότητα για να κάνει κανείς focus στα μπαλώματα του χαρταετού…). Εάν εξαιρέσουμε τη σκηνή της ανάβασης στο Μπιγκ Μπεν, όλο το υπόλοιπο έργο δεν έχει τίποτε το πρωτότυπο και δημιουργικό να επιδείξει. Με την καρδιά στο χέρι, δηλώνω πως τα τελευταία 45 λεπτά του φιλμ (ξαναδές πόσο διαρκεί, σε παρακαλώ) παίζει να ήταν πιο μαρτυρικά κι από τη διασημότερη σταύρωση τούτης της πλάσης!

Η σκηνοθεσία. Ένας γνώστης του μιούζικαλ, που το 2002 έκανε το «big bang» του (και δικαίως) με το «Chicago», συνεχίζοντας την καριέρα του πίσω από την κάμερα με απίστευτα σκαμπανεβάσματα, επιστρέφει εδώ για να μας κάνει να αισθανθούμε ότι… αδικήσαμε (γέλια από το βάθος) το «Nine» του, το 2009. Αν και 58 ετών σήμερα, ο Ρομπ Μάρσαλ σκηνοθετεί σαν να είναι… 158, παραδίδοντας ένα απόλυτα άνευρο και παλιακό μιούζικαλ, το οποίο κάνει την original «Μαίρη Πόπινς» να λάμπει από κέφι, ζωντάνια και ευρηματικότητα. Έχοντας στη διάθεσή του μια τεχνολογία που μπορεί να «αφανίσει» ό,τι ρίζωσε στη μνήμη μας από το φιλμ του Ρόμπερτ Στίβενσον, ο Μάρσαλ το βάζει… στην άκρη και, απλά, ξεπατικώνει κλασικές σεκάνς από τα ‘60s, βγάζοντας ένα οπτικό αποτέλεσμα διόλου φαντασμαγορικό ή μαγικό, με τη μοναδική στιγμή που ξεχωρίζει (τη βουτιά των παιδιών στην μπανιέρα) να θυμίζει με… ξεφτισμένο τρόπο μια «υγρή» εκδοχή της animated σκηνής της πτήσης των παιδιών της οικογένειας των Ντάρλινγκ πάνω από το Λονδίνο στο «Πίτερ Παν» του 1953! Ναι, τόσο σύγχρονη είναι η «Μαίρη Πόπινς» του 2018! Όσο για τα μουσικοχορευτικά νούμερα, σημείο για το οποίο φημίζεται ο Μάρσαλ, στην ομαδική σκηνή των φανοκόρων, για μένα προσωπικά, το ποτήρι… ξεχείλισε, καθώς παρακολουθούσα μια τριτοκλασάτη βιντεοσκόπηση ενός stage με «τρικάμερο» (τύπου) από παράσταση «τελειωμένης» παραγωγής του Broadway, στην οποία η χορογραφία όχι μόνο απείχε από τις λήψεις, αλλά ήταν πιο κακομονταρισμένη κι από την τραγωδία με τα νούμερα που είχαμε δει στο «Χορεύοντας στο Σκοτάδι» (2000) του Λαρς φον Τρίερ! Απλά, η κινηματογράφηση είχε λίγο περισσότερη ζωντάνια από εκείνες των επιθεωρήσεων από το Δελφινάριο που μεταδίδει στην τηλεόραση το STAR (συνήθως)… Για το εμβόλιμα έξαφνο χτύπημα της BMX χορογραφίας, δεν έχω λόγια.

Το καστ. Θεέ μου, από τη μια πλευρά έχεις την ανάμνηση μιας Τζούλι Άντριους που χαμογελούσε και έλαμπε από χάρη όλη η οθόνη και η αίθουσα μαζί, από την άλλη έχεις μια (κατά τα άλλα πολύ καλή ηθοποιό) Έμιλι Μπλαντ η οποία υποδύεται μια πειθαρχική γκουβερνάντα που λες και στέκεται έτσι, αγέρωχη και μονοκόμματη, επειδή κάποιος της έμπηξε ένα σκουπόξυλο… εκεί που φαντάζεσαι! Έναν Λατίνο (Μιράντα) που μοχθεί να πείσει με μια λανθάνουσα cockney προφορά ότι αποτελεί γέννημα θρέμμα Λονδίνου. Ειλικρινά, δεν χρειάζεται να συνεχίσω… Ένα cameo κάνει ο Ντικ Βαν Ντάικ (ο οποίος δεν είχε πάρει και τις καλύτερες κριτικές το ’64) και θυμάσαι τι θα πει σεβασμός σε μορφή σφαλιάρας από το παρελθόν!

