ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ (2025)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αλίκη Δανέζη-Κνούτσεν
- ΚΑΣΤ: Αγγελική Παπούλια, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Μαρλέν Καμίνσκι, Στράτος Δαλαμάγκος
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 80'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Η Άννα και ο Φίλιππος οριστικοποιούν τον χωρισμό τους σ’ ένα weekend αποφάσεων για το πώς θα μοιραστούν τα παιδιά και τα περιουσιακά τους στοιχεία.
«Το φιλμ ζει μέσα στο τοπίο του, στα χρώματα, τους ήχους και τις παύσεις του, αποτυπώνοντας μια διαδρομή που ισορροπεί ανάμεσα στην απόγνωση και την ελπίδα», αναφέρει το δελτίο Τύπου. Την απόγνωση την ένιωσα. Ήταν η δική μου! Η ελπίδα ήταν άφαντη. Κάπως σαν το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου, ειδικά όταν ταυτίζεται και εκφράζεται με τέτοια έργα…
«Συμβολοποιώντας» την αποξένωση του σε διάσταση ζευγαριού που προχωρά στο επίσημο διαζύγιο, το «Τόσο Κοντά Τόσο Μακριά» διαδραματίζεται με γραφικά προφανή τρόπο σ’ ένα ερημωμένο, off-season Αγκίστρι, εκεί όπου έχουν αποφασίσει να συναντηθούν ξανά η Άννα και ο Φίλιππος, ώστε να μπορέσουν να μιλήσουν. Βέβαια, άσχετα από το γεγονός πως το αντονιονικό μοτίβο στο οποίο βασίζεται (σε ένα είδος καλλιτεχνικής «ονείρωξης»…) το φιλμ έχει μάλλον ξεπεραστεί ή δείχνει γερασμένο σήμερα, η Αλίκη Δανέζη-Κνούτσεν αδιαφορεί πλήρως για την ταυτόσημη παράμετρο της αισθητικής κι αφήνει τους δύο πρωταγωνιστές της να βολτάρουν… όπου να ‘ναι. Και να αερολογούν!
Δηλώνοντας τους Αγγελική Παπούλια και Ανδρέα Κωνσταντίνου ως συνυπεύθυνους στην υπογραφή του σεναρίου, η ταινία δίνει την εντύπωση «αυτοσχεδιαστικού» χαρακτήρα σε ήρωες και διαλόγους, όμως, αυτό που βιώνει ο θεατής υποκριτικά μονάχα με προβάρισμα ρόλων για κάτι… μελλοντικό μοιάζει, καθώς οι δύο ηθοποιοί «τσακώνονται» διαρκώς αραδιάζοντας μισόλογα και παιδαριώδεις ατάκες που δεν καταλήγουν πουθενά, επιχειρώντας να «μιμηθούν» κάτι το ρεαλιστικό (και σίγουρα ατελές).
Το σεναριακά ασπόνδυλο του πράγματος γίνεται πιο βασανιστικό με τα δήθεν ευρήματα «υποπλοκών», που απλά στηρίζονται σε λιγοστές επιπλέον παρουσίες (περαστικών) ανθρώπων (το παράδειγμα της αλλοδαπής ζωγράφου είναι κυριολεκτικά για γέλια), ενώ η αναζήτηση των δύο χαμένων παιδιών στο φινάλε σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι αν… είχες κοιμηθεί κι έχασες κάτι από την πλοκή ή ξεκινά άλλη ταινία! Βλέπεις τους ίδιους ηθοποιούς, όμως, δεν φταις εσύ, δεν «το ‘χασες»! Πραγματικά, δεν θέλω να υποψιαστώ ότι έπαιξε μια κάποια «αλληγορία» σε αυτό το σημείο, γιατί θα οργανώσω κι εγώ αναζήτηση στα δάση και στα όρη. Του χαμένου μου μυαλού!
