FreeCinema

Follow us

CLIMAX (2018)

  • ΕΙΔΟΣ: Μουσικοχορευτικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκασπέρ Νοέ
  • ΚΑΣΤ: Σοφία Μπουτέλα, Ρομέν Γκιγερμίκ, Σουεϊλά Γιακούμπ, Κίντι Σμάιλ, Κλοντ Γκαζάν Μολ, Ζιζέλ Πάλμερ, Tέιλορ Κασλ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 95'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE

Η sangria δεν κάνει καλή παρέα στο χορό.

Πολλές φορές, όταν ένας σκηνοθέτης διχάζει, συνηθίζουμε να λέμε πως το κοινό έχει δύο επιλογές: να τον αγαπήσει ή να τον μισήσει. Τον Γκασπάρ Νοέ ή τον νιώθεις ή τον σιχαίνεσαι. Στο «Climax» συναντάμε αγαπημένα στοιχεία της προβληματικής του: τον ερωτισμό, το σεξ, την αναζήτηση φυγής μέσω της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την επίδραση όλων αυτών μαζί σε ένα πλαίσιο καθημερινής «κανονικότητας» (με ή και χωρίς εισαγωγικά). Χορογραφημένα. Με εκκωφαντική μουσική. Και ένα μεγάλο bowl «εκστατικής» (#diplhs) sangria. Που μοιάζει να «χαλάει» την κλιμάκωση, αφού πρώτα αποσυντονίζει εντελώς την αφήγηση, τη συνοχή ανθρώπων, κάδρων, ακόμη και της βαρύτητας. Ναι, είναι μια ταινία που έχει τη δύναμη να σε «χαλάσει». Σχεδόν όπως το κάνει και η ίδια η ζωή. Όταν δεν σε «χορεύει»…

ΣΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ ΜΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΠΙΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

«Trois Gymnopédies (First Movement)» του Ερίκ Σατί, στη διασκευή του Γκάρι Νιούμαν από το 1980. Κατοπτική λήψη (σχεδόν κυρίαρχη σε πολλά μέρη του φιλμ), χιονισμένο τοπίο, γυναίκα που κινείται στο λευκό έδαφος αφήνοντας ίχνη από αίμα, θυμίζοντας τη στάση ενός σώματος που φτιάχνει snow angels. Ο επόμενος (του αποχαιρετισμού στους δικούς μας εκλιπόντες) τίτλος μάς ενημερώνει πως παρακολουθήσαμε ένα έργο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία συνέβησαν στη Γαλλία, τον χειμώνα του 1996. Credits τέλους. Αναμνήσεις από το «Μη Αναστρέψιμος» (2002); Ένα είδος αυτο-αναφορικού inside joke; Η πλήρης αδιαφορία τού Νοέ να υπακούσει στους κανόνες της κινηματογραφικής αφήγησης, την οποία έχει φέρει… τούμπα από τότε. Περισσότερο διάθεση αποδόμησης, ουχί της γραμμικότητας (όπως θα αποδειχθεί σταδιακά) αλλά του συνηθισμένου, του γνώριμου στον θεατή.

Η ΥΠΑΡΞΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΕΥΓΑΛΕΑ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ

Ίσως το «illusion» να σημαίνει και «παραίσθηση» εδώ. Πιο ταιριαστά. Pixels και «παράσιτα» οθόνης που φέρνουν στον νου τηλεοπτικό σήμα που χάθηκε, μαζί με χαλασμένη VHS. Μια οθόνη παλιακή (ακόμη και για τα ‘90s) παίζει αποσπάσματα από συνεντεύξεις με χορευτές που εξομολογούνται σε μια κάμερα. Πόσο αγαπούν τον χορό, αν έχουν κάνει ποτέ ναρκωτικά, ποιες είναι οι σεξουαλικές τους προτιμήσεις. Αριστερά, στοιβαγμένα βιβλία. Νίτσε, Όσκαρ Γουάιλντ, Φριτς Λανγκ, ο «Ταξιτζής». Δεξιά, βιντεοκασέτες. «Η Μαμά και η Πουτάνα» του Εστάς, η «Γυναίκα Δαιμονισμένη» του Ζουλάφσκι, οι «120 Μέρες στα Σόδομα» του Παζολίνι, ο «Ανδαλουσιανός Σκύλος» του Μπουνιουέλ, ο «Καβγατζής» του Φασμπίντερ, το «Vibroboy» του Κουνέν, το «Breaking Point» του Βιμπένιους (με τον γαλλικό τίτλο «Αυτές τον Πήραν Όλο»), το «Χαρακίρι» του Κομπαγιάσι, η «Suspiria» του Αρτζέντο, το «Ζόμπι: Το Ξύπνημα των Νεκρών» του Ρομέρο, το «Eraserhead» του Λιντς, το «M» του Λανγκ. Ανάμεσά τους κρύβεται το νόημα ή το περιεχόμενο όσων πρόκειται να παρακολουθήσουμε; Τα πρόσωπα συνεχίζουν να μιλάνε στην οθόνη. Ο χορός είναι η ζωή τους. Το dancefloor είναι ο κόσμος. Το «Climax» είναι έτοιμο να ξεκινήσει, σχεδόν στα 10 λεπτά της διάρκειάς του, και αυτο-δηλώνεται υπερήφανο που είναι γαλλικό, μπροστά από την tricolor. Μπορείς να το «αναγνώσεις» και σαν χιούμορ, προφανώς.

