FreeCinema

Follow us

Η ΑΛΗΘΕΙΑ (2015)

(TRUTH)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζέιμς Βάντερμπιλτ
  • ΚΑΣΤ: Κέιτ Μπλάνσετ, Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Τόφερ Γκρέις, Ντένις Κουέιντ, Ελίζαμπεθ Μος, Μπρους Γκρίνγουντ, Τζον Μπέντζαμιν Χίκι, Ντέρμοτ Μαλρόνεϊ, Στέισι Κιτς
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 125'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ / SEVEN FILMS

Το 2004 και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στις ΗΠΑ, η δημοφιλής εκπομπή «60 Minutes» του CBS, υπό την καθοδήγηση της παραγωγού Μέρι Μέιπς και με «μπροστάρη» τον βετεράνο παρουσιαστή Νταν Ράδερ, αποκαλύπτουν τη σκανδαλώδη στρατιωτική θητεία τού τότε Προέδρου και ξανά υποψηφίου Τζορτζ Γ. Μπους – όμως οι αποκαλύψεις τους γυρίζουν μπούμερανγκ…

Η υπόθεση ήταν, αναμενόμενα, πολυσυζητημένη και πασίγνωστη στο αμερικάνικο κοινό, λόγω των ονομάτων που αναμείχθηκαν, και κυρίως αυτό του δημοφιλούς βετεράνου παρουσιαστή και δημοσιογράφου Νταν Ράδερ, εξού και η ονομασία που δόθηκε στο σκάνδαλο: «Rathergate». Ωστόσο, ήταν η ομάδα πίσω από τη «βιτρίνα» τού Ράδερ, με επικεφαλής την πολυβραβευμένη παραγωγό Μέρι Μέιπς, που πρωτόφεραν στο φως την υπόθεση, έκαναν την έρευνα, βρήκαν τις πηγές και τα στοιχεία και τα τάισαν στο autocue του Ράδερ ώστε να τα ανακοινώσει στο κοινό του, τα εκατομμύρια Αμερικανών που τον θεωρούσαν έμπιστη πηγή ενημέρωσης.

Τα στοιχεία της υπόθεσης δεν χρήζουν και μεγάλης αμφιβολίας: ο Τζορτζ Μπους ο νεώτερος άφησε πίσω του μια σειρά από ψέματα, συγκαλύψεις και συνωμοσίες ώστε να περάσει στον αμερικανικό λαό την εικόνα τού νεαρού που εκπλήρωσε με τιμή το στρατιωτικό του καθήκον κατά την ταραχώδη ιστορική περίοδο των αρχών της δεκαετίας του ’70, ενώ, στην ουσία, αφιέρωσε σχεδόν μηδενικές ώρες στο «καθήκον» του αυτό. Μόνο που, λόγω πίεσης χρόνου και κάποιων βεβιασμένων κινήσεων, η ομάδα τής Μέιπς και του «60 Minutes» έκανε μια σειρά από «μικρολαθάκια» που άφησαν αρκετά παράθυρα ανοιχτά σε αδυσώπητες κατηγορίες για συκοφαντία και απόπειρα εμπρησμού της προεκλογικής εκστρατείας του τότε νυν Προέδρου, με τελικό κόστος την απόλυσή τους και τη σεβάσμια απομάκρυνση του θρυλικού Ράδερ από τη θέση που κρατούσε επί δεκαετίες.

