FreeCinema

Follow us

ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΖΩΕΣ (2016)

(TRESPASS AGAINST US)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Άνταμ Σμιθ
  • ΚΑΣΤ: Μάικλ Φασμπέντερ, Μπρένταν Γκλίσον, Λίντσεϊ Μάρσαλ, Σον Χάρις
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 99'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Έχοντας περάσει όλα του τα χρόνια στο πλευρό ενός άξεστου πάτερ φαμίλια, ένας άνδρας θα αποφασίσει να σηκώσει επιτέλους ανάστημα και να απαιτήσει για την οικογένειά του μια καλύτερη ζωή, μακριά από την παραβατική συνήθεια μιας καθημερινότητας δίχως μέλλον.

Με τα ονόματα των Μάικλ Φασμπέντερ και Μπρένταν Γκλίσον στους πρωταγωνιστικούς ρόλους να λειτουργούν ως επίδοξοι «κράχτες», είναι απορίας άξιον τι πήγε τόσο στραβά και το «Παράνομες Ζωές» κατέληξε από τη μια στιγμή στην άλλη από επίδοξο indie wannabe hit σε κακέκτυπο οικογενειακού δράματος γεμάτο κλισέ και σεναριακές αστοχίες.

Είναι γεγονός πως όλοι μας, ως θεατές, διακατεχόμαστε συχνά από το σύνδρομο του «σκύλου του Παβλόφ», πράγμα που σημαίνει πως τελικά θα συνηθίσουμε σε οτιδήποτε θελήσει να μας πασάρει ένας ηθοποιός, ένας σκηνοθέτης ή ένας σεναριογράφος, κρατώντας ανά περιπτώσεις και την ανάλογη στάση. Στη συγκεκριμένη, λοιπόν, η ταινία του Σμιθ αποτελεί μια ακόμη αδύναμη προσθήκη στο φιλμογραφικό ενεργητικό του Μάικλ Φασμπέντερ, κάτι το οποίο δεν εκπλήσσει πλέον κανέναν, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε πως ο Γερμανοϊρλανδός ηθοποιός έχει να «σταυρώσει» ενδιαφέροντα ρόλο από την εποχή του «Macbeth» του Τζάστιν Κερζέλ (ο οποίος, κατά τραγική ειρωνεία, ήταν υπεύθυνος και για το πρόσφατο… εξάμβλωμα του «Αssassin’s Creed», και πάλι με πρωταγωνιστή τον Φασμπέντερ – είπαμε, όπως μάθει κανείς).

Όσον αφορά το σεναριακό ντεμπούτο του Αλάστερ Σίντονς, φανερώνει τα αναπόφευκτα προβλήματά του, αφήνοντας να εννοηθεί πως πέρα από την προσχηματική υπόθεση της ταινίας και τους εξίσου προσχηματικούς της χαρακτήρες δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που να αξίζει να φανεί. Η ταινία εξαντλείται εύκολα γύρω από τις (ας πούμε) προσπάθειες του ήρωα που υποδύεται ο Φασμπέντερ, να απαγκιστρωθεί από τα πατρικά δεσμά και να επικεντρωθεί – επιτέλους – στην οικογένειά του, κάτι στο οποίο ποτέ δεν δίνεται τελικά ιδιαίτερο βάρος, με τον σεναριογράφο να παραθέτει απλά μια πραγματικότητα την οποία με τη σειρά μας καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ως κανονικότητα. Οι προθέσεις των Σίντονς και Σμιθ για ένα ανεξάρτητο, κοινωνικό «διαμαντάκι» χαμηλών τόνων γίνονται αντιληπτές από την αρχή κιόλας, μέσω της οριοθέτησης της δράσης σε ένα παράνομο parking τροχόσπιτων που χρησιμοποιείται από την οικογένεια Κάτλερ ως ορμητήριο για κλοπές, μόνο και μόνο για να φέρουν τους ήρωές τους από την αρχή αντιμέτωπους με την κοινωνία, χωρίς καμία αρχική εξήγηση, κανένα πρότερο ιστορικό. Τα πράγματα έχουν ως έχουν. Δέξου το.

Δεν ξέρω τι είναι πιο εκνευριστικό σε αυτή την ταινία: η επιτηδευμένη αντιμετώπιση των πρωταγωνιστών ως – ω μωρέ, τι κρίμα! – απόκληρων της κοινωνίας ή η ευκολία με την οποία οι δημιουργοί θεώρησαν πως μπορούν να κατασκευάσουν ένα κινηματογραφικό παρόν δίχως ουσιαστική πλοκή, ποντάροντας κυρίως στα ονόματα των πρωταγωνιστών τους; Παραδέχομαι πως υπάρχει ένα ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο ζωής των χαρακτήρων που περιφέρονται από πόλη σε πόλη σαν άλλοι σύγχρονοι «νομάδες», σαν φτερά στον άνεμο, επιβιώνοντας από την παράνομη δράση τους, άλλο όμως να σκιαγραφείς το πορτρέτο μιας κοινωνικής ομάδας και άλλο να χρησιμοποιείς τις προσωπικές τους επιλογές και κατ’ επέκταση τη δεδομένη ύπαρξή τους ως αφορμή για κοινωνικό σχολιασμό με τους ίδιους ως θύματα. Με ποια λογική; Ακόμα και η επικέντρωση στα ενδοοικογενειακά ζητήματα που απορρέουν από αυτήν ακριβώς την παραβατική στάση των χαρακτήρων, δεν φέρει κανένα βάρος, πόσω μάλλον τη σοβαρότητα του σινεμά άλλων δημιουργών, όπως λόγου χάρη του Τζεφ Νίκολς, γνωστού για το προσεγμένο και αυθεντικά γήινο σινεμά του, γνήσιου εκφραστή του αμερικανικού Νότου. Ακόμα και οι στιγμές που έχουν ως στόχο να αποφορτίσουν την ατμόσφαιρα δεν καταφέρνουν και πολλά, αφού η όποια συναισθηματική κορύφωση απλά δεν επιτυγχάνεται ποτέ.

