FreeCinema

Follow us

ΔΥΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ (2025)

(ZWEI STAATSANWÄLTE)

  • ΕΙΔΟΣ: Πολιτικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σεργκέι Λοζνίτσα
  • ΚΑΣΤ: Αλεξάντερ Κουζνέτσοφ, Αλεκσάντρ Φιλιπένκο, Βιτάουτας Κανιούσονις, Ανατόλι Μπελίι, Σεργκέι Ποντίμιν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 118'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FILMTRADE

Δεκάδες επιστολές κρατουμένων καίγονται σ’ ένα κελί φυλακής. Εκτός από μία, που φτάνει τελικά στον προορισμό της: το γραφείο του τοπικού Εισαγγελέα. Ο νεοδιορισμένος Αλεξάντερ Κόρνιεφ μεταβαίνει στη φυλακή, όπου συναντά τον κρατούμενο, ακούει απ’ αυτόν ότι είναι θύμα των ανθρώπων της Μυστικής Αστυνομίας και η αναζήτησή του για δικαιοσύνη τον οδηγεί στη Μόσχα, στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα.

Όταν το 1975 ο Γιάννης Σμαραγδής γύριζε «Το Κελί Μηδέν», η Ελλάδα είχε μόλις απαλλαγεί από τη δικτατορία του Ιωαννίδη, που είχε πέσει κάτω από το βάρος των συνεπειών της άφρονος ενέργειάς της να ανατρέψει τον Μακάριο, έχοντας γίνει αιτία της τουρκικής εισβολής. Στα χρόνια της Χούντας, τα βασανιστήρια των πολιτικών κρατουμένων στα κρατητήρια του Ειδικού Ανακριτικού Τμήματος της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας ήταν «κοινό μυστικό», παρά τις επίσημες διαψεύσεις από τα στόματα των αξιωματούχων του καθεστώτος, και μία ταινία που έφερνε στην επιφάνεια τη βαρβαρότητα των μεθόδων που εφαρμόζονταν από τους βασανιστές του ΕΑΤ-ΕΣΑ ήταν χρήσιμη και αναγκαία. Για τους Έλληνες αγωνιστές πρώτα απ’ όλα, που την είχαν βιώσει στο πετσί τους, αλλά και για την πολιτικοποιημένη νεολαία της μεταπολίτευσης, που πρωτοστατούσε τότε στις κινητοποιήσεις, κραυγάζοντας το «ΕΣΑ, Ες Ες, Βασανιστές».

Σήμερα, εν έτει 2026, μία ταινία που καταγγέλλει αντίστοιχες βαρβαρότητες της NKVD, της σταλινικής Μυστικής Αστυνομίας, 76 χρόνια μετά τον θάνατο του Στάλιν και 36 χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», μπορεί να μην είναι αναγκαία, είναι όμως χρήσιμη για όσους δεν νοιάζονται καθόλου για όσα συνέβαιναν τότε στη μητέρα Ρωσία, αλλά φλέγονται να δουν μέσα από το χθες το σήμερα: δηλαδή, επιθυμούν να μιλήσουν «παραβολικά» και να σπιλώσουν τους εξωτερικούς «εχθρούς» της Ουκρανίας, με τους εσωτερικούς «εχθρούς» της χώρας τους να μένουν στο απυρόβλητο! Διότι ξέρουν την τεράστια δύναμη της κινηματογραφικής εικόνας και το πόσο εύκολο είναι να περάσουν μέσω αυτής τα προπαγανδιστικά (αντιρωσικά) μηνύματά τους.

Οι «Δύο Εισαγγελείς» είναι μία πολιτική ταινία. Διαδραματίζεται στη Σοβιετική Ένωση του 1937, εποχή που η λεγόμενη «σταλινική τρομοκρατία» βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, και αφηγείται μία ιστορία σχετική με υπόθεση που έλαβε χώρα στο πλαίσιο των «μεγάλων εκκαθαρίσεων». Ο Ι.Σ. Στέπνιακ (Αλεκσάντρ Φιλιπένκο), ένας ηλικιωμένος κρατούμενος στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Μπριάνσκ, στέλνει μία επιστολή στον τοπικό Εισαγγελέα, ζητώντας του ακρόαση. Κι εκείνος, ο νεοδιορισμένος Αλεξάντερ Κόρνιεφ (Αλεξάντερ Κουζνέτσοφ), τον επισκέπτεται και μαθαίνει ότι η NKVD χρησιμοποιεί τις φυλακές (όπου μέσω βασανιστηρίων αποσπώνται ψευδείς ομολογίες) και το δικαστικό σύστημα (όπου καταδικάζονται οι καθ’ ομολογίαν προδότες) για να εξοντώσει την παλαιότερη γενιά, τους βετεράνους του κόμματος όπως αυτός (μέλος της φράξιας Τρότσκι – Μπουχάριν), και να φέρει στην εξουσία μία νεότερη γενιά, πολιτικά ανίκανη μεν, πλην όμως απόλυτα πιστή στον Στάλιν.

