FreeCinema

Follow us

ΜΙΑ ΣΦΑΙΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ (1966)

(UNE BALLE AU COEUR)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ζαν-Ντανιέλ Πολέ
  • ΚΑΣΤ: Σάμι Φρέι, Φρανουάζ Αρντί, Τζένη Καρέζη, Βασίλης Διαμαντόπουλος, Σπύρος Φωκάς, Ζανίνο, Αρτέμης Μάτσας, Δημήτρης Μυράτ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 81'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: CAROUSEL FILMS

Νεαρός Σικελός αριστοκράτης καταφθάνει στην Ελλάδα αναζητώντας τρόπο να πάρει εκδίκηση από μαφιόζο, ο οποίος με δόλιο τρόπο άρπαξε την οικογενειακή του έπαυλη. Οι εκτελεστές του Ιταλού gangster, όμως, τον ακολουθούν κατά πόδας για να τον βγάλουν από τη μέση.

Άτιμο πράγμα η νοσταλγία. Ο νόστος για το παρελθόν ξυπνά συχνά όμορφες αναμνήσεις, υπάρχουν όμως κι εκείνες οι φορές που μας φέρνει αντιμέτωπους με καταστάσεις άβολες, που δεν θα έπρεπε παρά να ανήκουν στη λήθη των περασμένων δεκαετιών. Σε αυτή την δεύτερη περίπτωση, θαρρώ, ανήκει τούτη η «Σφαίρα στην Καρδιά», καθώς μπορεί να πλασάρεται σαν «η χαμένη ταινία της Τζένης Καρέζη», πλην όμως μπορεί να σταθεί στις μέρες μας μόνο μέσω της διαθλαστικής ιδιότητας του χρόνου, συνεπικουρούμενης εν μέρει από την παρουσία πλειάδας αγαπητών Ελλήνων ηθοποιών στο καστ της. Για να το πω απλά, τούτη η «χαμένη» ταινία δικαιότατα είχε χαθεί όλα αυτά τα χρόνια…

Ο σκηνοθέτης Ζαν-Ντανιέλ Πολέ ξεκίνησε σε πολύ νεαρή ηλικία την καριέρα του (από τα τέλη της δεκαετίας του ’50), γυρίζοντας φιλμ μικρού μήκους στο ύφος της nouvelle vague, καθώς και ντοκιμαντέρ. Ήταν για τις ανάγκες της ταινίας τεκμηρίωσης με τίτλο «Μεσόγειος» (1962) όταν επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα (σε ηλικία 26 ετών), μένοντας μαγεμένος από την ομορφιά του τοπίου, αλλά και από την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Δηλωμένος φιλέλλην, πλέον, βάλθηκε να γυρίσει την παρθενική του ταινία μυθοπλασίας στο μέρος που αγάπησε ακαριαία και στο οποίο κάθε τόσο επέστρεφε (όπως έπραξε για το επόμενό του ντοκιμαντέρ μικρού μήκους με τίτλο «Βάσσες»). Το σενάριο που συνέγραψε για το ντεμπούτο του ήταν θεωρητικά ένα γκανγκστερικό στόρι εμπλουτισμένο με στοιχεία αρχαίας τραγωδίας. Είτε, όμως, λόγω πλήρους αστοχίας, είτε λόγω απειρίας, το αποτέλεσμα που προέκυψε είναι ένας συνδυασμός crime movie (σε στυλ nouvelle vague, ασφαλώς) και ιστοριών της Τρούμπας, πασπαλισμένο με άφθονο folklore hellénique, όπου η μαφιόζικη πλοκή εκδίκησης δεν στέκει παρά ως πρόφαση για όλα αυτά.

