FreeCinema

Follow us

Ας τα ξαναπώ. Δεν κουράζομαι. Καλό είναι να τα μαθαίνουν ακόμα περισσότεροι. Ξεκίνησα από γραφιάς «επαγγελματίας θεατής», η πορεία μου υπήρξε ένα domino προτάσεων εξαιτίας της ποιότητας της δουλειάς μου («βιογραφικό» δεν ξέρω τι είναι…), ώσπου σε κάποιο σημείο της καριέρας μου συνάντησα μια κάποια «εκτόνωση» δημοτικότητας μέσω μιας τηλεοπτικής εκπομπής για τον κινηματογράφο. Κράτησε δεκαέξι χρόνια αυτό. Και κάπως μου κόστισε, πραγματικά. Γιατί από κριτικός με τη δική του υπογραφή και ταυτότητα, μετατράπηκα στον… «τύπο από το MAD» για τον πολύ κόσμο. Ήταν ένα είδος υποβιβασμού, όσο κι αν αντιμετωπίστηκα και σαν ένα «φαινόμενο» της pop κουλτούρας. Προσπάθησα ν’ αποφύγω τις κακοτοπιές σ’ αυτό το δεύτερο, όσο μπορούσα να το ελέγξω. Δεν πήγα να κάνω τη «γλάστρα» ως καλεσμένος σε εκπομπές τύπου Αναστασιάδη, όμως, δε μπορούσα να εμποδίσω την προβολή αποσπασμάτων του «CINEMaD» που ανακύκλωναν την παρουσία μου στην TV σαν αξιοπερίεργη κι εκκεντρική «persona». Η δημιουργία τούτου του site, έβγαλε όλο αυτό το «βάρος» από πάνω μου, σταδιακά. Έγινα ξανά ο Ηλίας Φραγκούλης. Ο κριτικός κινηματογράφου που γράφει κάτι από μέσα του, για να μείνει και όχι για να χαθεί σε μερικά λεπτά τηλεοπτικού χρόνου. Αυτός που πάντοτε αγαπούσατε και μισούσατε ταυτόχρονα. Τα φέρνω βόλτα και με τα δύο. Αν ίσχυε μονάχα το ένα απ’ αυτά, θ’ ανησυχούσα! Η ζωή (μου) θα ήταν βαρετή κι ανώδυνη.

Ο χαρακτηρισμός του «ανώδυνου» είναι ένα πράγμα που σιχαίνομαι. Ποτέ δεν επεδίωξα την «ασφάλειά» του, παριστάνοντας τον καλό(βολο), τον ευγενικό ή αυτόν που λειώνει στα χαμόγελα μπροστά σου (και ξερνάει στ’ όνομά σου πίσω από την πλάτη σου). Εγώ ανέκαθεν είχα τ’ αρχίδια να μιλάω όπως ένιωθα και να υπερασπίζομαι τα πράγματα που πίστευα. Δεν τηρούσα άλλη στάση για να κρατήσω ή να διεκδικήσω την όποια «καρέκλα». Τέτοιες και έχω χάσει κατ’ επιλογή δική μου και έχω σνομπάρει γιατί θα έπρεπε να παριστάνω κάτι άλλο και έχω αποχαιρετήσει γιατί προτίμησα να έχω τη συνείδησή μου καθαρή και ήσυχη. Πολλά από τα άνωθεν αποτελούν (και) αιτίες για τις οποίες θεωρούμαι «αξιαγάπητος» (#sarcasm) από το κινηματογραφικό… χωριό μας. Στ’ αρχίδια μου. Αμοιβαίο (μπορεί να) είναι, δεν έχετε μόνο εσείς αυτό το «πλεονέκτημα» απέναντί μου!