Είναι τα λόγια ενός άρρωστου κρατούμενου, με εμφανή σ’ όλο του το σώμα τα σημάδια βασανισμού, τον οποίο ο Κόρνιεφ είχε γνωρίσει κάποια χρόνια πριν, όταν ήταν ακόμη φοιτητής της Νομικής, και του είχε κάνει εντύπωση ο λόγος που είχε εκφωνήσει. Ο Σεργκέι Λοζνίτσα δεν κάνει καμία προσπάθεια να «αποδείξει» τα λεγόμενα του Στέπνιακ. Θέλει να τα δεχθούμε ως αληθή, επειδή τα λέει κάποιος που έχει υποστεί σειρά βασανιστηρίων. Και επειδή αυτός ο κάποιος κρατείται σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, αποκομμένος και απομονωμένος από τους άλλους κρατούμενους, στα «άδυτα» των φυλακών ασφαλείας. Και επειδή αυτόν τον κάποιον, ο Διευθυντής των φυλακών και ο συνεργάτης του έκαναν ό,τι περνούσε απ’ το χέρι τους για να αποτρέψουν τη συνάντησή του με τον Κόρνιεφ.

Τι δικαιοδοσία έχει ο Κόρνιεφ; Ως εισαγγελέας, μπορεί να ερευνήσει μία υπόθεση και να προσπαθήσει να φτάσει στην αλήθεια. Αλλά δεν το κάνει! Αντιθέτως, πάει σιδηροδρομικώς στη Μόσχα, για να δει τον Γενικό Εισαγγελέα, να του εκθέσει το ζήτημα και να του ζητήσει να ερευνήσει εκείνος την υπόθεση! Έχοντας πλήρη επίγνωση τού ότι κινδυνεύει να χαρακτηριστεί «εχθρός του κράτους», αυτουργός εγκληματικής ενέργειας και προδότης. Ξέροντας, επίσης, ότι (μετά) δεν θα τον αφήσουν σε ησυχία! Θα έλεγε κανείς ότι είναι ένας… βλάκας με πατέντα, αλλά ο σκηνοθέτης (και σεναριογράφος) τον θέλει… αγνό ιδεαλιστή! Άνθρωπο καθαρό, μακριά από τους μηχανισμούς της εξουσίας (sic), που νοιάζεται για τον συνάνθρωπό του και θέτει τη δικαιοσύνη και την αλήθεια πάνω από τον εαυτό του, την αυτοπροστασία του, την ίδια του την ύπαρξη. Ίσως και πάνω από ένα συλλογικό αγαθό, όπως είναι η οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Επειδή είναι (λέει…) «ακέραιος, γενναίος, αληθινός Μπολσεβίκος». Πότε; Σε μία περίοδο ταραγμένη, όπου ένα ανίσχυρο (ή πανίσχυρο) κράτος συλλάμβανε και οδηγούσε στις φυλακές όσους θεωρούσε κοινωνικά επιβλαβείς, για να τους εκτοπίσει στη συνέχεια ή να τους θανατώσει. Δικαίως, από την πλευρά του, καθόσον ασκούσε επαναστατική δικαιοσύνη σε μια περίοδο ταξικού πολέμου.

