FreeCinema

Follow us

TOO MUCH INFO CLOUDING OVER MY HEAD (2018)

  • ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βασίλης Χριστοφιλάκης
  • ΚΑΣΤ: Βασίλης Χριστοφιλάκης, Κίττυ Παϊταζόγλου, Λένα Ουζουνίδου, Λένα Δροσάκη, Νικολίτσα Ντρίζη, Ζήσης Ρούμπος, Ελίνα Ρίζου, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Άλκηστη Πουλοπούλου, Νίκος Μαγδαληνός, Δημοσθένης Φίλιππας
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 106'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: SEVEN FILMS

Νεαρός σκηνοθέτης πιέζεται από την παραγωγό του να αναλάβει… δουλειές του ποδαριού για να συγκεντρώσει κάποια χρήματα, μπας και ξεκινήσει ποτέ να γυρίζει τη δεύτερη ταινία του.

Το μόνο πράγμα που δεν επιχειρεί να γίνει ο Βασίλης Χριστοφιλάκης με τούτο το σκηνοθετικό του ντεμπούτο είναι… Γιώργος Νούσιας (επειδή, ευτυχώς, δεν τόλμησε να οπτικοποιήσει και μέρος του… «Gay Nazi Cyborg Zombies in Love», του μοναδικού φιλμ που έχει γυρίσει ο ήρωάς του) και Γκρέτα Γκέργουιγκ (επειδή του αρκεί το αρσενικό πρότυπο στο οποίο «πάτησε» και εκείνη στη «Frances Ha»)! Ή και κομιξικός superhero, ενδεχομένως (αυτό το έχει κάνει ήδη ο Γιώργος Παπαϊωάννου). Από μια άποψη, ο τίτλος της ταινίας μαρτυρά τις διαθέσεις τού δημιουργού της. Seriously, όμως, ποιος κανονικός άνθρωπος μπορεί να θυμάται όλο αυτό το πράγμα, να το μοιραστεί με φίλους του και να το υποστηρίξει μέσω word of mouth; «Too Much Info Clouding Over My Head» (ειλικρινά, δεν αποστηθίζεται εύκολα); Μήπως είναι όντως «too much» το να θες να γίνεις Γούντι Άλεν, Νάνι Μορέτι, Νίκος Περάκης ή και Ρένος Χαραλαμπίδης με το πρώτο σου δείγμα δουλειάς στη μυθοπλασία μεγάλου μήκους;

Με τάσεις μάλλον υπερφιλόδοξες, ο Χριστοφιλάκης εμφανίζεται στα opening credits ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος, πρωταγωνιστής και παραγωγός. Από μόνη της μια τέτοια κατάσταση (αυτο)σατιρίζει (στην προκειμένη με έμφαση στο κομμάτι της παρένθεσης) το όλο πλαίσιο της «diy» ελληνικής κινηματογραφίας, ειδικά δε τις περιπτώσεις ενός πιο «φρέσκου» και εναλλακτικού κυκλώματος παραγωγής ταινιών οι οποίες γυρίζονται με «καλή καρδιά» και την (ενίοτε αφιλοκερδή) διάθεση συντελεστών / φίλων (το αποτέλεσμα τούτης της δουλειάς σε υποψιάζει για κάτι τέτοιο). Αν πούμε ότι ο Χριστοφιλάκης δεν γίνεται αυτοαναφορικός εδώ, σίγουρα υπάρχει κάτι το αυτοβιογραφικό στην αφήγηση του «Too Much Info Clouding Over My Head» (ξανά, μπας και μάθει κανείς τον τίτλο…), το οποίο θα έμοιαζε καλύτερα ευπρόσδεκτο αν μας ερχόταν… από τη δεκαετία του ’90. Δεν γίνεται, δηλαδή, να μην πάει το μυαλό σου στο ελληνικό «No Budget Story» (1997), το οποίο είχε και μια παρόμοια τοποθέτηση στα κινηματογραφικά πράγματα της χώρας και ήταν επίσης ασπρόμαυρο. Αν και βολική (κυρίως για φωτογραφικούς λόγους), η επιλογή της «αποχρωματισμένης» εικόνας (αποφεύγεις κάτι από τη σημερινή «βιντεΐλα» των όποιων καμερών, αν μη τι άλλο) δεν σώζεται μονάχα ως «άποψη», διότι πέραν των συγκρίσεων με εκείνη την ταινία του Χαραλαμπίδη, κινδυνεύεις να πέσεις σε ένα ακόμη πιο παρακινδυνευμένο σκεπτικό, ότι ο Χριστοφιλάκης «την έχει δει» μέχρι και γουντιαλενικού «Manhattan» μεριά, και εκεί παίζει να σηκωθεί και κανένας Γκόρντον Γουίλις από τον τάφο, εξαιτίας πολλών από τα καρέ που αντικρύσανε τα μάτια μας…