Σε μια περίοδο στην οποία αντιμετώπιζα με ανησυχία την κρίση ποιότητας των ΜΜΕ, (if you ask me) πράγμα χειρότερο κι από την οικονομική κρίση που ακολούθησε, είχα την τόλμη να στήσω κάτι ουσιαστικά δικό μου, δίχως αφεντικά, πιέσεις για λογοκρισία και «χατίρια», για πρώτη φορά ever. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το όνομα FREE CINEMA, δηλαδή (πέραν της «σινεφιλικής» αναφοράς του στο γνωστό βρετανικό ρεύμα). Εννοείται πως συνέχισα να τρώω σκατά από το χώρο, από τη διανομή, από συναδέλφους μου, από οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς. Αυτή τη φορά, όμως, όλοι εκείνοι έκαναν ένα μοιραίο λάθος. Κανείς δεν υπήρχε από πάνω μου, πια, ώστε να με «μαζέψει» ή να μου κλείσει το στόμα με μια απόλυση. Και δεν παρίστανα τον «επαναστάτη» χρησιμοποιώντας ένα μικρό, προσωπικό blog που θα περνούσε απαρατήρητο. Έστησα ένα κανονικό site, με σαφή τοποθέτηση και άποψη, με προτεραιότητες στο περιεχόμενο: της κριτικής κινηματογράφου και της εύρεσης κινηματογραφικών αιθουσών ή και θερινών, σε ολόκληρη την Ελλάδα έως και την Κύπρο (κάτι που ούτε καν είχε σκεφτεί κανείς από πριν, κοινώς… δεν είχε ξαναγίνει!). Όχι περιμένοντας ή απαιτώντας να δω ορδές λαού να προσέρχονται επειδή το έκανα εγώ, αλλά με διάθεση προσέγγισης αναγνωστών που αγαπούν το σινεμά και σέβονται αυτό που διαβάζουν, άπαξ και αναγνωρίσουν ότι (εδώ) υπάρχει γνώση και ειλικρίνεια. Mainstream πράγματα, ουχί εκκεντρικότητες και εξεζητημένους εστετισμούς «της μοδός». Και κατάφερα το FREE CINEMA να γίνει ένας πόλος έλξης για το κοινό που νοιάζεται κι επιθυμεί να υπάρχει η κριτική κινηματογράφου και όχι η… (ντόπια) απαξίωσή της. Αυτό αποδεικνύουν και τα (υψηλότερα) νούμερα επισκεψιμότητας κάθε Πέμπτη. Νούμερα τα οποία κινούνται σ’ ένα πλαίσιο ρεαλιστικής πραγματικότητας, πέρα από τους εξωφρενικούς στόχους διάφορων διαφημιστικών που θα προτιμήσουν το (όποιο) site «ποικίλης ύλης» των εκατομμυρίων αναγνωστών και όχι ένα ξεκάθαρα στοχευμένο στο συγκεκριμένο «προϊόν» Τέχνης (ή) και ψυχαγωγίας, παραγνωρίζοντας το που βρίσκεται και κινείται στην πραγματικότητα η κινηματογραφική αγορά σήμερα (το box-office report που υπογράφω κάθε εβδομάδα το αγνοούν, προφανώς).