Αποφασισμένος να πάρει πίσω την περιουσία του, ο ξεπεσμένος αριστοκράτης Φραντσέσκο Μοντελέπρε έρχεται στην Ελλάδα προκειμένου να ξετρυπώσει gangster, ο οποίος γνωρίζοντας αρκετές από τις βρωμιές του μαφιόζου που έχει βλάψει και τους δύο, αποτελεί τη μόνη του ελπίδα για εκδίκηση και δικαίωση. Ο νεαρός Σικελός, άπαξ της άφιξής του στην Αθήνα, βρίσκει καταφύγιο σε μαγαζί της Τρούμπας, συνδέεται αμέσως με την τραγουδίστρια – φίρμα του καταστήματος, ξεκινά τις έρευνες για να ανακαλύψει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τον άνθρωπο που μπορεί να τον βοηθήσει στο σχέδιό του, έχοντας παράλληλα τον νου του για τους πληρωμένους δολοφόνους που αριβάρουν από τη Σικελία με σκοπό να του φυτέψουν… «Σφαίρα στην Καρδιά». Κάπου στην πορεία, μπλέκει και με συμπατριώτισσά του, με τους κινδύνους για τη ζωή του να πολλαπλασιάζονται διαρκώς.

Όσο συμπαγές ακούγεται ως παραδοσιακού γκανγκστερικού ύφους στόρι, τόσο ασύνδετο και… επικίνδυνα αφαιρετικό είναι στην πραγματικότητα τούτο το έργο. Χαρακτήρες μπαινοβγαίνουν στην πλοκή με ανεξήγητα (παν)εύκολο τρόπο, σε σημείο που δείχνει βέβαιο πως για κάποιον περίεργο λόγο σημαντικότατες επεξηγηματικές σκηνές κόπηκαν… κατά λάθος στο μοντάζ. Οι (πολλοί) καλοί Έλληνες ηθοποιοί μοιάζουν σαν να πασχίζουν να φέρουν εις πέρας του ρόλους τους, απαγγέλοντας εν πολλοίς (σε καλά γαλλικά, πάντως) τις ατάκες τους, μιας και η σκηνοθετική καθοδήγησή τους δείχνει να είναι μηδαμινή. Μονάχα ο Ζανίνο διασώζεται (σχετικά) από το ντόπιο καστ στη σύντομη εμφάνισή του, ενώ η Τζένη Καρέζη (ο μεγαλύτερος «κράχτης» για το ελληνικό κοινό) αποτελεί άκρως χαρακτηριστικό παράδειγμα επιβεβαίωσης της αστοχίας υλικού. Επαναλαμβάνοντας επί της ουσίας έναν τύπο γυναίκας που είχε παίξει στη «Λόλα» μόλις δύο χρόνια πριν, εδώ δείχνει εντελώς εκτός κλίματος, (παραδόξως) σε ρόλο που στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου είχε δείξει πως κατέχει άριστα. Από κοντά και το «αντίπαλο» γαλλικό δέος της Φρανσουάζ Αρντί, η οποία βρίσκεται σε ακόμα δυσκολότερη θέση, μιας και… δεν έχει καν ρόλο! Καταλήγει έτσι να περιφέρει την ομορφιά της στο ελληνικό τοπίο, με τη σκηνή της άξαφνης εμφάνισής της στο μουσείο των Δελφών να είναι ειλικρινά απερίγραπτη.