Κι εδώ έρχεται ο Τζέιμς Βάντερμπιλτ, σεναριογράφος σε ταινιάρες όπως το «Zodiac» του Ντέιβιντ Φίντσερ, να κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη το βιογραφικό βιβλίο της ίδιας της Μέιπς. «Με ανησυχεί ο τεράστιος όγκος της ιστορίας που έχουμε στα χέρια μας», λέει ένας εκ των χαρακτήρων. Με το πρότερο βιογραφικό σημείωμα του σκηνοθέτη της ταινίας, αυτή η ατάκα λογικά δεν θα φάνταζε ταιριαστή σε εκείνον – και όμως: ο Βάντερμπιλτ μοιάζει σχεδόν κατακλυσμένος από τον όγκο της ιστορίας που έχει στα χέρια του και που πρέπει κάπως να την περάσει στον θεατή μέσα από μια δίωρη ταινία. Έτσι, χρησιμοποιεί παντός είδους τεχνικές για να μας συστήσει τους πολυάριθμους χαρακτήρες (η συντριπτική πλειοψηφία τους υπαρκτά πρόσωπα), τα αληθινά κτήρια και σημεία όπου συνέβησαν όλα, όπως και τις δυο ιστορίες, αυτή του παρελθόντος (ο Μπους, οι στρατιωτικές του «ατασθαλίες» και οι συγκαλύψεις από άλλους) και αυτή του παρόντος, του 2004 (η ιστορία τού «60 Minutes» και η πτώση τής ομάδας παραγωγής του). Ατέλειωτοι επεξηγηματικοί υπότιτλοι κάτω από χαρακτήρες και κτήρια (σαν να βλέπεις talking heads σε ντοκιμαντέρ), άχρηστα flashback που ο μόνος τους λόγος ύπαρξης είναι να δούμε τη φάτσα τού τάδε στρατηγού ώστε να μην μας τον συστήνει με υπότιτλους αργότερα, και αφελείς διάλογοι μεταξύ χαρακτήρων ώστε να μάθει κάπως ο θεατής την όλη ιστορία (η σκηνή μεταξύ της Ελίζαμπεθ Μος και του Ντένις Κουέιντ, με την πρώτη να ρωτάει με αθώο ύφος βασικές ερωτήσεις που υποτίθεται πως θα έπρεπε να γνωρίζει ήδη κι ο παθιασμένος με την υπόθεση Κουέιντ να απαντά με ένα δίλεπτο κατεβατό κάθε φορά, δοκίμασε την υπομονή μας!).

Αποτέλεσμα, μια μονότονη φλυαρία που διαπερνά την αφηγηματικότητα της ταινίας και χάνει την ουσία, που μάλλον δεν γνωρίζει καν ποια θα έπρεπε να είναι! Γιατί ο Βάντερμπιλτ δεν καταφέρνει να εστιάσει στην ουσία του φιλμ, μεταπηδώντας ανάμεσα στο ποια είναι η «αλήθεια» (όπως φανερώνει και ο τίτλος) της ιστορίας που έφερε στο φως η Μέιπς, και στα λεπτομερή γεγονότα τα οποία συνέβησαν στα γραφεία του CBS πριν και μετά την αποφράδα εκπομπή. Δεν βοηθά και το γεγονός πως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, το εγχείρημα έχει και την αισθητική τηλεταινιών του είδους των 90’s, με μια γενική μονοτονία και αφηγηματική προβλεψιμότητα και με μουσικές υποκρούσεις ως εύκολη συναισθηματική υποστήριξη.

Ωστόσο, υπάρχουν και τα στιβαρά θετικά, που κυρίως πηγάζουν από τις δυο βασικές ερμηνείες: ο Ρέντφορντ, που μοιάζει λογική επιλογή για τον ρόλο τού σεβαστού Ράδερ, αποτελεί τον συναισθηματικό άσο στο μανίκι (αν και ο χαρακτήρας του μένει εδώ ίσως υπερβολικά στο απυρόβλητο): ο ηλικιωμένος, δημοφιλής star παρουσιαστής που αποτελεί είδωλο και έμπνευση για τις επόμενες γενιές και που έχει τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη στην ομάδα που προετοιμάζει το υλικό που εκείνος θα παρουσιάσει στο κοινό ώστε η τελική του απομάκρυνση παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη αλλά ταυτόχρονα και τραγική. Και η Μπλάνσετ ως Μέιπς, η βασική ηρωίδα (λογικό, αφού η ταινία βασίζεται στα απομνημονεύματά της), που ξεκινά ως ανίκητη, με τεράστια (και δικαιολογημένη) αυτοπεποίθηση στο ζενίθ της καριέρας της και καταλήγει στα αζήτητα, «θύμα» των lobbies, των media (που και η ίδια εκπροσωπούσε) και της αφανούς δύναμης της κυβέρνησης Μπους αλλά και αυτής της υπερβολικής (αυτο)πεποίθησης πως, όπως και να παρουσιάσεις κάτι, όσα λάθη και να κάνεις, η αλήθεια στο τέλος θα λάμψει. Η Μπλάνσετ είναι που δίνει ουσία και ψυχή σε αυτή την κατά τα άλλα μονότονη, «χλωμή» ταινία, ζώντας κυριολεκτικά τα διαφορετικά στάδια ανόδου και πτώσης τής ηρωίδας της.

