ΘΑΒΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ (2026)
(WE BURY THE DEAD)
- ΕΙΔΟΣ: Δραματικό Θρίλερ
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ζακ Χίλντιτς
- ΚΑΣΤ: Ντέιζι Ρίντλεϊ, Μπρέντον Θουέιτς, Μαρκ Κόουλς Σμιθ, Ματ Γουέλαν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 94'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: NEO FILMS
Λανθασμένη χρήση πειραματικού όπλου του αμερικανικού στρατού αφανίζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Τασμανίας. Ανάμεσα στα θύματα υπάρχουν και μερικοί «νεκροζώντανοι», τους οποίους προσπαθούν να εντοπίσουν εθελοντές με σκοπό να τους παραδώσουν σε στρατιωτικές δυνάμεις που, απλά, τους εξολοθρεύουν. Μέσα σ’ αυτό το δυστοπικό σκηνικό, η Έιβα αναζητά τον αγνοούμενο σύζυγό της.
Ταινία καταστροφής, με militaire background, που φλερτάρει με την ιδέα του post-apocalyptic και γυροφέρνει τα «χωράφια» των zombie movies, συνδυάζοντας κι ένα σχόλιο επάνω στα συζυγικά αδιέξοδα. Όλα αυτά μαζί; Κι όμως, το αποτολμά ο Αυστραλός Ζακ Χίλντιτς, ο οποίος με το «Θάβουμε τους Νεκρούς» πλησιάζει το άριστα σε βαθμολογία για τη σκηνοθεσία, αλλά δεν δικαιώνεται από το τόσο πολυθεματικό ξάνοιγμα του σεναρίου του.
Τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων αναφέρουν πως στο νησί της Τασμανίας έχουν χάσει τη ζωή τους πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, κατόπιν τραγικού λάθους χρήσης πειραματικού όπλου του αμερικανικού στρατού. Η Έιβα φτάνει εκεί παριστάνοντας την εθελόντρια, σε μία οργανωμένη απόπειρα εντοπισμού επιζώντων, ελπίζοντας να προσεγγίσει μία περιοχή η οποία βρίσκεται σε καραντίνα, για να δώσει μια απάντηση στο αν ο σύζυγός της είναι νεκρός ή όχι.
Οι πανταχού παρούσες στρατιωτικές δυνάμεις συνοδεύουν τους εθελοντές και όταν εντοπίζεται κάποιος ζωντανός… εκτελείται επιτόπου! Διότι δεν είναι ακριβώς ζωντανός! Οι παρενέργειες της έκθεσης στην έκρηξη που προκάλεσε τον μαζικό αφανισμό των κατοίκων άφησαν πίσω τους κάποια παράδοξα κρούσματα «ζωντανών νεκρών», οι οποίοι στο πέρασμα του χρόνου λειτουργούν όλο και πιο βίαια, γι’ αυτό και πρέπει να θανατώνονται. Κανονικά και οριστικά.
Το (πιο) παράξενο με το «Θάβουμε τους Νεκρούς» είναι η απόπειρα του Χίλντιτς ν’ αποφύγει τα συνηθισμένα μοτίβα δράσης μιας ταινίας με ζόμπι και να εντάξει την παρουσία των «νεκροζώντανων» σ’ ένα πλαίσιο υπαρξιακού δράματος ανθρώπινων σχέσεων, εστιάζοντας σε κρίσεις ζευγαριών και το θέμα της μητρότητας. Η ηρωίδα δεν μπορεί να κάνει παιδιά (όπως μαθαίνουμε από μια σειρά flashbacks) και κάποια στιγμή μέσα στην αφήγηση αυτό συναντά μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανατροπή. Επιπλέον, ολόκληρη η (σπουδαία) υποπλοκή με το τροχόσπιτο μιας τετραμελούς οικογένειας δίνει αναπάντεχα συγκινητικές στιγμές συνειδητοποίησης της σημασίας του θεσμού και των δεσμών που συνδέουν τα μέλη της, ενωμένα ως τον θάνατο. Διαφορετικά, δεν μπορεί να επέλθει η λύτρωση.
Η ιστορία του ταξιδιού μέχρι το ξενοδοχείο στο οποίο βρίσκεται ο σύζυγος της Έιβα για επαγγελματικούς λόγους αποδεικνύεται τόσο λίγη στην πορεία και όταν αυτό ολοκληρωθεί, η ταινία δεν συναντά κάποια ιδιαίτερη κορύφωση, ούτε και το εσωτερικό «γιατρικό» για τη θλίψη της ηρωίδας, που (μεταξύ μας) από την αρχή αισθανόταν πως η αγάπη είχε πάψει να… ζει. Τουλάχιστον, η τελική σεκάνς κλείνει σωστά τους λογαριασμούς της ύπαρξης της Έιβα ψυχολογικά και δίνει μία ανάσα θετικότητας για την ηρωίδα που η Ντέιζι Ρίντλεϊ ερμηνεύει με υπευθυνότητα.