Ο λυρισμός της μοναχικότητας του κεντρικού ήρωα, που υποδύεται ο Σάμι Φρέι, αποπνέει μια μορφή σταδιακής παραίτησης από τη ζωή, καθώς ο Φραντσέσκο του μάλλον αποζητά το μοιραίο παρά κοιτά να το αποφύγει. Η σεκάνς όπου αναλαμβάνει πιανιστικά καθήκοντα στο υπόγειο της Τρούμπας, θυμίζει ελαφρώς το «Πυροβολήστε τον Πιανίστα» (1960) του Φρανσουά Τριφό (διόλου τυχαία, ίσως, πρώτη επιλογή του Πολέ για τον κεντρικό ρόλο ήταν ο Σαρλ Αζναβούρ), στο τέλος, όμως, είναι η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη αυτή που μένει (κυρίως) από το φιλμ. Ο κορυφαίος Έλληνας συνθέτης παραχώρησε μουσικές που είχε γράψει για το ανέβασμα του έργου του Ιρλανδού συγγραφέα Μπρένταν Μπίαν «Ένας Όμηρος» από το Κυκλικό Θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά, καθώς και κάποια από τα καταπληκτικά του τραγούδια εκείνης της περιόδου, όπως το «Βρέχει στη Φτωχογειτονιά» και το «Δραπετσώνα» (ακούγεται με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση σε μια αναπάντεχα ταιριαστή σκηνή εκτέλεσης). Τρεις συνθέσεις του, μάλιστα, ερμηνεύει η ίδια η Καρέζη (το «Κουράστηκα να σε Κρατώ» είναι ίσως το πιο γνωστό), όλα αυτά όμως περισσότερο το περί νοσταλγίας (μουσικής, εν προκειμένω) ανάγνωσμα επιβεβαιώνουν, παρά στέκουν ως μέρη μιας αξιόλογης κινηματογραφικής ταινίας από το παρελθόν, την οποία οφείλουμε ν’ «ανακαλύψουμε» σήμερα.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Εξαφανισμένη σχεδόν από τη μέρα της πρώτης προβολής της, το 1966, τούτη η «Σφαίρα στην Καρδιά» στέκει μόνο ως φιλμικό αξιοπερίεργο μιας σπάνιας (για την εποχή) ελληνογαλλικής συμπαραγωγής. Η ψηφιακή αποκατάσταση είναι εξαιρετική, η Technicolor ομορφιά της Τζένης Καρέζη και της Φρανουάζ Αρντί αδιαπραγμάτευτη, ως σύνολο όμως η ταινία πάσχει σημαντικά σε πολλούς τομείς. Για τους φυσιοδίφες του κινηματογράφου Ελλάδας – Γαλλίας του καιρού εκείνου και μόνον.


MORE REVIEWS

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Η μεσόκοπη Τζουλιέτα υποψιάζεται πως ο σύζυγός της ερωτοτροπεί με άλλες γυναίκες και στρέφεται μέχρι και στον μυστικισμό για να ξεπεράσει τα υπαρξιακά της προβλήματα. Πού θα βρει τη λύτρωσή της; Στο «μαζί» ή στο «μόνη»;

GREENLAND: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Κομμάτια ενός κομήτη πλησιάζουν απειλητικά τη Γη. Πολιτικός μηχανικός που βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του, λαμβάνει κυβερνητικό μήνυμα στο κινητό του, το οποίο τον καλεί να πάρει την οικογένειά του και να κατευθυνθούν προς καταφύγιο για… λίγους και εκλεκτούς. Θα φτάσουν ποτέ;

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Στο πέρας έξι ετών, η Αγγελική Αντωνίου καταγράφει με την κάμερά της τους άγνωστους κατοίκους της Αθήνας, τα αδέσποτά της, δίνοντας «φωνή» στην παρουσία, τους χαρακτήρες, τις ιδιαιτερότητες, αλλά και την… αδέσποτη ομορφιά τους.

ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΟΣ

Επικοινωνιολόγος των Δημοκρατικών, που δεν διάγει λαμπρές ημέρες εξαιτίας της ήττας του κόμματος στις προεδρικές εκλογές, ανακαλύπτει χρυσάφι σε χωριό του Γουισκόνσιν, στο πρόσωπο βετεράνου στρατιωτικού. Τον πείθει να κατέβει για Δήμαρχος στις τοπικές εκλογές προσδοκώντας σε μεγάλα κομματικά οφέλη από πιθανή του νίκη, όμως οι αντίπαλοι Ρεπουμπλικάνοι δεν πρόκειται να κάτσουν με σταυρωμένα χέρια.

ΟΙ ΖΩΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ

Κατάκοιτος πατέρας, χαμένος στον μπερδεμένο κόσμο της άνοιας, αναπολεί στιγμές του παρελθόντος του. Η κόρη του είναι εκεί για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Θα βρει τη ζωή που (δεν) ζει;