UNDERTONE (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Ψυχολογικό Θρίλερ Τρόμου
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ίαν Τουάσον
- ΚΑΣΤ: Νίνα Κίρι, Μισέλ Ντουκέ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 94'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
Η παρουσιάστρια ενός podcast που μελετά υπερφυσικές ιστορίες λαμβάνει από συνεργάτη της δέκα ηχητικά αρχεία άγνωστου αποστολέα, με περιεχόμενο που σταδιακά αποδεικνύεται όλο και πιο… δαιμονισμένο.
Όπως μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου του φιλμ, το «Undertone» αποτελεί το ντεμπούτο του Ίαν Τουάσον στο «βασίλειο του ακουστικού τρόμου». Σε αυτό το πλαίσιο αναφοράς, λοιπόν, αυτή εδώ η ταινία… δεν «ακούγεται»!
Σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να δημιουργηθεί κάτι νέο και πρωτότυπο στο φιλμικό είδος του horror, εδώ και αρκετά χρόνια πια (αν υπολογίσουμε το κακό που μας βρήκε με το «The Blair Witch Project» το 1999…) ταλαιπωρούμαστε (κυρίως οι πιο φανατικοί λάτρεις του genre) από αδιανόητες μπαρούφες «εναλλακτικού» τρόμου που (συχνά) διαθέτουν μηδενικό budget, το οποίο οι δημιουργοί τους πλασάρουν ως «προσόν» που τους οδηγεί σε δρόμους πιο «ευρηματικούς» αφηγηματικά. Στην προκειμένη, ολόκληρο το «Undertone» έχει γυριστεί εντός μίας οικίας, όπου η ηρωίδα του ηχογραφεί ένα podcast. Αυτό! Τέλος!
Η ταινία παρακολουθεί τους τηλεφωνικούς διαλόγους που έχει με έναν συνεργάτη της, ο οποίος έχει λάβει δέκα ηχητικά αρχεία τα οποία πρέπει να ακούσουν / ακούσουμε, ώστε να καταλάβουμε αν κρύβουν κάτι το «σατανικό». Στον επάνω όροφο του σπιτιού, ως «ύποπτο» clue, βρίσκεται η κατάκοιτη μάνα της ηρωίδας (το δεύτερο και μοναδικό έτερο πρόσωπο ηθοποιού που καταγράφεται από τις κάμερες…), μία περίπτωση δήθεν «υποπλοκής» που χρησιμοποιείται περιστασιακά για να προκαλέσει τον «τρόμο» (μέσω της «αμφιβολίας» του θεατή για το αν κάποιες στιγμές σηκώνεται ή όχι από το κρεβάτι της…).
Η μυστηριώδεις ηχογραφήσεις περιλαμβάνουν διαλόγους, παραμιλητά ύπνου, κραυγές και «κρυφούς» ήχους που πρέπει να «αποκωδικοποιηθούν» για να οδηγηθούμε σε μία απίθανη (με την κακή έννοια…) σύνδεση με… παιδικά τραγουδάκια τα οποία περιλαμβάνουν σατανιστικούς στίχους και αναφορές, που σε κάποια «αλλούτερη» φάση θα συνδεθούν με πνεύμα παιδοκτόνου από παρελθόντα αιώνα!
Μέσα σε όλο αυτό το αλαλούμ πλήξης (που μπορεί να οδηγήσει τον θεατή στην αυτοχειρία εντός της κινηματογραφικής αιθούσης), ο Τουάσον αγωνίζεται δίχως μέσα να προκαλέσει μια κάποια ατμόσφαιρα φόβου με αστειότητες τύπου, φώτα που ανάβουν μόνα τους στο σπίτι, βρύσες που τρέχουν νερό στα ξαφνικά χωρίς να υπάρχει κάποιος στο δωμάτιο και… πτώσεις της τάσης του ρεύματος! Μιλάμε για γενναίες δόσεις «τρόμου» που θα προκαλέσουν ρίγη στα σινεμά (γέλια στο βάθος)…
Για εκείνους που εκτιμούν τα φιλμ τρόμου και θα ήθελαν να «την ακούσουν» με έναν σχεδόν παρόμοια ευρηματικό τρόπο, θα πρότεινα να αναζητήσουν το επίσης καναδέζικο «Pontypool» (2009) του Μπρους ΜακΝτόναλντ, το οποίο διαχειρίζεται ιδανικά τόσο τα περιορισμένα τετραγωνικά μέτρα ενός ραδιοφωνικού σταθμού (όπου λαμβάνει χώρα η δράση του) όσο και το στοιχείο του ήχου (που παίζει και ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής). Για το «Undertone» τι άλλο να πω; Ούτε με ακουστικά!