Η ταινία πήγε σχεδόν «άκλαυτη» στις ώς τώρα κινηματογραφικές της εξόδους. Ίσως άδικα, καθώς έχει το ενδιαφέρον της, ωστόσο μάλλον κατανοητά, ειδικά σε μια χρονιά που το είδος της (δημοσιογραφικό δράμα) είδε ένα αληθινά σπουδαίο φιλμ να επιτυγχάνει και μάλιστα να κερδίζει και το Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Δυστυχώς, «Η Αλήθεια» θα μοιράζεται για πάντα την ίδια χρονιά παραγωγής / διανομής με το «Spotlight. Όλα στο Φως»

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Οι πληροφορίες που αραδιάζει στο κοινό ανέμπνευστα και με ταχύτητα πολυβόλου ενδέχεται να σε φτάσουν στο overload, αλλά αν είσαι fan αυτού του είδους ταινιών (πολιτικο-δημοσιογραφικό δράμα), τότε είναι μια καλή πρόταση, αν μη τι άλλο για μια υπόθεση που δεν πολυακούστηκε εκτός ΗΠΑ και που, αν η ομάδα του «60 Minutes» δεν τα σκάτωνε στις μικρολεπτομέρειες που της κόστισαν τα πάντα, ο Μπους όχι μόνο δεν θα επέστρεφε στο προεδρικό αξίωμα για δεύτερη θητεία, αλλά πιθανότατα θα παραπεμπόταν σε δίκη (αν…).


MORE REVIEWS

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Παραμονή Χριστουγέννων, έπαυλη ζάμπλουτης κληρονόμου με «φορτωμένο» θησαυροφυλάκιο δέχεται οργανωμένη επίθεση συμμορίας διαρρηκτών που εξολοθρεύει το προσωπικό ασφαλείας (και όχι μόνο) και απειλεί ν’ αρχίσει να σκοτώνει τα μέλη της οικογένειας αν δεν καταφέρει να φύγει με το παραδάκι. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Άι Βασίλης. Ο πραγματικός Άι Βασίλης!

Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

Μεσαίωνα στη Σουηδία, κοπέλα αγνή πέφτει θύμα κακοποίησης από κακούς αδελφούς βοσκούς. Οι φονιάδες στους γονείς της τα λιλιά της ανεπίγνωστα θα πάνε να πουλήσουν, φιλοξενία και τροφή αφού ζητήσουν. Από τα χέρια του πατέρα θα βρουν την εκδίκηση ή θα προλάβουν να ξεγλιστρήσουν; Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και, παραδόξως, η... πηγή έμπνευσης για το «Last House on the Left» (1972) του Γουές Κρέιβεν!

R.M.N.

Ρουμάνος εμιγκρές στη Γερμανία, υπό τον φόβο μπλεξίματος με τον Νόμο, επιστρέφει άρον-άρον πίσω στην πατρίδα, ξαναβρίσκοντας πατέρα, γιο, σύζυγο κι ερωμένη. Η πρόσληψη αλλοδαπών εργατών από το τοπικό αρτοποιείο κάνει την ατμόσφαιρα στο χωριό του να μυρίζει μπαρούτι.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΙΑΒΟΛΟΙ

Η Ζοάν ζει αρκετά συνηθισμένα με την κόρη της Βικί και το σύζυγό της Τζίμι σε μια μικρή κοινότητα των Γαλλικών Άλπεων, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ο ερχομός της αδελφής εκείνου ανατρέψει τις εύθραυστες οικογενειακές ισορροπίες.

ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΠΟΤΕ

Η Ελέν πάσχει από σπάνια ανίατη ασθένεια, αλλά δεν θέλει να την λυπούνται. Ταξιδεύει σε κουκίδα του χάρτη της Νορβηγίας, προκειμένου να ζήσει έστω για λίγο ελεύθερη. Ή μήπως για να πεθάνει μόνη;