ΓΙΟΥΝΑΝ (2025)
(YUNAN)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αμίρ Φακίρ Ελντίν
- ΚΑΣΤ: Ζορζ Χαμπάζ, Χάνα Σιγκούλα, Αλί Σουλιμάν, Σιμπέλ Κεκιλί, Τομ Βλαστσίχα
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 124'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE
Αυτοεξόριστος Άραβας συγγραφέας που ζει στη Γερμανία, καταφεύγει σε απομονωμένο νησί της Βόρειας Θάλασσας αναζητώντας έμπνευση και, πάνω απ’ όλα, ηρεμία.
Περίπου στο ημίωρο της διάρκειας του «Γιουνάν», ο Μουνίρ, αφού έχει εγκατασταθεί στο δωμάτιό του, σε μικροσκοπική νησίδα στ’ ανοιχτά του Αμβούργου, όπου έχει αναζητήσει προσωρινό καταφύγιο, κάνει ολοφάνερους τους σκοπούς της φυγής του από την ενδοχώρα. Βγάζει από την τσάντα του ένα πιστόλι και το στρέφει στο μέρος της καρδιάς. Διστάζει, όμως, να πατήσει την σκανδάλη. Το λες και κρίμα, καθώς σε αυτή την περίπτωση η ταινία (υποθέτω) θα ολοκληρωνόταν στο τριαντάλεπτο, αντί να (το παρα)τραβάει επί δύο και πλέον ώρες!
Ποιος είναι, όμως, ο λόγος για τον οποίο ο Μουνίρ σκέφτεται να βάλει τέλος στη ζωή του; Να είναι η βαριάς μορφής άνοια από την οποία πάσχει η μητέρα του, καθιστώντας την ανήμπορη να επικοινωνήσει μαζί του; Μήπως να φταίει η διόλου δημιουργική περίοδος που εδώ και καιρό περνά, σε σημείο που δεν μπορεί να προχωρήσει το επόμενο βιβλίο του; Μην είναι ο νόστος για την πατρίδα του, στην οποία μόνο νοητά έχει τη δυνατότητα (πια) να επιστρέφει; Ή μήπως το πρόβλημα υγείας που τον ταλαιπωρεί, και το οποίο ο γιατρός του αδυνατεί να εξηγήσει (συστήνοντάς του απλά ξεκούραση!), να τον έχει καταβάλει σε σωματικό και ψυχολογικό επίπεδο; Μπορεί να είναι όλα αυτά μαζί ή κάποια από αυτά ή ίσως και τίποτα. Δεν έχει σημασία, άλλωστε. Διότι αυτό που μετρά στο «Γιουνάν» δεν είναι οι σαφείς αιτίες που ορίζουν κίνητρα και στόχους, αλλά η ποιητική αφαιρετικότητα που (ασφαλώς…) βρίθει «βαθιών νοημάτων». Αρκεί, φυσικά, να έχεις μείνει ξύπνιος ώστε να τα στοχαστείς.
Από τη στιγμή που ο Μουνίρ φτάνει στο νησί κι αρχίζει να συναναστρέφεται με την ιδιοκτήτρια του μικρού ξενοδοχείου όπου διαμένει, η υποβλητική ασάφεια γίνεται ένα με την αλληγορία μιας κάποιας ενδοσκοπικής περιπλάνησης. Η ισχυρή καταιγίδα που ξεσπά πλημμυρίζοντας τα πάντα ή τα εμβόλιμα ονειρικά πλάνα της ιστορίας ενός καταραμένου βοσκού (που η μητέρα του συνήθιζε να του διηγείται), ενισχύουν τη μελαγχολία του Μουνίρ, μαζί και την απορία για το αν η λέξη συνοχή υπάρχει στο αραβικό λεξιλόγιο. Η εξήγηση της κατάθλιψης του ήρωα εμφανίζεται με τρόπο ιδιαιτέρως απλοποιημένο, καθώς στο βάθος ξεπροβάλει ο πόνος της εξορίας και ο νόστος για τα πάτρια εδάφη, το δε ταξίδι μοιάζει να λειτουργεί ως φάρμακο. Οι βιβλικές αλληγορίες περί της φάλαινας του Ιωνά (από εκεί προέρχεται ο τίτλος της ταινίας και όχι από την Ελλάδα) και της συγχώρεσης (επί το γενικότερο) πασχίζουν να δώσουν έναν επιπλέον φιλοσοφικό τόνο στο έργο.