Ο Λοζνίτσα τα προσπερνά αυτά. Από την ώρα που ο Κόρνιεφ κάνει την εμφάνισή του έξω από τη φυλακή, μέχρι τη στιγμή που θα συναντηθεί με τον Στέπνιακ, περνούν πάνω από τριάντα λεπτά. Τι βλέπουμε όλη αυτή την ώρα; Τον Κόρνιεφ να διασχίζει ημιφωτισμένους διαδρόμους, δεσμοφύλακες να ξεκλειδώνουν και να ξανακλειδώνουν βαριές σιδερένιες πόρτες που ανοίγουν και ευθύς αμέσως ξανακλείνουν. Τον Κόρνιεφ να συναντά τον δεσμοφύλακα υπηρεσίας, που τον αφήνει να «ψηθεί» λιγάκι, πριν τον οδηγήσει στον Διευθυντή των φυλακών. Που κι εκείνος, με τη σειρά του, επιχειρεί να τον «νουθετήσει». Ματαίως, φυσικά, μιας και πρέπει να γίνει… ήρωας, καθιστώντας την ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί καθρέφτη του παρόντος ενός τυραννικού καθεστώτος. Ενός σημερινού καθεστώτος, αυτού της σύγχρονης Ρωσίας.

Προς την κατεύθυνση αυτή οδηγούν τόσο το ανέκδοτο που λέει ο Διευθυντής των φυλακών στον δεσμοφύλακα υπηρεσίας (αδυνατώντας αμφότεροι να καταλάβουν τη σημασία που αυτό μπορεί να έχει για τους ίδιους), όσο (πολύ περισσότερο) τα όσα διαδραματίζονται με την είσοδο του Κόρνιεφ στο Μέγαρο, όπου θα συναντήσει τον Γενικό Εισαγγελέα. Και σ’ αυτό το μέρος ο ρυθμός της ταινίας είναι αργός, πολύ αργός, εκνευριστικά αργός – αλλά εδώ, σε αντίθεση με το κεφάλαιο της φυλακής, υπάρχει… κίνηση. Στα πλάνα μπαίνουν (και βγαίνουν) πολλά πρόσωπα, που μπορεί να μην έχουν την παραμικρή σχέση με την αφηγούμενη ιστορία, όμως, έχουν άμεση σχέση τόσο με την αβουλία του τοπικού Εισαγγελέα όσο και με την εικόνα του καθεστώτος που θέλει να μεταδώσει στον θεατή της η ταινία. Δηλαδή, ο Λοζνίτσα. Δεν είναι μόνο ένα δεσποτικό καθεστώς, αλλά κι ένα καθεστώς παραλυμένο από τη γραφειοκρατική αγκύλωση και την τυπολατρία.

Εάν, όμως, όλα όσα μας παρουσιάζει η ταινία ήταν αλήθεια, τότε ο «πρόλογός» της, η όχι και τόσο σύντομη εκείνη σκηνή της αρχής της, λέει ψέματα! Σ’ ένα καθεστώς αυταρχικό, που καταπνίγει ακόμη και το δικαίωμα της ανθρώπινης επικοινωνίας, κατάσχοντας και καταστρέφοντας τα γράμματα των κρατουμένων προς τον… σύντροφο Στάλιν, τον «πατερούλη» και Κυβερνήτη του κράτους, η καταστροφή τους δεν θα αναθέτονταν σ’ έναν αμφισβητία του καθεστώτος – θα γινόταν από κάποιον πιστό και αφοσιωμένο άνθρωπό του. Που δεν θα έμπαινε στον πειρασμό να ανοίξει και να διαβάσει κάποια απ’ αυτά, αλλά θα τα πέταγε κλειστά στην πυρά.

Πραγματικά, μοιάζει με… θαύμα το ότι το μοναδικό γράμμα που ήταν γραμμένο με αίμα, πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτόνι (!), κατόρθωσε να φτάσει στον παραλήπτη του. Με ποιόν τρόπο, άραγε; Πώς πέρασε μέσα απ’ όλες αυτές τις διπλοκλειδωμένες και φρουρούμενες πόρτες; Απλώς συνέβη, σεναριακή αδεία, διότι αλλιώς δεν θα ήταν δυνατόν να μπει μπροστά ο αφηγηματικός μηχανισμός τούτης της ιδεολογικά άθλιας ταινίας. Τα ατοπήματα της οποίας είναι περισσότερα των όσων έχω ήδη αναφέρει: από τα όσα λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια των δύο σιδηροδρομικών ταξιδιών από το Μπριάνσκ στη Μόσχα και από τη Μόσχα στο Μπριάνσκ, μέχρι την αφήγηση του ανάπηρου παλαίμαχου μπολσεβίκου για τον Λένιν και τη συζήτηση περί Νόμου και Τάξης.