Σε κάθε περίπτωση, ό,τι προτείνει και αισθητικά αλλά και ως γραφή ο Χριστοφιλάκης, δεν χάνει μονάχα σε συγκρίσεις αλλά αδυνατεί να αποκαλεστεί και σύγχρονο, καθώς μιλάμε για πράγματα τα οποία έχουν ειπωθεί αρκετές δεκαετίες πίσω. Η αντίληψη του χιούμορ δεν είναι απαραίτητα κακή ή άστοχη, όμως η πρόθεση να «τσουβαλιάσει» με ειρωνεία τα κακώς κείμενα σε οτιδήποτε συμβαίνει καλλιτεχνικά στην Ελλάδα (σινεμά, τηλεόραση, θέατρο, διαφήμιση, φωτογραφία, έως και τη game-ο-κομιξάδικη κουλτούρα) από νωρίς δίνει την εντύπωση ότι κάποια στιγμή θα γυρίσει σαν boomerang εναντίον του, καθώς τα θεμέλια αυτής της ταινίας δεν έχουν αντοχή για τόσα αλλεπάλληλα χτυπήματα, πόσω μάλλον όταν διαπιστώνεται και μια κάποια έλλειψη αυτοσαρκασμού απέναντι στο ίδιο το εγχείρημα του εδώ δημιουργού, ο οποίος εκθέτει και τον εαυτό του στον πρωταγωνιστικό ρόλο, δίχως να επιδεικνύει χαρίσματα υποκριτικής ή κωμικού timing. Η κωμωδία δεν είναι μονάχα γκριμάτσες και μορφασμοί ή… ένα πλαστικό, καλοκαιρινό πεδιλάκι που θα χτυπήσει το μάτι σαν «χαριτωμενιά».

Όσο κι αν θέλεις να αναγνωρίσεις τα κάποια αστεία ευρήματα που εμφανίζονται κατά διαστήματα (τα περισσότερα εντοπίζονται στην υπο-πλοκή του θεατρικού ανεβάσματος των «Τριών Αδελφών» του Τσέχωφ σε μορφή… μονολόγου!), είναι δύσκολο να παρακάμψεις τα σεναριακά προβλήματα στο κομμάτι των σχέσεων του ήρωα, στο γεγονός ότι όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας ασφυκτιούν για να υπάρξουν και να έχουν κάποια σημαίνουσα υπόσταση δίπλα του, στην απουσία ενός ανθρώπινου focus που θα σου αφήσει κάτι στην ψυχή για να θυμάσαι αυτή την ταινία. Λίγες σκόρπιες ιδέες και ολίγα χάχανα δεν αρκούν για να αντέξει κανείς μέχρι τέλους τούτη τη φιλμική απόπειρα. Όσο για την «πλάκα» με τον καρκίνο, ο Μορέτι μας έκανε να… πίνουμε από ένα ποτήρι νερό καθημερινά στο όνομά του, από το 1993. (Τα έγραφα αυτά και, στο καπάκι, το Spotify άρχισε να παίζει ένα θέμα του Πιοβάνι από το «Αγαπημένο μου Ημερολόγιο»! Άτιμο σύμπαν!)

