ΑΧΙΝΟΣ (2025)
(URCHIN)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χάρις Ντίκινσον
- ΚΑΣΤ: Φρανκ Ντιλέιν, Μέγκαν Νόρθαμ, Καρίνα Κίμτσουκ, Οκέζι Μόρο, Αμρ Γουακέντ, Σόνα Μαρί, Χάρις Ντίκινσον
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 99'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Έπειτα από έκτιση μικρής σε διάρκεια ποινής φυλάκισης, άστεγος νέος προσπαθεί να κάνει ένα καινούργιο ξεκίνημα στο σύγχρονο Λονδίνο.
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του νεαρού ηθοποιού Χάρις Ντίκινσον πατά (εκ πρώτης όψεως) στη βρετανική σχολή του κοινωνικού ρεαλισμού, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τα έργα ενός Μάικ Λι ή ενός Κεν Λόουτς. Διαφέρει, όμως, από εκείνα, καθώς αφενός οι εμβόλιμες σουρεαλιστικές σεκάνς προσδίδουν στο εγχείρημα έναν ενίοτε παράξενο τόνο, δημιουργώντας μια καλοδεχούμενη οπτική αβεβαιότητα, αφετέρου ως σύνολο αποπνέει μια αναμφισβήτητη ζωντάνια, που το φέρνει σε θέση υπεροχής σε σχέση με την πρόσφατη (τουλάχιστον) φιλμογραφία των δύο προαναφερθέντων «δασκάλων» (αν δεχτούμε πως ως τέτοιοι λειτούργησαν στην προκειμένη για τον Ντίκινσον).
Το στόρι επικεντρώνεται στον Μάικ, έναν άστεγο χρήστη ουσιών που κοιμάται στους δρόμους του Λονδίνου ζητιανεύοντας από περαστικούς, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων αδιαφορεί γι’ αυτόν. Ο μοναδικός που δείχνει ενδιαφέρον για το πρόσωπό του είναι ένας ευγενικός άνδρας ονόματι Σάιμον, η καλοσύνη του οποίου εξαργυρώνεται από τον Μάικ με… βία και κλοπή, πράξη που τον οδηγεί σε άμεση σύλληψη και (μετέπειτα) σε ολιγόμηνη φυλάκιση. Έπειτα από την απελευθέρωσή του, ο απεξαρτημένος (πια) Μάικ δείχνει γενναιότητα και προθυμία ν’ αλλάξει τη ζωή του, βρίσκοντας (με τη βοήθεια της κοινωνικής πρόνοιας) δουλειά σε κουζίνα δευτεροκλασάτου ξενοδοχείου. Κάνοντας παρέα με συναδέλφους του (και ιδιαίτερα με την νομάδα καθαρίστρια Άντρεα), μοιάζει να μπαίνει στον ίσιο δρόμο. Ωστόσο, το μεγαλύτερο εμπόδιό του παραμένει ο ίδιος, με την αυτοκαταστροφική του τάση να παραμονεύει επικίνδυνα, ώστε να τον σύρει ξανά σε μια σπείρα εθισμού και ψυχολογικού βασανισμού.
Όπως είναι ίσως εύκολα κατανοητό από τα παραπάνω, ο «Αχινός» απέχει από το να χαρακτηριστεί ως μία φιλμική… αχτίδα φωτός. Ο Ντίκινσον αφηγείται μια ιστορία που αφορά σε σοβαρά κοινωνικά ζητήματα όπως η έλλειψη στέγης και η επανένταξη, βαδίζοντας ενίοτε στα χνάρια χαρμολύπης του «Γυμνός» (1993). Η αγιάτρευτη κυκλοθυμικότητα του Μάικ έχει ως αποτέλεσμα την εναλλαγή σκηνών άκρατου ενθουσιασμού και ζοφερής πραγματικότητας, αναδεικνύοντας με τρόπο πειστικό τον βαθιά προβληματικό του χαρακτήρα. Αφήνοντας τον πρωταγωνιστή του, Φρανκ Ντιλέιν, να μοιάζει πως δρα ανεξέλεγκτος μπροστά από τον φακό, ο Ντίκινσον πετυχαίνει ν’ αναδείξει τον χαοτικό ψυχολογικό του κόσμο, ακολουθώντας το γνώριμο μοτίβο πτώσης / ανόδου (και τούμπαλιν) ενός outsider.
Η ενίοτε τοξική παρορμητικότητα του χαρακτήρα του, συνδυαζόμενη με την παρεμβολή σουρεάλ στοιχείων κάποιου απόκοσμου ονείρου (;), διαμορφώνουν ένα απροσδιόριστο μείγμα ρεαλιστικής διαύγειας και χαοτικού φευγιού, που περισσότερο σε κάνει να συμπάσχεις με τη δυστυχία του ήρωα παρά να λυτρωθείς από τις σποραδικές στιγμές ξεγνοιασιάς του. Η «λιντσική» τελική κλιμάκωση υπογραμμίζει πως ο Ντίκινσον (μάλλον) χρησιμοποίησε την αφηγηματική μορφή του ρεαλισμού ως πρόσχημα για κάτι… «άλλο». Από τη στιγμή που πρόκειται για ντεμπούτο, έπραξε (κατά τη γνώμη μου) σοφά, επιλέγοντας να μείνει σ’ ένα πιο «στέρεο» μονοπάτι, αφήνοντας σοβαρή παρακαταθήκη για κάτι πιο (πολυ)σύνθετο στο μέλλον.