Το «Supernature» του Σερόν δίνει το έναυσμα για να αρχίσει και ο χορός. Επί 5 λεπτά, όλοι μαζί στήνουν ένα είδος «μάχης» για την κυριαρχία στην πίστα, σε ένα μονοπλάνο που ήδη ανήκει στις καλύτερες χορευτικές σκηνές στην ιστορία του σινεμά. Δεν είναι τόσο η (freestyle) χορογραφία, όσο η ματιά του Νοέ επάνω στα σώματα των χορευτών, που ειδικά στις ξανά κατοπτικές λήψεις οπτικοποιούν με τρόπο σχεδόν πρωτοφανή τις εκφράσεις των κινήσεων, δίνουν μια σχεδόν «ποιητική» έκφανση στις δυνατότητες των ανθρώπινων άκρων, είτε τα πόδια συναγωνίζονται τον ρυθμό είτε τα χέρια απλώνονται στις «συσπάσεις» του vogueing. Ναι. Είναι η ζωή το dancefloor. Και όπως και στη ζωή, πρόκειται να χυθεί αίμα. Κι ας είναι «ο Θεός μαζί μας», όπως ειρωνικά συμπληρώνει η χορογράφος Σελβά (Μπουτέλα).

Ο Πατρίκ Ερναντέζ δίνει πάσα για το party με το «Born to Be Alive», η sangria ρέει άφθονη, οι χορευτές πηγαινοέρχονται και ενίοτε κουβεντιάζουν για πράγματα ασήμαντα, κυρίως γκομενικά κι επιθυμίες για το ποιος θα ήθελε «να πάρει» ποιον, για το γαμήσι και τις ενοχές μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, για παρτούζες ή έστω τρίγωνα, μέσα σε μια αίθουσα εκδηλώσεων σχολής που μοιάζει εγκαταλελειμμένη. Ανάμεσα σε ηδονικά χορευτικά και εξαλλοσύνη με «Pump Up the Volume» σφυροκόπημα μουσικής. Και με ασταμάτητη sangria. «Σφάξτε τους. Για τη Γαλλία. Έχουμε πόλεμο»!

Το σώμα έχει παραδοθεί στην επήρεια του LSD που κάποιος είχε βάλει κρυφά στο ποτό. Αυτή η μικρή «κοινωνία» χωρίζεται σε ομάδες πραγματικά αντίπαλες, ενίοτε παίρνει τη μορφή ενός όχλου ικανού να λιντσάρει μέχρι θανάτου, η ζωή εκτροχιάζεται και το «άλλοθι» των εκτός εαυτού συνθηκών συναντά την ωμή, πρωτόγονη βία ενός είδους που κάποτε φαντάστηκε πως εκπολιτίστηκε. Επειδή έμαθε να μιλά, να επικοινωνεί, να… χορεύει. Το «Climax» δείχνει τα αιχμηρά του δόντια απέναντι στους ήρωές του, που ανακατεύονται με αίμα, ξερατά, κάτουρα, το «μεθύσι» της απόγνωσης μιας ανθρωπότητας που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια της, πλέον. Το dancefloor γεμίζει με τον πόνο της ύπαρξης, ο χορός της ζωής προέκυψε δηλητηριώδης και το απόλυτο χάος κυριεύει τα πάντα. Όχι σαν ψευδαίσθηση (από τις ουσίες) αλλά σαν εφιάλτης που βιώνεται. Και από τον θεατή. Ουρλιαχτά. Μόνοι επιζώντες μονάχα εκείνοι που θα καταφύγουν στο σεξ και την ερωτική επαφή. Σαν αληθινή φυγή. Σαν το πιο σωστό «ναρκωτικό».