Άφησα για το τέλος το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας: την αισθητική της. Μία σειρά μακρόσυρτων στατικών ως επί το πλείστον πλάνων, από καλοεπιλεγμένες είναι η αλήθεια γωνίες λήψης, και μία υπερβολικά αργόρυθμος αφήγηση, δίχως ίχνος δραματοποίησης. Δεν υπάρχει τίποτα που να τραβά την προσοχή του θεατή και να κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του για όσα γίνονται (ή δεν γίνονται) επί της οθόνης. Αυτό που με κράτησε και δεν εγκατέλειψα την αίθουσα, πέρα από την καφκική ατμόσφαιρα, ήταν η περιέργεια: στην αρχή, τι θα πει ο κρατούμενος στον επίμονο τοπικό Εισαγγελέα; – μετά, πού θα οδηγήσει η επίσκεψή του στον απαθή Γενικό ομόλογό του και μέλος του πολιτμπιρό; Αν και υποψιαζόμουν τις απαντήσεις, κάτι μέσα μου δεν με άφηνε να παραδεχτώ ότι ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να γίνει… όσο χυδαίος έγινε (ιδιαίτερα στη δεύτερη περίπτωση). Αλλά η προπαγάνδα είναι από μόνη της η Τέχνη της χυδαιότητας, οπότε… ουδέν πρόβλημα! Άσε που, όταν πρόκειται για μία κινηματογραφική ταινία, μπορεί και να επιβραβευτείς γι’ αυτό – όπως έγινε με το βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) στο… Φεστιβάλ της Βαγιαδολίδ, στην Ισπανία.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μία ταινία για τη σταλινική καταπίεση και τις εκκαθαρίσεις του ’30… εν έτει 2026. Εάν σας ενδιαφέρει το θέμα, ίσως να έχετε και τη διάθεση να γίνεται μάρτυρες μιας πλήρους αποδραματοποίησης και μιας καφκικής ατμόσφαιρας, που θέλει στη βία και τη διαφθορά του τότε να αντανακλάται μία επιθετικότητα κι ένας αυταρχισμός του τώρα. Περαστικά μας!


MORE REVIEWS

Ο ΜΑΓΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΜΛΙΝΟΥ

Ο άνθρωπος που «έπλασε» τον Βλαντίμιρ Πούτιν εξιστορεί σε έναν Αμερικανό ακαδημαϊκό και συγγραφέα την πρόσφατη Ιστορία της Ρωσίας και τη στρατηγική πολιτικής του Κρεμλίνου μέσω της προπαγάνδας και της χειραγώγησης των ΜΜΕ.

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΑΝ ΛΙ

Επηρεασμένη από την επαφή της με μια ομάδα Κουακέρων στο Μάντσεστερ του 18ου αιώνα, η Ανν Λι μετατρέπεται χάρη στην πίστη της σε ηγέτιδα των Shakers και στα 1774 μεταναστεύει με τους οπαδούς της στην Αμερική για να ιδρύσει μία ουτοπική κοινότητα.

THE MORTUARY ASSISTANT

Η Ρεμπέκα παίρνει τη νυχτερινή βάρδια σ’ ένα νεκροτομείο όπου προσλαμβάνεται, έχοντας συμπληρώσει έναν χρόνο θεραπείας απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Η δουλειά ρουτίνας, με ταριχεύσεις ή αποτεφρώσεις νεκρών, προκύπτει αρκετά δυσοίωνη από το πρώτο κιόλας βράδυ, καθώς ο χώρος κρύβει τρομακτικά μυστικά.

ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ ΜΠΕΡΝΙ: ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΗ

Πολική αρκούδα γίνεται στα κρυφά μέλος διαστημικής αποστολής με κατεύθυνση τον Άρη, σκοπός της οποίας είναι η αιχμαλωσία διαβόητου τέρατος. Σύντομα συνειδητοποιεί πως τα πράγματα στον μακρινό πλανήτη δεν είναι όπως έδειχναν αρχικά.

GOOD LUCK, HAVE FUN, DON’T DIE

Αυτοαποκαλούμενος «Άνθρωπος από το Μέλλον» μπουκάρει σε diner στο Λος Άντζελες ζωσμένος με εκρηκτικά και προσπαθεί να «στρατολογήσει» ομάδα αγνώστων μεταξύ τους, οι οποίοι θα τον συντροφεύσουν σε αποστολή σωτηρίας της ανθρωπότητας από… την τεχνολογία!