Το μεγαλύτερο κρίμα της συγκεκριμένης ταινίας είναι το αυταπόδεικτο ταλέντο των Φασμπέντερ – Γκλίσον που εδώ πάει περίπατο, γεγονός που σε κάνει πραγματικά να απορείς για το πόσο ελλιπές μπορεί να είναι εντέλει ένα σενάριο. Από τη μια ο Γκλίσον σε ρόλο μεγαλόστομου, πληθωρικού ανόητου και από την άλλη ο Φασμπέντερ σε μια από τις πιο άχρωμες ερμηνείες της καριέρας του (φυσικά και τον κάνεις πάντα χάζι, αλλά μέχρι εκεί), κανείς τους δεν μπορεί να σώσει το φιλμ από την καταδικασμένη μετριότητα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη «απάτη» για έναν θεατή, από μια ταινία που βολεύεται μέσα στο κινηματογραφικό της είδος και δελεάζει το κοινό με «γνωστά» ονόματα, μόνο για να αποτύχει στο στήσιμο μιας έστω συμβατικά αφηγηματικής γραμμής που να αντιμετωπίζει τους ήρωές της με ρεαλισμό και ανθρωπιά. Στην προκειμένη, τόσο η σκηνοθεσία του Σμιθ όσο και το σενάριο του Σίντονς δεν καταφέρνουν ποτέ να βρουν ένα σημείο «χρυσής τομής», εμμένοντας σε μια κατάσταση γενικής απεικόνισης προσώπων και καταστάσεων, σε βαθμό που η εξέλιξη της ιστορίας θα μπορούσε να ήταν οποιαδήποτε άλλη χωρίς αυτό να επηρέαζε στο ελάχιστο την υπόθεση. «Παράνομες Ζωές»; Θα ήταν παράνομο να μη βαρεθείς.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ερχόμενο με τον αέρα του ανεξάρτητου, το «Παράνομες Ζωές» είναι ένα οικογενειακό δράμα που σέρνει τη σχηματική του πλοκή για μιάμιση ώρα, δίχως συγκεκριμένο σκοπό, σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει όσο μπορεί, τους λόγους για τους οποίους το πρωταγωνιστικό δίδυμο δέχθηκε εξαρχής να σπαταλήσει τον χρόνο του και την υπομονή μας, χρησιμοποιώντας ως μπούσουλα ένα ανύπαρκτο σενάριο με την πρόφαση του κοινωνικά σημαντικού. Αν ψήνεσαι να τη δεις μόνο για τον Φασμπέντερ, υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές.


MORE REVIEWS

Ο ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΗΣ

Ο Γιαν Μπογιάρσκι αναζητά ένα καλύτερο μέλλον στη μεταπολεμική Γαλλία, μα ο σωβινισμός των ντόπιων δεν επιτρέπει σ’ έναν Πολωνό μετανάστη να μετατρέψει το σπάνιο ταλέντο του στη μηχανική και τις εφευρέσεις σε τρόπο επιβίωσης. Μονόδρομος η παρανομία και η κατασκευή ενός αυτοσχέδιου εργαστηρίου, όπου δημιουργεί τέλεια πλαστά χαρτονομίσματα, αναστατώνοντας την Εθνική Τράπεζα της χώρας.

Ο ΚΛΕΙΔΑΡΑΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟΥ

Νομίζοντας ότι έχει απολυθεί από τη δουλειά του, φιλόδοξος υπάλληλος κατασκευαστικής εταιρείας αρπάζει από το χρηματοκιβώτιό της βαλίτσα με ένα εκατομμύριο ευρώ. Όταν συνειδητοποιεί ότι η καρέκλα του γραφείου του τον περιμένει κανονικά την επόμενη μέρα, ξεκινά κούρσα ενάντια στον χρόνο προκειμένου να επιστρέψει τα χρήματα στη θέση τους. Μα, που είναι ένας καλός κλειδαράς όταν τον χρειάζεσαι;

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

«Η Φανί και ο Τομά είναι παντρεμένοι και ευτυχισμένοι εδώ και 20 χρόνια. Όμως μια μέρα ένα μεγάλο μυστικό αποκαλύπτεται: η Φανί δεν είχε βιώσει ποτέ οργασμό. Ο Τομά, μηχανικός στο επάγγελμα, σοκαρισμένος, αποφασίζει τότε να αναλάβει μια τολμηρή πρόκληση: να δημιουργήσει το αντικείμενο που θα φέρει επανάσταση στη γυναικεία απόλαυση», μας ενημερώνει το δελτίο Τύπου.

SPIDER-MAN: ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΕΡΑ

Μια καινούργια μέρα ξεκινά για τον Πίτερ Πάρκερ, που έχει πλέον αφοσιωθεί στην καταπολέμηση του εγκλήματος ως Spider-man. Κυκλοφορεί, όμως, σ’ έναν κόσμο που δεν τον θυμάται πια, με τους παλιούς του φίλους να συνεχίζουν τη ζωή τους χωρίς εκείνον. Η νέα κατάσταση τού επιφυλάσσει μια ανεξέλεγκτη αλλαγή κι αυτή η μεταμόρφωση μπορεί να είναι η μοναδική ελπίδα για ν’ αντιμετωπίσει έναν πανίσχυρο αντίπαλο και ν’ αποκρούσει μία νέα απειλή.