Ο κορονοϊός δεν εξαφάνισε το site, αλλά κοντεύει να εξαφανίσει τα σινεμά στην Ελλάδα! Και θα είναι παράδοξο, να συνεχίσει να υπάρχει το FREE CINEMA… χωρίς (τα) σινεμά. Επειδή όλα γίνονται (ή καταλήγουν σε) «flix» εσχάτως, πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά πως θα συνεχίσουμε από εδώ κι έπειτα. Όλοι μας! Ο κόσμος κακόμαθε (σ)τη βόλεψη του καναπέ με τις καραντίνες, απέναντι σ’ έναν απίστευτο όγκο ταινιών και σειρών από τις πλατφόρμες ή το τζάμπα των τορεντάδικων. Από τη μία δεν είχε άλλη επιλογή. Κατόπιν, όμως, είχε να επιλέξει ανάμεσα στο αντίτιμο ενός εισιτηρίου (που πλησιάζει τη μηνιαία συνδρομή μιας πλατφόρμας…), στο να ντυθεί και να κάνει επιπλέον έξοδα (μετακίνησης και κατανάλωσης snacks), για να μπει σ’ ένα σινεμά και να δει (non-stop στην παρούσα φάση!) ένα ολόκληρο φιλμ φορώντας μάσκα επί δύο ώρες (τουλάχιστον), ενώ από το σπίτι… κοσμάρα! Ξάπλα με πιτζάμα (ή ούτε καν!), pause για τουαλέτα, φαγητό, κινητό τηλέφωνο για social-izing, πάρλα κι όσο θόρυβο μπορεί να κάνει χωρίς ν’ ακούει παρατηρήσεις για ενόχληση. Και κάπως έτσι… σκοτώνουμε το σινεμά. Και το θέαμα της μεγάλης οθόνης και το να μοιραζόμαστε την εμπειρία μιας μεγάλης «παρέας» ανθρώπων, οι οποίοι συμμετέχουν κι αντιδρούν μαζί παρακολουθώντας ένα έργο. Γελώντας, ουρλιάζοντας, κλαίγοντας, αναφωνώντας από το σασπένς. Δεν είμαι ούτε γραφικός, ούτε και «τρομολάγνος». Το «σινεμά» (μόνο) στο σπίτι, πλέον, μπορεί να κάνει τεράστιο κακό. Αρχικά, μιλάμε για κινηματογραφική αμάθεια, όταν αφήνεσαι στις δυνατότητες προσφοράς ταινιών από ένα Netflix (ή όπως αλλιώς θέλεις να το πεις). Από τον πλούτο των τίτλων ενός μεγάλου video club του παρελθόντος, καλωσορίσαμε το «φασισμό» του προ-επιλεγμένου home entertainment, μιας περιορισμένης γκάμας φιλμογραφιών και ειδών. Ακόμη κι αν κάποιος στραφεί στην «πειρατεία» του downloading (όλο και περισσότεροι με τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες…), όμως, με τι κριτήρια και γνώσεις της 7ης Τέχνης μπορεί να διαπράξει το «έγκλημα»; Ταυτόχρονα, τα ίδια τα studios και οι περισσότερες εταιρείες παραγωγής βγάζουν τα μάτια τους μειώνοντας την ψαλίδα από την κινηματογραφική πρεμιέρα μέχρι την εμφάνιση στις πλατφόρμες ή το pay per view. Γιατί, λοιπόν, να κάτσει ο απλός θεατής και να μπει σ’ ένα κάρο έξοδα, όταν σε μερικές εβδομάδες ή κάνα δίμηνο θα πατάει play και θα έχει το ίδιο «προϊόν» στο σπίτι του;

Δεν πιστεύω πως θα χαθούν ολοκληρωτικά τα σινεμά εκεί έξω. Αλλά αν συνεχίσουμε με τον ίδιο ρυθμό, εκείνα που τελικά θα (παρα)μείνουν, δεν είμαι σε θέση να καταλάβω τι προγραμματισμό θα μπορούν να κάνουν. Κι αν κάποτε γίνουν ξανά μόδα οι αίθουσες ή τα θερινά (όπως έγραψα πως έγινε με το βινύλιο, στο κείμενο για τους Έλληνες κριτικούς κινηματογράφου), ψάξτε να βρείτε… supermarket ή «σκυλάδικα» που θα μπορούν ν’ αποκτήσουν πάλι την παλαιότερη μορφή / χρήση τους ή οικόπεδα που θα έχουν γίνει πολυκατοικίες, αλάνες παρκαρίσματος ή bar / εστιατόρια. Καλή τύχη!

