ΑΧΝΗ ΘΕΑ ΤΩΝ ΛΟΦΩΝ (2025)
(TÔI YAMA-NAMI NO HIKARI)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κέι Ισικάουα
- ΚΑΣΤ: Σούζου Χιρόσε, Φούμι Νικάιντο, Γιο Γιόσιντα, Καμίλα Άικο
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 123'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Μεγάλη Βρετανία, 1982. Η Νίκι επισκέπτεται τη μητέρα της, για ν’ ανακαλύψει πως το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε πρόκειται να βγει προς πώληση. Ανασκαλίζοντας αντικείμενα και μνήμες από το παρελθόν, η Έτσουκο θ’ ανατρέξει στα χρόνια της νιότης της στο μεταπολεμικό Ναγκασάκι και θα θυμηθεί πώς άφησε πίσω της την Ιαπωνία για να ξεκινήσει μια νέα ζωή στην Αγγλία. Στην πορεία των διηγήσεων, όμως, η Νίκι θα νιώσει πως κάτι δεν ταιριάζει στα λόγια της Έτσουκο.
Θα το πω με πλήρη ειλικρίνεια: με πήρε ο ύπνος! Το «άλλοθι» της κινηματογραφικής μεταφοράς ενός βιβλίου του Καζούο Ισιγκούρο δεν αρκεί (με τίποτα) για να διασώσει αυτό το ανέμπνευστο σκηνοθετικά φιλμ, το οποίο δείχνει να υπόσχεται μονάχα μια κάποια δραματική ανατροπή «αποκάλυψης» (κοντά στο φινάλε), που όμως στερείται συνοχής εξαιτίας της αδυναμίας του Κέι Ισικάουα ν’ αφηγηθεί με τη γλώσσα του σινεμά στοιχεία… φαντασίας τα οποία αλλιώς «διαβάζει» (και δέχεται) ένας αναγνώστης.
Η «Αχνή Θέα των Λόφων» μοιράζει αυτές τις (πραγματικά) ανοικονόμητες δύο ώρες της διάρκειάς της πάνω σ’ έναν διπλό άξονα δράσης, στην Ιαπωνία των αρχών της δεκαετίας του ’50 και στην Αγγλία των αρχών της δεκαετίας του ’80, όμως, απομακρύνοντας την πλοκή από ένα (πιο) διευρυμένο «σκηνικό» κοινωνικοπολιτικών συνθηκών. Η Έτσουκο της νιότης και ο πιο γηραιός εαυτός της δεν βγαίνουν σχεδόν ποτέ μέσα από ένα «σπιτικό» πλαίσιο καταστασιακού (είτε γιατί δεν υπήρχε το… budget, είτε διότι το έργο φτιάχτηκε με σαφή… φεστιβαλικό προσανατολισμό), με το σενάριο να ποντάρει σε στερεότυπα αφηγηματικών «όπλων» όπως τα τραύματα, οι μνήμες, οι ενοχές και τα οικογενειακά μυστικά, αλλά με μία εντελώς «προκάτ» λογική που αφαιρεί από την ταινία κάθε ίχνος ζωντάνιας.
Τεράστια συναισθηματικά κενά προκαλούν χάσματα ανάπτυξης χαρακτήρων και… το χάσιμο του ενδιαφέροντος από τον θεατή, ο οποίος εισπράττει μονάχα καλαίσθητες εικόνες (σχεδόν αποκλειστικά από το παρελθόν) και όχι βοηθητικές ενδείξεις για ν’ ακολουθήσει τα clues του «μυστικού» του φινάλε. Εάν η (υποθετική) δύναμη του βιβλίου βασιζόταν στα όσα υπαινίσσονται μέσα από τις διηγήσεις της Έτσουκο, η μεταφορά τους στη μεγάλη οθόνη αστοχεί πλήρως στο να φανερώσει σταδιακά μια βασική λεπτομέρεια που κρύβει από τα λόγια της η ηρωίδα ώστε ν’ αποκτήσει νόημα το έργο.
Τα ιστορικά τραύματα από το Ναγκασάκι δεν αγγίζουν τίποτα ουσιαστικό, καθώς φαντάζουν σαν κάτι το fictional, μια… «αχνή θέα» μυθοπλασίας που δεν ταυτίζεται με τον ρεαλισμό και το αλύτρωτο της μνήμης, ενώ το αφελές μπέρδεμα που αγωνίζεται να ενθέσει ο Ισικάουα στην ιστορία οδηγεί μονάχα σ’ ένα επιφώνημα τύπου «α, τι μας λες;», σκάζοντας σαν πυροτέχνημα λίγο πριν εμφανιστούν οι τίτλοι τέλους. Μένει μία αποστειρωμένη ευλάβεια λιτού φορμαλισμού που ελάχιστα θα έπρεπε ν’ αφορά την κινηματογραφική Τέχνη σήμερα (πόσω μάλλον τους θεατές!). Αλλά, ξέρετε, υπάρχουν και οι φεστιβαλικές διοργανώσεις…
