ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΜΟΥ ΧΕΡΙ (2025)
(ZUOPIEZI NUHAI)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σι-Τσινγκ Τσου
- ΚΑΣΤ: Τζανέλ Τσάι, Σι-Γιουάν Μα, Νίνα Γε, Τενγκ-Χούι Χουάνγκ, Άκιο Τσεν, Ζιν-Γιαν Τσάο
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 108'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Ανύπαντρη μητέρα επιστρέφει με τις δύο κόρες της στην Ταϊπέι, προσδοκώντας σε ένα restart. Η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα, όμως, αποδεικνύεται δύσκολη και για τις τρεις τους.
Η γεννημένη στην Ταϊβάν (αλλά εγκατεστημένη εδώ και χρόνια στην Αμερική) Σι-Τσινγκ Τσου αποτελεί μόνιμη συνεργάτιδα του σκηνοθέτη Σον Μπέικερ. Από τη θέση του παραγωγού, έχει συνεργαστεί μαζί του στο σύνολο σχεδόν της φιλμογραφίας του (παραδόξως, όχι και στο οσκαρικό «Anora»!), ενώ είχε συν-σκηνοθετήσει με αυτόν τη δεύτερη ταινία της καριέρας του, το «Take-Out» του 2004. Η ιδέα για το «Αριστερό μου Χέρι» υπήρχε στο μυαλό των δύο από τότε, πλην όμως, για διάφορους λόγους (βασικά οικονομικούς) το project έπαιρνε συνεχείς αναβολές. Ο θρίαμβος του «Anora» πιθανότατα έλυσε αυτό το πρόβλημα, με τον Μπέικερ να προσφέρει σκηνοθετικό χώρο στη συνεργάτιδά του, επιτρέποντάς της να πραγματοποιήσει το ντεμπούτο της, κρατώντας για τον εαυτό του την ιδιότητα του σεναριογράφου, του μοντέρ και (ασφαλώς) του παραγωγού. Τούτη η έκτη συνεργασία του διδύμου, λοιπόν, ναι μεν περιέχει στοιχεία που έχουν απασχολήσει τον Αμερικανό σκηνοθέτη στο παρελθόν, εν τούτοις, το ύφος της παραπέμπει είτε στην ταϊβανέζικη εποχή του Ανγκ Λι των αρχών της δεκαετίας του ’90, είτε σε διακεκριμένα φιλμ της σύγχρονης ντόπιας παραγωγής όπως το «Και Ένα… και Δύο… Οικογενειακοί Ρυθμοί» (2000) του Έντουαρντ Γιανγκ.
Μοιάζοντας σε βασικά της σημεία με αναπαράσταση του «The Florida Project» (2017), το φιλμ συστήνει μια ανύπαντρη μητέρα που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τη φροντίδα της τσαχπίνας μικρής της κόρης και της σεξουαλικά απελευθερωμένης μεγαλύτερής της, βιώνοντας μία επισφαλή καθημερινότητα, η οποία συνεχώς δυσχεραίνεται εξαιτίας της αδυναμίας της να πληρώσει έγκαιρα το ενοίκιο για τον πάγκο που διατηρεί στη νυχτερινή αγορά της Ταϊπέι. Ο ευγενικός «φύλακας άγγελος» του γειτονικού καταστήματος είναι πάντα εκεί για να βοηθήσει μαμά και κόρες (αν και η πρώτη είναι αρκετά υπερήφανη, ώστε να αποκρούει τις φιλάνθρωπες προτάσεις του), με τους γονείς και τις αδελφές της σκληρά εργαζόμενης μητέρας να συμπληρώνουν το puzzle του οικογενειακού της περιβάλλοντος.
Το εύρημα που θέτει σε κίνηση τους σεναριακούς μοχλούς του φιλμ είναι η αριστεροχειρία της πεντάχρονης Ι-Τζινγκ! Παίρνοντας τοις μετρητοίς τον αφορισμό του παππού της, που τον ακούει να της λέει ότι το αριστερό χέρι είναι «του διαβόλου», η αθώα πιτσιρίκα πνίγεται στην ανασφάλεια της ηλικίας της, αδυνατώντας να διαχειριστεί το… κακό που την βρήκε. Μέσω σειράς συνειδητών ή ασυνείδητων πράξεων, το μικρό κορίτσι αφήνεται να εξερευνήσει μόνο του τον κόσμο των ενηλίκων, μιας και αυτοί που θα έπρεπε να την σεργιανίσουν με ασφάλεια σε αυτόν έχουν τους δικούς τους άλυτους μπελάδες. Στην περίπτωση της μαμάς της αυτοί είναι οικονομικοί, ενώ στην περίπτωση της αδελφής της επαγγελματικοί και σεξουαλικοί. Ο γεμάτος από φορτισμένες υποχρεώσεις και βιωμένες απογοητεύσεις ιστός των επιθυμιών των δυο τους, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αφελή αθωότητα της Ι-Τζινγκ, αν και οι τρεις τους (όσο κι αν η διαφορά της ηλικίας τους θέτει τα πράγματα υπό διαφορετικό πρίσμα) αυτό που πραγματικά επιζητούν είναι να ξεπεράσουν τις «κρίσεις» ηθικής που το κοινωνικό τους περιβάλλον επιβάλει.
Παρά το γεγονός πως το φιλμ μοιάζει να διηγείται τρεις παράλληλες ιστορίες (ή και τέσσερις αν μετρήσουμε την υποπλοκή με τις «σκοτεινές» δοσοληψίες της γιαγιάς), η Σι-Τσινγκ Τσου καταφέρνει να διατηρεί ένα συμπαγές αφηγηματικό στυλ, αποφεύγοντας τη σύγχρονη παγίδα της εκ μακρόθεν παρατήρησης των γεγονότων. Εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη γοητεία της χαριτωμένης Ι-Τζινγκ, ποντάρει στον συναισθηματισμό των συγκρούσεων, καταφεύγει σε καταστάσεις ανάλαφρου χιούμορ μέσω μιας σειράς αξιαγάπητων χαρακτήρων, όμως, επιλέγει τελικά μια κάπως μελοδραματική ανατροπή η οποία μοιάζει να ικετεύει για συναισθηματική κάθαρση, στοχεύοντας με τρόπο εύκολο κατευθείαν στην καρδιά του θεατή. Το γρήγορο μοντάζ του Μπέικερ, τα neon φώτα της νυχτερινής Ταϊπέι, οι συνεχείς διαδρομές με μοτοσυκλέτα στους δρόμους της και η βουή της πολύχρωμης υπαίθριας αγοράς συνθέτουν μια οικεία απεικόνισης της αστικής ζωής, δίχως να την εξιδανικεύουν. Η σύγκρουση μεταξύ παράδοσης και νεωτερισμού λειτουργεί ως σύμπλεγμα που δεν δημιουργεί παρά αγιάτρευτα αισθήματα ενοχής στα επαναλαμβανόμενα μονοπάτια της ζωής στην Ταϊπέι. Μόνο η παρέκκλιση από αυτά ενδέχεται να ανοίγει το δρόμο προς την αποδοχή της πραγματικότητας.