Τα τελευταία λεπτά του «Climax» είναι η Κόλαση. Είναι ο κάτω κόσμος (μας), το πάτωμα γυρισμένο ανάποδα, το μέσα έτοιμο να χυθεί προς τα έξω. Ο Νοέ κινηματογραφεί μερικές από τις πιο ψυχεδελικές εικόνες που έχεις δει ποτέ στο σινεμά, απλά και μόνο τουμπάροντας τον φακό, κάνοντας τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια των φιλμικών του ηρώων και το βλέμμα μας να αιωρείται σα νυχτερίδα κρεμασμένη, στο κενό. Σκοτάδι, strobe, βαθύ κόκκινο «συναγερμού». Εγκλωβισμός σε κάδρα που επιτρέπουν στον φόβο να αναδυθεί και διαπερνούν την οθόνη.

«But Angie, Angie, ain’t it good to be alive?
Angie, Angie, they can’t say we never tried»

Αφήνει μια αχτίδα φωτός να ξεχυθεί στο φινάλε ο Νοέ. Είμαστε καταδικασμένοι σ’ αυτή την πορεία κλιμάκωσης, «ο θάνατος είναι μια εξαιρετική εμπειρία», όμως πέρα από αυτόν ίσως υπάρχει μια ελπίδα. Κάτι αμόλυντο (από εμάς). Ολόλευκο. Αγνό. Για να ξαναρχίσουμε. Να χορεύουμε.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η (ανθρώπινη) ματιά είναι το απόλυτο ναρκωτικό, μοιάζει να μας λέει εδώ ο Γκασπάρ Νοέ. Μινιμαλιστική σε δομή ταινία, σχεδόν χωρίς «σπονδυλική στήλη» σεναρίου, αποστασιοποιημένη από την παραδοσιακή φόρμα αφήγησης, καλεί το κοινό που γνωρίζει τη φιλμογραφία του «κακού παιδιού» του γαλλικού σινεμά σε ακόμη ένα έντονο trip, το οποίο δεν φτάνει τα μεγέθη ενός «Enter the Void» (2009), αλλά καταφέρνει να σε οδηγήσει στα άκρα ως εμπειρία. Το στρατευμένο «art-house» κοινό θα ξεράσει χωρίς δάχτυλο. Το mainstream θα θελήσει να λιντσάρει. Οι αληθινοί «εραστές» των εικόνων ας αφεθούν.

MORE REVIEWS

COLETTE

Νεαρή Γαλλίδα από την επαρχία παντρεύεται μεγαλύτερό της διάσημο συγγραφέα και μετακομίζει μαζί του στο Παρίσι της Belle Époque, όπου ανακαλύπτει αρχικά το λογοτεχνικό της ταλέντο και εν συνεχεία την ελευθεριότητα των ερωτικών ηθών. Ο σύζυγος δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα με το δεύτερο, θέλει όμως να ελέγχει το πρώτο. Η γυναίκα του από την άλλη τα θέλει όλα δικά της. Μαζί μπορούν ή #MeToo;

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ

Επαναστατημένη έφηβη θα βρεθεί έγκλειστη σε οικοτροφείο παρέα με άλλες «προβληματικές» κορασίδες, με απώτερο σκοπό την καλλιτεχνικώς προσανατολισμένη συμμόρφωσή τους. Αντ’ αυτού θα καταλήξουν μάρτυρες δράσης περίεργων σκοτεινών δυνάμεων και μεταφυσικών φαινομένων.

ΑΔΕΛΦΙΚΟΙ ΕΧΘΡΟΙ

Στο Παρίσι δεύτερης γενιάς εμιγκρέδες gangster και μπάτσος, από μακριά κι αγαπημένοι, βλέπουν συμφέροντα και συναισθήματα να μπλέκουν άσχημα όταν «δουλειά» με «σκόνη» αφήνει τέζα το τρίτο παλικάρι της παιδιόθεν δεμένης παρέας τους. Γυρεύοντας εκδίκηση (αλλά από ποιον;), μαζί μπορούν;

ΜΕ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΤΗ ΓΟΗΤΕΙΑ

Ο Ισμαήλ έχει φύγει από το Ιράν και ψάχνει μια καλύτερη τύχη στη Δανία. Του ανακοινώνουν, όμως, ότι σύντομα μπορεί να απελαθεί, γι’ αυτό ψάχνει να βρει τρόπο να μείνει στη χώρα, προσπαθώντας να αποκτήσει μόνιμη σχέση με μια Δανή.

ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΔΕΝ ΚΛΑΙΝΕ

Σε ένα απομονωμένο ξενοδοχείο εκτός σεζόν, στα βουνά της Σερβίας, μία ειρηνευτική οργάνωση μαζεύει βετεράνους των γιουγκοσλαβικών πολέμων για ένα «σεμινάριο συμφιλίωσης». Σε αυτόν τον καμβά, έχθρες και κατάλοιπα του πολέμου θα βγουν στην επιφάνεια, σε ένα εκρηκτικό μείγμα.