FreeCinema

Follow us

ΑΒΑΝΑ: Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ (2020)

(WASP NETWORK)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπέτεια Κατασκοπίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ολιβιέ Ασαγιάς
  • ΚΑΣΤ: Πενέλοπε Κρουζ, Έντγκαρ Ραμίρες, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Άνα ντε Άρμας, Βάγκνερ Μούρα
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 123'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Η αληθινή ιστορία Κουβανών πολιτών που αυτομολούν από τη χώρα τους με προορισμό τις ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 και δημιουργούν το κατασκοπικό «Δίκτυο Σφίγγας», με στόχο να διεισδύσουν σε τρομοκρατικές οργανώσεις που πλήττουν την Κούβα.

Ο Ολιβιέ Ασαγιάς δοκιμάζει για άλλη μια φορά την τύχη του σε ένα πλειοψηφικά ασυνήθιστο για εκείνον κινηματογραφικό είδος, γράφοντας το σενάριο και σκηνοθετώντας ένα κατασκοπικό θρίλερ που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Παρά τον προ δεκαετίας τηλεοπτικό του θρίαμβο με την mini σειρά «Carlos», για τη ζωή του Κάρλος το Τσακάλι, ο Ασαγιάς στρέφεται σε παρόμοιο ύφος και genre για πρώτη φορά στο σινεμά και το αποτέλεσμα εδώ, δυστυχώς, δεν τον δικαιώνει ισάξια.

Μέσα σ’ ένα δίωρο (ομολογουμένως) ενδιαφέρουσας περιπετειώδους αφήγησης, με σχεδόν χολιγουντιανές φιλοδοξίες, το σενάριο του Ασαγιάς προσπαθεί να χωρέσει αρκετές ξεχωριστές ιστορίες Κουβανών που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους για τις «εχθρικές» ΗΠΑ, κι ενώ θεωρούνται «προδότες» της πατρίδας τους, ουσιαστικά βοηθούν την ηγεσία του Κάστρο, διεισδύοντας ως κατάσκοποι σε τρομοκρατικές οργανώσεις που επιθυμούν την πτώση του καθεστώτος, πλήττοντας τον τουρισμό και την ασφάλεια της χώρας. Οι ιστορίες ξεκινούν σχεδόν σαν σπονδυλωτές, για να «συναντηθούν» λίγο αργότερα, καθώς τα μέλη του δικτύου συνεννοούνται και δημιουργούν φιλίες μεταξύ τους. Όλα αυτά ακούγονται αποδεκτά, ωστόσο υπάρχει σοβαρό πρόβλημα αφηγηματικής δομής και σεναριακής συνέπειας.

Αφήνοντας πίσω την κατακραυγή που έχει δεχθεί η ταινία από αρκετές ομάδες ανθρώπων (κυρίως Κουβανών και άλλων που γνώριζαν από πριν την πραγματική ιστορία) σχετικά με την εγκυρότητα των «αληθινών» γεγονότων που παρουσιάζει και τον τρόπο απεικόνισής τους, εμείς θα σταθούμε στην ικανότητα (ή μη) του φιλμ να έχει μία συναφή αφηγηματικότητα στο είδος της μυθοπλασίας, που μπορεί να βασίζεται μεν σε αληθινά γεγονότα (έγκυρα ή όχι), μα δεν είναι ντοκιμαντέρ. Η προσπάθεια, λοιπόν, του Ασαγιάς να δείξει διαφορετικές ιστορίες που μετέπειτα συγχωνεύονται, πλήττει τη συνοχή μιας ταινίας που έτσι κι αλλιώς ζητά από ένα παγκόσμιο κοινό (το οποίο προφανώς αγνοούσε την ύπαρξη αυτού του μικρού κομματιού Ιστορίας) να συγκεντρωθεί σε έναν καταιγισμό πληροφοριών, ονομάτων και ρόλων, την ίδια στιγμή που επιθυμεί να εστιάσει και στην δραματουργική πλευρά, τις σχέσεις, τα συναισθήματα και την εξέλιξη των χαρακτήρων. Ακόμα χειρότερα, δε, με έναν ανεξήγητα ασύνδετο τρόπο και μια κατακερματισμένη αφηγηματική δομή.

