ΟΣΑ ΞΕΡΕΙ Η ΜΑΡΙΕΛ (2025)
(WAS MARIELLE WEISS)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φρέντερικ Χάμπαλεκ
- ΚΑΣΤ: Τζούλια Τζεντς, Φέλιξ Κράμερ, Λαένι Γκεϊσέλερ, Μεχμέτ Ατεστζί, Μόριτς φον Τρόιενφελς
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 86'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Ως αποτέλεσμα ισχυρού χαστουκίσματος από συμμαθήτριά της, η Μάριελ αποκτά άξαφνα την ικανότητα να ξέρει ανά πάσα στιγμή τι λένε και τι κάνουν οι γονείς της. Το τέλος της ιδιωτικότητας μπορεί να σημαίνει τη διάλυση μιας οικογένειας;
Το «Όσα Ξέρει η Μάριελ» του Γερμανού σκηνοθέτη Φρεντερίκ Χάμπαλεκ διαθέτει ένα αβανταδόρικο εύρημα: δωδεκάχρονη κοπέλα, μετά από μια τυχαία σφαλιάρα στο προαύλιο του σχολείου της, αποκτά ξαφνικά… τηλεπαθητικές ικανότητες! Μπορεί έτσι να βλέπει, να ακούει και να αισθάνεται τα πάντα γύρω από τη ζωή, τις πράξεις και τις σκέψεις των γονιών της, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, όπου κι αν βρίσκεται, όπου κι αν βρίσκονται! Αν και στρώνει το χαλί για μία βιτριολικού τύπου αποδόμηση της «πρόσοψης» της οικογενειακής ζωής (όπου ως άλλοθι των εκατέρωθεν ψεμάτων παρουσιάζεται η προστασία των παιδιών από τα προβλήματα των «μεγάλων»), η συνθήκη που προτάσσει στέκει καλύτερα όχι σε κάποια κινηματογραφική οθόνη, αλλά σε στρογγυλό τραπέζι με θέμα «Εσείς τι θα κάνατε εάν δεν μπορούσατε να κρατήσετε απολύτως τίποτα κρυφό από τα παιδιά σας;».
Η υπόθεση (η οποία ασφαλώς και άπτεται του… «γιούχου» φανταστικού) δεν ενδιαφέρεται να «παίξει» με το πως η Μάριελ είναι σε θέση να «βλέπει» όσα κάνουν οι γονείς της, αλλά προσκολλάται στο ζεύγος των Τομπάιας και Τζούλια, αναμοχλεύοντας τα επαγγελματικά προβλήματα του πρώτου, καθώς και το συναδελφικό flirt της δεύτερης, με αμφότερα τα θέματα ν’ αρχίζουν (σταδιακά) να έχουν σοβαρό αντίκτυπο στις σχέσεις όλων. Πόσω μάλλον όταν εκ των δεδομένων του… χαστουκιού, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά. Η συγκεκριμένη προσέγγιση πέρα από ορισμένες απορίες που μου δημιούργησε (άραγε, η κόρη βιώνει μόνο τα «σημαντικά» πράγματα που κάνουν οι γονείς της ή έχει εικόνα και για την αδιάφορη καθημερινότητά τους;) ευνουχίζει σε τεράστιο βαθμό το αρχικό εύρημα, μιας και το φιλμ ρέπει γρήγορα προς ένα κοινότυπο καταστασιακό συζυγικών προβλημάτων, εξαιτίας είτε της απαξίωσης εντός χώρου εργασίας είτε του κλασικού… κέρατου.
Το έτερο ζήτημα που προκύπτει, και το οποίο παραμένει άλυτο καθ’ όλη τη σύντομη διάρκεια του φιλμ, είναι πως τα ερωτήματα που πέφτουν στο τραπέζι δεν αντιμετωπίζονται ως προς την ουσία τους, αλλά το πηγαίνουν γύρω-γύρω επιμένοντας με τρόπο μονοδιάστατο να νοιάζονται για το πως αντιλαμβάνεται έκαστος γονιός το θέμα της ευθύνης και της αυτοσυγκράτησης, προ του κινδύνου της (βέβαιης) αποκάλυψης. Ως εκ τούτου, ο αντίκτυπος που η άθελη «κατασκοπεία» μπορεί να έχει στην ψυχή ενός μικρού κοριτσιού δεν αφορά καθόλου το στόρι, καθώς αυτό εγκλωβίζεται σ’ ένα άσκοπο γαϊτανάκι ενήλικης μικροπρέπειας και εγωισμού. Με την Μάριελ να μετατρέπεται σε κάτι σαν… παθητική συσκευή άντλησης πληροφοριών, το όλο σεναριακό εύρημα εξαντλείται πολύ γρήγορα, αφήνοντας το παντρεμένο ζεύγος να ξεκατινιάζεται, γνωρίζοντας ο ένας τα άπλυτα του άλλου. Η αστική υποκρισία και η σεμνότυφη ηθικολογία θριαμβεύουν, το δε απρόβλεπτο του «φανταστικού»… εξαϋλώνεται.