Όχι… «Supercalifragilisticexpialidocious». Ούτε με όλες τις κουταλιές ζάχαρης του κόσμου δεν καταπίνεται αυτό το φιάσκο, που ντροπιάζει ένα μυθικό φιλμ το οποίο αγαπήθηκε από τόσες γενιές, μέχρι να συναντήσει τη σημερινή ανευθυνότητα του studio της Disney, που κατακρεουργεί δίχως ίχνος δημιουργικότητας το παρελθόν της, παρουσιάζοντας ένα «sequel» σε μορφή κακοφορμισμένου πτώματος. Το οποίο θα αντικρίζετε για ώρες… ατελείωτες (#diplhs) δίχως ίχνος συναισθήματος, αν επιχειρήσετε να τολμήσετε τούτη την κινηματογραφική έξοδο.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ποιος θα μπορέσει να αντέξει τα 130 λεπτά αυτού του άθλιου μιούζικαλ; Τα ανήλικα παιδάκια που θα πλήξουν με την απουσία του όποιου ρυθμού και τα τραγουδάκια που έχεις ξεχάσει με το τέλος της routine; Οι γονείς που μεγάλωσαν με το original του ‘64 και το ξαναβλέπουν ακόμη και σήμερα με ευχαρίστηση; Μιλάμε για προϊόν που θα αντιμετωπίζαμε με μεγαλύτερη ευγένεια αν κυκλοφορούσε… straight to DVD! Μετά λύπης το λέω, αλλά κάνετε skip στο σήμερα και κατεβάζετε από το ράφι της συλλογής σας τη μία και μοναδική «Μαίρη Πόπινς». Ειλικρινά, είναι λιγότερο παλιά από τούτο εδώ το πράγμα…

MORE REVIEWS

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΝΟΝΑ

«Δύο κολλητοί φίλοι θα μπλεχτούν σε μια σειρά από ξεκαρδιστικές περιπέτειες με φόντο το μαγευτικό νησί της Νάξου», γράφει το δελτίο Τύπου. Τι άλλο θα μπορούσα να προσθέσω;

ΑΣΤΕΡΙΞ: ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΜΑΓΙΚΟΥ ΖΩΜΟΥ

Έπειτα από ατύχημα εν ώρα εργασίας, ο δρυΐδης Πανοραμίξ αποφασίζει πως ήρθε ο καιρός να βρει πια τον αντικαταστάτη του. Παρέα με τον Αστερίξ και τον Οβελίξ, ξεκινά ταξίδι σε όλη την επικράτεια της Γαλατίας με σκοπό να βρεθεί ο άξιος εκλεκτός. Η απουσία τους από το γνωστό ανυπότακτο χωριό στέκει για τον Καίσαρα ως μοναδική ευκαιρία κατάκτησής του.

ΣΤΗΝ ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ

Στον βίο, στο τελάρο, στο μυαλό του Βίνσεντ βαν Γκογκ τα δύο έσχατα χρόνια του στη Γαλλία. «When I see a flat landscape, I see only eternity». Συ είπας...

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Με το διαζύγιό του ακόμα νωπό, ο Άτλι αποφασίζει να επιστρέψει στο πατρικό του. Εκεί θα δει πως τα πράγματα είναι κάθε άλλο παρά ειδυλλιακά, με τους γονείς του να βρίσκονται σε διαμάχη με τους γείτονες λόγω της σκιάς του πανέμορφου, γιγαντιαίου δέντρου τους, το οποίο «πατά» στην απέναντι πλευρά.

ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΥΣ

Ένας λιγομίλητος, ντροπαλός νεαρός πιάνει δουλειά σε ένα τεράστιο supermarket, και η ρουτίνα αλλά και οι συνάδελφοι που γνωρίζει εκεί θα γίνουν πολύ πιο πολύτιμοι και απαραίτητοι στη ζωή του από ό,τι υπολόγιζε.