ΤΟΜΟΣ 7 (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Επιστημονικής Φαντασίας
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πάνος Παππάς, Δέσποινα Xαραλάμπους
- ΚΑΣΤ: Στέλλα Φυρογένη, Κώστας Μπούντας, Κρίστελ Καπερώνη, Λάμπρος Τσάγκας, Βασίλης Κουκαλάνι, Πάνος Κρανιδιώτης, Αγγελική Λεμονή, Γιώργος Σύρμας, Νίκος Παντελίδης, Μάριος Κρητικόπουλος, Ντέμπορα Οντόγκ, Τάκης Σακελλαρίου, Σταύρος Καλλιγάς
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 105'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ
Απομονωμένη κοινότητα ανθρώπων ζει μέσα σε αυτοσυντηρούμενο οικοσύστημα, διαφυλάσσοντας την «ανθρώπινη γνώση» στη μνήμη των χαρισματικών, ενώ ομάδα νεαρών ακτιβιστών σχεδιάζει να αποδράσει.
Η ταινία «Τόμος 7» των Πάνου Παππά και Δέσποινας Χαραλάμπους αποτελεί ένα τολμηρό εγχείρημα στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας για την Ελλάδα, τοποθετώντας τον θεατή σε ένα δυστοπικό μέλλον όπου η πρόταση «το μέλλον δεν είναι παρά ένα ακόμα παρελθόν» λειτουργεί ως θεμελιώδης φιλοσοφικός άξονας. Φυσική συνέχεια της μικρού μήκους ταινίας «Identity» (2019) των ίδιων δημιουργών, διατηρεί την ιδιαίτερη αισθητική της ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Ίαν Μέλτσερ, δημιουργώντας ένα συνεκτικό και αναγνωρίσιμο κινηματογραφικό σύμπαν το οποίο εμβαθύνει σε ζητήματα ταυτότητας, γνώσης και ελευθερίας.
Η επιλογή του ασπρόμαυρου δεν είναι απλώς μια αισθητική προτίμηση, αλλά μια ουσιαστική δήλωση. Με ένα διακριτικό, αλλά σαφές flirt με τις σημερινές κοινωνίες, προσδίδει στην ταινία διαχρονικότητα και σχεδόν αρχετυπική ποιότητα. Παράλληλα, εντείνει την ψυχρότητα και την απομόνωση της κοινότητας που ζει εντός ενός αυτοσυντηρούμενου οικοσυστήματος, του Κτηρίου-Πόλης.
Το «Κτήριο-Πόλη» λειτουργεί ως διπλή μεταφορά: ένα φαινομενικά ασφαλές καταφύγιο από έναν άγνωστο εξωτερικό κόσμο, αλλά στην ουσία μια μεταμοντέρνα φυλακή. Εκεί, η ύπαρξη είναι απόλυτα ελεγχόμενη, τόσο στο φυσικό όσο και στο νοητικό επίπεδο. Η ανθρώπινη γνώση δεν είναι προσβάσιμη σε όλους, αντίθετα, διαφυλάσσεται αποκλειστικά και μόνο στη μνήμη των χαρισματικών, υποδηλώνοντας έναν επικίνδυνο ελιτισμό στη διαχείριση της πληροφορίας. Έτσι, η γνώση μετατρέπεται σε εργαλείο ελέγχου και χειραγώγησης της κοινότητας.
Μέσα από αυτή την πρακτική αναδύεται και μια σαφής πολιτική διάσταση: η ελευθερία του ατόμου καθορίζεται όχι μόνο από την πρόσβαση στη γνώση, αλλά και από την πλήρη απουσία ιδιωτικότητας, ακόμη και στους δημόσιους χώρους. Με τον τρόπο αυτό, η ταινία σχολιάζει ευθέως τις σύγχρονες ανησυχίες γύρω από την καθολική επιτήρηση, τον έλεγχο της αλήθειας από κεντρικές εξουσίες και (κυρίως) την απειλή που όλα αυτά συνιστούν για την ατομική και συλλογική αυτονομία.
Η εμφάνιση ενός νεαρού άνδρα με αμνησία σηματοδοτεί την έναρξη μιας σοβαρής κρίσης και λειτουργεί ως καταλύτης που κλονίζει τις εδραιωμένες πεποιθήσεις της κοινότητας. Στο σημείο αυτό, η εξαιρετική (όπως πάντα) Στέλλα Φυρογένη, στον ρόλο της Λάρα, προσφέρει μια ερμηνεία γεμάτη εσωτερικό βάθος, ενσαρκώνοντας με πειστικότητα την ψυχολογική πάλη, αλλά και τον προβληματισμό της απέναντι στην αμφισβήτηση του συστήματος αξιών. Μέσω της υποκριτικής της ικανότητας και των απελευθερωμένων εκφραστικών μέσων της, η Φυρογένη μεταδίδει στον θεατή την αίσθηση του εγκλωβισμού και της υπαρξιακής αγωνίας που διέπει το Κτήριο-Πόλη. Η αμνησία του νεαρού άνδρα συνδέεται άμεσα με τη θεματική της απώλειας ή ακόμα και της αμφισβήτησης της ατομικής ταυτότητας, που είχε ήδη εξερευνηθεί στο «Identity», εκεί όπου μια γυναίκα βίωνε την τρομακτική εμπειρία της καθημερινής αλλαγής του προσώπου της. Στον «Τόμο 7», όμως, η απώλεια της μνήμης του πρωταγωνιστή καθρεφτίζει και την ενδεχόμενη απώλεια της συλλογικής γνώσης, υπογραμμίζοντας την ευθραυστότητα της ανθρώπινης υπόστασης σε ένα ψυχρό και αυστηρά δομημένο περιβάλλον. Το ασπρόμαυρο τοπίο ενισχύει ακόμη περισσότερο την αίσθηση του αποπροσανατολισμού και της υπαρξιακής αβεβαιότητας.
Μέσα σε αυτή την κρίση, μια ομάδα νεαρών ακτιβιστών σχεδιάζει την απόδραση, εισάγοντας την έννοια της ελευθερίας και της αντίστασης απέναντι στον έλεγχο. Η σύγκρουση ανάμεσα στην παγιωμένη τάξη, που βασίζεται σε μια επιλεκτική μνήμη, και στην επιθυμία για αναζήτηση της αλήθειας και της ελευθερίας, αποτελεί τον πυρήνα της δραματικής έντασης. Η σκηνοθεσία των Παππά και Χαραλάμπους διαχειρίζεται την αφήγηση με υποβλητικό ρυθμό, αποφεύγοντας τις φαντασμαγορικές υπερβολές του είδους και εστιάζοντας στην ψυχολογική και φιλοσοφική διάσταση των χαρακτήρων και της κατάστασης γενικότερα.
Κλείνοντας, οφείλω να ομολογήσω ότι το «Τόμος 7» υπερβαίνει τα όρια μιας ταινίας επιστημονικής φαντασίας και αναδεικνύεται σε φιλοσοφικό δοκίμιο πάνω στην ανθρώπινη φύση, τη γνώση και την ελευθερία. Οι δημιουργοί, αξιοποιώντας με δεξιοτεχνία το μαυρόασπρο και τη σύνδεση με το «Identity», προσφέρουν έναν βαθύ αναστοχασμό πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη, σε ένα μέλλον που απειλεί να καταπιεί το παρελθόν. Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη προσθήκη στον ελληνικό κινηματογράφο, που τολμά να εξερευνήσει δυστοπικά τοπία με βαθιά εσωτερικό τρόπο.