Έτσι, η ταινία ξεκινά με την ιστορία του Ρενέ Γκονζάλες, του πιλότου που αφήνει πίσω του τη λατρεμένη του γυναίκα και τη μικρή τους κόρη, κουβαλώντας το στίγμα του προδότη, ενώ ουσιαστικά είναι κατάσκοπος υπέρ του καθεστώτος. Κι εκεί που παρακολουθούμε τις επιπτώσεις στη ζωή τόσο του Ρενέ όσο και της συζύγου του Όλγα, και ξεκινάμε ως θεατές να επενδύουμε συναισθηματικά στην ιστορία τους, ένα fade out μας πηγαίνει στην ιστορία ενός άλλου κατασκόπου, του Χουάν Πάμπλο Ροκέ και, μετά από λίγο, ένα ακόμη fade out ακολουθείται από την εισαγωγή του Χεράρντο Χερνάντεζ, αυτή τη φορά με την προσθήκη μιας ανδρικής φωνής αφηγητή που ήρθε από το πουθενά ώστε να «δέσει» χρονικά και ιστορικά όλους τους χαρακτήρες. Κατά συνέπεια, ο θεατής χάνει το όποιο focus και «πετάγεται» από ιστορία σε ιστορία, από χρονιά σε χρονιά, καθότι έχουμε και flashbacks που μας οδηγούν πίσω-μπρος, ενώ κατά καιρούς δεν ξέρουμε καν σε ποια χρονιά υποτίθεται πως βρισκόμαστε! Και μέσα σε έναν τέτοιο σεναριακό κατακερματισμό, η αναπόφευκτη συνέπεια είναι πως βασικοί χαρακτήρες εξαφανίζονται χωρίς αιτιολογία από την ιστορία και δεν επανεμφανίζονται παρά στο (επίσης) επεξηγηματικό φινάλε, το κλασικό «τι έγινε μετά στους αληθινούς ανθρώπους;», λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Πέραν της παράξενης και ανεπιτυχούς αφηγηματικής δομής, η ταινία σώζεται αρκετά από τις ερμηνείες του «Latino all-star» καστ, που υποδύεται τους χαρακτήρες με συνέπεια, συναίσθημα και πειθώ, ιδιαίτερα όσον αφορά το ζευγάρι των Ρενέ και Όλγκα Γκονζάλες (οι Ραμίρεζ και Κρουζ, αντίστοιχα, τους οποίους είδαμε μαζί και ως αδέλφια Βερσάτσε στην εξαιρετική τηλεοπτική σειρά «The Assassination of Gianni Versace»), και από μεμονωμένες, στιβαρές σκηνές δράσης, αλλά και του οικογενειακού δράματος. Ίσως ο Ασαγιάς είχε αρχικά κατά νου να δημιουργήσει άλλη μία mini τηλεοπτική σειρά όπως το «Carlos» και, όταν δεν του βγήκε, απλώς δεν κατάφερε να «πακετάρει» σωστά το περιεχόμενο σε μια δίωρη κινηματογραφική ταινία. Ίσως ο όγκος και το βάρος των αληθινών γεγονότων να επιβάρυνε μία πιο ισορροπημένη δραματουργική δομή. Ίσως, απλά, ανέλαβε ένα project μεγαλύτερο και πιο περίπλοκο των δυνατοτήτων του. Πάντως, είναι αληθινό κρίμα να μιλάμε για μια αποτυχημένη, μα διόλου «κακή» ταινία, όταν οι βάσεις για μία πραγματικά ενδιαφέρουσα, δυνατή δραματική περιπέτεια είναι εμφανείς καθ’ όλη την διάρκεια αυτού του κινηματογραφικού εγχειρήματος.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Η ταινία δεν έχει να ζηλέψει και πολλά από μία παρόμοιου τύπου ευπρεπή χολιγουντιανή περιπέτεια β΄ διαλογής ή μία αντίστοιχη «ανεξάρτητη» αμερικανική παραγωγή, ειδικά με τέτοιο λαμπρό καστ ισπανόφωνων superstars, και μια «ζουμερή» ιστορία που βασίζεται σε λίγο-πολύ άγνωστες, αληθινές σελίδες της πολυετούς σύγκρουσης ΗΠΑ – Κούβας. Απλά, το όνομα ενός (έτσι κι αλλιώς υπερεκτιμημένου) Ευρωπαίου δημιουργού στο σενάριο και τη σκηνοθεσία, αύξησε τις προσδοκίες για έναν ιδανικότερο συνδυασμό καλλιτεχνικής και εμπορικής φιλοδοξίας. Μόνο που ο Ασαγιάς κάπου έχασε τη μπάλα. Ωστόσο, αν αφήσετε πίσω τις «μεγάλες προσδοκίες» και το «βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και πρόσωπα», θα δείτε είναι ένα όχι και τόσο αδιάφορο κατασκοπικό δράμα, έστω και με μία κάπως δυσνόητη αφήγηση. Και ίσως αυτό να σας αρκεί. Για θερινό σινεμά…