Το μαράζι μου για ένα repertory movie theatre θα παραμείνει. Και η «μικρογραφία» του, η ετήσια εβδομάδα προβολών του ΞΑΦΝΙΚΑ ΦΕΤΟΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, θα εξακολουθεί να με νοιάζει όσο τίποτε άλλο, δίπλα στην ύπαρξη του FREE CINEMA. Δεν περιμένω βοήθεια από κρατικούς φορείς (γέλια στο βάθος) και μαγαζιά «υψηλού πολιτισμού». Δεν το γνωρίζουν το «άθλημα» ούτε και το νόημα της κινηματογραφικής Τέχνης και της Ιστορίας της. Περιστασιακά, για το hip και την «ποικιλία» του… «βάλε και λίγο απ’ αυτό», δεν κάνεις κάτι που θα χτίσει δημιουργικά μια κατάσταση, θ’ αποκτήσει following και θα μείνει στο χρόνο με συνέπεια. Άσε που υπάρχουν και οι «καλοθελητές». Που πάντοτε (θα) έχουν καλύτερες γνωριμίες, χαμογελαστές και θετικούλες… Και θα μπορούν να σου παίρνουν μέσα από τα χέρια κάτι που έφτιαξες με προσωπικό μεράκι από το μηδέν ή και μια ιδέα που έκανες το λάθος να μοιραστείς με ιθύνοντες του χώρου. Στην Ελλάδα ζούμε, μωρέ. Γι’ αυτό… ΞΑΦΝΙΚΑ και πάλι ΞΑΦΝΙΚΑ το καλοκαίρι. Με την ευχή να υπάρχει πάντα και η στήριξη μιας χορηγίας ή κάποιου «ρομαντικού» χρηματοδότη που μπορεί να με καταλάβει και να βοηθά να συνεχιστεί αυτός ο θεσμός (δεκαετίας, ήδη!) με ανεξαρτησία και ελευθερία επιλογών. Για να παίζω ταινίες παλιές (ακόμη κι από celluloid prints), από δεκαετίες στις οποίες (κυρίως) το σενάριο, η οραματικότητα της σκηνοθεσίας και το ταλέντο των ερμηνευτών πρόσφεραν έργα που ο χρόνος (θα) σέβεται παντοτινά. Είναι τεράστια χαρά, έως και ηδονή (!), το να βλέπεις κάθε βράδυ τους θεατές να λατρεύουν τη μεγάλη οθόνη και τη σπουδαιότητα τίτλων που όχι μόνο δεν είχαν δει ποτέ στο σινεμά, μα και στη ζωή τους! Το ευχαριστώ τους στο τέλος των προβολών είναι κάτι το ανεκτίμητο και πολλές φορές με δυσκολία κρατιέμαι να μη μπήξω τα κλάματα (οι αναμνήσεις από τη βραδιά της «Τελευταίας Παράστασης» του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς παραμένουν ολοζώντανες και γεμάτες απίστευτη συγκίνηση).

Για όλα αυτά, λοιπόν, είμαι και θα παραμείνω εδώ. Μαζί με όσους επιθυμούν να συνεργάζονται μαζί μου και θέλουν να υπάρχει αυτό το site. Το οποίο ζητώ να διαβάζεται από ανθρώπους που νιώθουν το σκοπό μου, που νιώθουν τα κείμενα, που νοιάζονται για το τι και πως θα το παρακολουθήσουν στο σινεμά. Που η κριτική του FREE CINEMA τους έβαλε ακόμη και στο «τριπάκι» να δοκιμάσουν και να δουν αν είχαμε δίκιο ή όχι. Κανείς δεν είναι τέλειος. Ούτε και πρέπει!

Υ.Γ. Μια τελευταία παρατήρηση για εκείνους που θεωρούν ότι με «απομονώνουν» σε τούτο το χώρο (θα έπρεπε ν’ ακούγεται και το γνωστό μου γέλιο εδώ…). Πότε υπήρξα μέλος της «παρέας» σας; Σε όλα αυτά τα χρόνια που εργάζομαι ως κριτικός κινηματογράφου, πέραν ενός διαστήματος (υγιούς) στο οποίο ήμουν κι εγώ ένα κομμάτι της «οικογένειας» του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ (ώσπου αποχώρησα διότι δε μπορώ να συνυπάρχω με τη νοσηρότητα), και του γεγονότος ότι ανήκω στην Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (όπου για μία και μοναδική φορά έθεσα υποψηφιότητα για το Δ.Σ., ώστε ν’ αποδείξω στον εαυτό μου το ποσοστό… μη συμπάθειας προς το πρόσωπό μου!), δεν επεδίωξα να χωθώ σε κανένα «παρεάκι» και να ζητήσω στήριξη από κάτι τέτοιο για να θεωρηθώ «υπολογίσιμη δύναμη». Hello? Υπολογίσιμη δύναμη είμαι από μόνος μου. Κι αυτό δεν απομονώνεται. Η συνέπεια της πορείας μου, η ύπαρξη του FREE CINEMA και η αποδοχή του από τον κόσμο, μου επιτρέπουν να ομιλώ έτσι και να γίνομαι… όσο θρασύς θέλω (αλλά don’t call me και Δημήτρη, ρε μπαγάσα!). Γιατί είμαι ελεύθερος να το κάνω. Επιτέλους! Εδώ και δέκα ολόκληρα χρόνια. Χωνέψτε το. «Σας αγαπώ!» (Μαρία Αλιφέρη mode) και σας φιλώ.

TAGS: