ΛΑΤΡΕΙΑ: ΟΙ ΚΑΛΤ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ (ΜΟΥ) (2025)
- ΕΙΔΟΣ: Ντοκιμαντέρ
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μελέτης Μοίρας
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 104'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Ο Μελέτης Μοίρας εξερευνά το «cult» και τη σχέση του με τον ελληνικό κινηματογράφο στα χρόνια των social media και του YouTube.
Τι «μου», τι «σου», τι «του»! Δυστυχώς, εν συνόλω, σε ένα τεράστιο… «ό,τι του φανεί, του Λωλοστεφανή» καταλήγει τούτο το ντοκιμαντέρ σινεφιλικών βάσεων, το οποίο εμπεριέχει ψήγματα ενδιαφέροντος για κάποιες ελληνικές κινηματογραφικές παραγωγές πρόσφατων δεκαετιών, που αγκαλιάστηκαν με λανθάνοντες τρόπους από το διαδικτυακό hype και την ανάγκη της δικής μας «pop κουλτούρας» να… εφεύρει τους local heroes της.
Στην πραγματικότητα (και αυτό είναι το ουσιαστικό κρίμα εδώ), ο Μελέτης Μοίρας δεν επιχειρεί μία ευρύτερη μελέτη (sic) επάνω στο θέμα των ελληνικών φιλμ… «λατρείας», αλλά αυθαιρετεί με αφέλεια, κάνοντας focus στο «μου» του τίτλου και ξεχωρίζοντας τέσσερα έργα που σημάδεψαν τον ίδιο ως «cult»: το «Τσίου…» (2006) του Μάκη Παπαδημητράτου, το «Σπιρτόκουτο» (2003) του Γιάννη Οικονομίδη, το «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες» (1998) του Σταύρου Τσιώλη και το «Όλα Είναι Δρόμος» (1998) του Παντελή Βούλγαρη (απομονώνοντας το επεισόδιο του «Βιετνάμ», προφανώς).
Ως αποτέλεσμα, το «Λατρεία: Οι Καλτ Ελληνικές Ταινίες (μου)» σχεδόν απαξιώνει πολλά άλλα φιλμ που (καλώς ή κακώς) έχουν αποκτήσει παρόμοιες διαστάσεις φήμης στο πέρασμα του χρόνου και ξενίζει στην παρακολούθησή του όταν αναφέρεται «περιληπτικά» και (τόσο) φευγαλέα σε περιπτώσεις όπως η φιλμογραφία του Νίκου Νικολαΐδη, κάνοντας (έστω) μια χρήσιμα εκτενέστερη αναφορά στο θρυλικό Φεστιβάλ Cult Ελληνικού Κινηματογράφου του Νίκου Τριανταφυλλίδη. Οι απουσίες τίτλων μοιάζουν με τρομακτικό «παγόβουνο» που συνθλίβει το όλο εγχείρημα, το οποίο ίσως αποκτούσε σημασία αν γυριζόταν σε μορφή τηλεοπτικής σειράς ντοκιμαντέρ με ημίωρα επεισόδια αφιερωμένα σε περισσότερες ταινίες (όχι στο πλαίσιο του «μου», πια), με υλικό αρχείου παρασκηνίων και σχολιασμό από συντελεστές. Οι παρουσίες των τελευταίων εδώ σώζουν κάπως τα προσχήματα και προσθέτουν πληροφορίες ενίοτε χορταστικές, δίπλα σε talking heads που «θεωρητικοποιούν» το concept της «καλτιάς» σε πλαίσιο… άρες μάρες κουκουνάρες (μονάχα ο Λουκάς Κατσίκας διασώζεται από τη σχετική μπουρδολογία).
Προσθέτοντας μια πιο δική του πινελιά έμπνευσης και χιούμορ, ο Μοίρας κερδίζει το «στοίχημα» στα ένθετα πλανάκια του… «παπά» Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, αλλά εισπράττει τρελό Βατερλό με τους διαλόγους των Δημήτρη Μανιάτη (που έγινε Γιώργος στην αφίσα…) και Νίκου Ξυδάκη, οι οποίοι «τα λένε» πίνοντας αραχτοί σαν… τζαρμουσικοί ήρωες από φιλμάκι τύπου «Καφές και Τσιγάρα» (2004), σε ταιριαστό μαυρόασπρο (αντιγραφής…). Είναι τόσο εξοργιστικά αυτά τα μέρη, που εύχεσαι να έκανε ένα επιτόπιο πέρασμα και η Βίκυ Φλέσσα, για την #trolia της υπόθεσης. Θεωρώ πως από θαύμα γλιτώσαμε κι από τον Ρένο Χαραλαμπίδη (αν και αυτός είναι ικανός να «δημιουργήσει» αυτοαναφορικό ντοκιμαντέρ μονάχα για τις ταινίες του)…
Τελικά, το μέγα «έγκλημα» της «Λατρείας» είναι η αυτή η «επισημοποίηση» αναγνώρισης του χαρακτηρισμού «cult» για έργα τα οποία ελάχιστοι είδαν πραγματικά σε κινηματογραφικές αίθουσες, αλλά υιοθέτησαν άναρχα τον όρο επειδή… κάπου άκουσαν μια ατάκα ή είδαν το αντίστοιχο film clip στο YouTube, αδιαφορώντας για την αυθεντική προσήλωση προς το σύνολο των συγκεκριμένων ταινιών. Την επαφή με το σινεμά ως τον απόλυτο τόπο λατρείας. «Ξένες γλώσσες», έτσι;