MORE REVIEWS

DIGGER

Ο Νικήτας έχει βγάλει διαζύγιο με την υπόλοιπη κοινωνία και ζει σαν ερημίτης σ’ ένα χαμόσπιτο, στη καρδιά ενός δάσους στη Βόρεια Ελλάδα. Ο ερχομός της «ανάπτυξης» απειλεί τη γη του, μα περισσότερο δύσκολη θα είναι η διαχείριση του ενήλικα (πλέον) γιου του, ο οποίος επιστρέφει μετά από απουσία είκοσι ετών για να ζητήσει το μερίδιό του με δικαιώματα κληρονόμου.

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ

Ο Στίβεν είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ζει ευτυχισμένος με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους, μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει την Άννα, μία μαθήτριά του από την Αυστρία, φίλη ενός αριστοκρατικής καταγωγής σπουδαστή. Ο ευκατάστατος οικονομικά, ευυπόληπτος κοινωνικά και τακτοποιημένος οικογενειακά Στίβεν, αισθάνεται έλξη για τη νεαρή κοπέλα, αλλά δεν έχει ούτε τη φυσική ούτε την ηθική δύναμη ν’ αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας σχέσης μαζί της.

ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ ΔΗΜΑΡΧΕ!

Δήμαρχος άσσος της ρεμούλας τοποθετεί στη θέση του τη σύζυγό του, μέχρι τουλάχιστον να περάσει η μπόρα των αποκαλύψεων που μετά βεβαιότητος θα τον φέρουν σε δύσκολη θέση έναντι του Νόμου. Μήπως, όμως, ισχύει και για τους Δημάρχους το ουδέν μονιμότερον του προσωρινού;

ΓΙΑΛΝΤΑ: Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ

Νεαρή γυναίκα, καταδικασμένη σε θάνατο για τη δολοφονία του συζύγου της, έχει μια τελευταία ευκαιρία να σώσει το κεφάλι της. Το μόνο που έχει να κάνει είναι να πείσει πως αξίζει τη συγχώρεση… των τηλεθεατών και της κόρης του θύματος σε «δικαστήριο» δημοφιλούς reality show!

ΣΤΗ ΖΑΛΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

O σαιξπηρικός μύθος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας επιβιβάζεται σε πολύχρωμο roller coaster της Στοκχόλμης, μετατρέποντάς τον σε pop παραμύθι απαγορευμένου έρωτα. Η σκανδιναβική «απάντηση» στον… Μπαζ Λούρμαν;