Στην κατακλείδα με το επιτραπέζιο παιχνίδι και τη σύνδεση με τους «Gay Nazi Cyborg Zombies» και τη fanboy cult-ίλα… παρέδωσα πλήρως! Άσε τα «καλλιτεχνικά» και τα μαυρόασπρα και πιάσε αυτό που ζητάει η καρδιά και η έμπνευσή σου; Τότε, το «Too Much Info Clouding Over My Head» θα έπρεπε να είναι μια μικρού μήκους ταινία – ανεκδοτάκι και τα ζόμπι η πραγματική φιλμική πρόταση. Ίσως την επόμενη φορά; Αυτό, ναι, θα είχε χιούμορ!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μικρού βεληνεκούς πρωτόλειο σάτιρας της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής και των δυσκολιών της, με ψήγματα από «Άρπα Colla» (1982) σε πλατώ «No Budget Story», που κάνει το μοιραίο λάθος να παρουσιάζει τον δημιουργό του ως τον «δικό μας» Γούντι Άλεν (σε γραφή και αισθητική). Με τα ευρήματα να εξαντλούνται γρήγορα (ή να γίνονται ανυπόφορα από το κομμάτι της υπαίθριας δεξίωσης κι έπειτα), στην τελική δεν μένει κάτι δημιουργικό ή ουσιαστικά καινούργιο σαν πρόταση και η όλη «δακτυλοδεικτούμενη» ειρωνεία προς τον ίδιο τον χώρο στον οποίο κινείται ο Βασίλης Χριστοφιλάκης πάει χαμένη. Ή (θα) σαρκάζει με το εδώ αποτέλεσμα, ίσως. Επιπλέον παρατήρηση: όταν κινηματογραφούμε εξωτερικά πλάνα πόλης, φροντίζουμε να υπάρχει μια στοιχειώδης φωτιστική προεργασία στο location, δεν πατάμε REC… κι ό,τι «τραβήξαμε»! Η φτηνή παραγωγή δεν οφείλει να συμβαδίζει με μια φτηνή εικόνα.


MORE REVIEWS

DIGGER

Ο Νικήτας έχει βγάλει διαζύγιο με την υπόλοιπη κοινωνία και ζει σαν ερημίτης σ’ ένα χαμόσπιτο, στη καρδιά ενός δάσους στη Βόρεια Ελλάδα. Ο ερχομός της «ανάπτυξης» απειλεί τη γη του, μα περισσότερο δύσκολη θα είναι η διαχείριση του ενήλικα (πλέον) γιου του, ο οποίος επιστρέφει μετά από απουσία είκοσι ετών για να ζητήσει το μερίδιό του με δικαιώματα κληρονόμου.

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ

Ο Στίβεν είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ζει ευτυχισμένος με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους, μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει την Άννα, μία μαθήτριά του από την Αυστρία, φίλη ενός αριστοκρατικής καταγωγής σπουδαστή. Ο ευκατάστατος οικονομικά, ευυπόληπτος κοινωνικά και τακτοποιημένος οικογενειακά Στίβεν, αισθάνεται έλξη για τη νεαρή κοπέλα, αλλά δεν έχει ούτε τη φυσική ούτε την ηθική δύναμη ν’ αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας σχέσης μαζί της.

ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ ΔΗΜΑΡΧΕ!

Δήμαρχος άσσος της ρεμούλας τοποθετεί στη θέση του τη σύζυγό του, μέχρι τουλάχιστον να περάσει η μπόρα των αποκαλύψεων που μετά βεβαιότητος θα τον φέρουν σε δύσκολη θέση έναντι του Νόμου. Μήπως, όμως, ισχύει και για τους Δημάρχους το ουδέν μονιμότερον του προσωρινού;

ΓΙΑΛΝΤΑ: Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ

Νεαρή γυναίκα, καταδικασμένη σε θάνατο για τη δολοφονία του συζύγου της, έχει μια τελευταία ευκαιρία να σώσει το κεφάλι της. Το μόνο που έχει να κάνει είναι να πείσει πως αξίζει τη συγχώρεση… των τηλεθεατών και της κόρης του θύματος σε «δικαστήριο» δημοφιλούς reality show!

ΣΤΗ ΖΑΛΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

O σαιξπηρικός μύθος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας επιβιβάζεται σε πολύχρωμο roller coaster της Στοκχόλμης, μετατρέποντάς τον σε pop παραμύθι απαγορευμένου έρωτα. Η σκανδιναβική «απάντηση» στον… Μπαζ Λούρμαν;